Interview: Ο Trevor Bolder στο ΜΕΝ 24
Ο Trevor Bolder, μπασίστας των Uriah Heep, μιλάει στο ΜΕΝ 24 για το στιλ και τις επιρροές στην 40χρονη πορεία της μεγάλης βρετανικής progressive μπ...
- 01 Φεβρουαρίου 2010 00:01
Ο Trevor Bolder, μπασίστας των Uriah Heep, μιλάει στο ΜΕΝ 24 για το στιλ και τις επιρροές στην 40χρονη πορεία της μεγάλης βρετανικής progressive μπάντας, τις εμφανίσεις στην Ελλάδα, το δικό του ξεκίνημα με τους θρυλικούς «Spiders from Mars» του David Bowie, τους αγαπημένους του καλλιτέχνες, την ιστορική εμφάνιση των Uriah Heep στη Σοβιετική Ένωση, το ίντερνετ και τη μουσική του σήμερα (pics & vids). Στο τέλος της δεκαετίας του ’60, παρουσιάστηκαν για πρώτη φορά δυο από τα σημαντικότερα κινήματα της rock μουσικής, το progressive και το hard rock. Από τη μια μεριά, μπάντες όπως οι Pink Floyd, οι Genesis, οι Yes και οι King Crimson, εξερεύνησαν εναλλακτικές μορφές προσέγγισης της μουσικής πληρότητας, χρησιμοποιώντας περίπλοκες ενορχηστρώσεις και δίνοντας για πρώτη φορά πρωταγωνιστικό ρόλο στο mellotron, ένα ηλεκτρικό, πολυφωνικό όργανο που αποτέλεσε το σύμβολο της πρώτης γενιάς του progressive ήχου και που στη συνέχεια εξελίχθηκε στην πιο ολοκληρωμένη μορφή του, το synthesizer.
Από την άλλη μεριά, μπάντες όπως οι Led Zeppelin, οι Deep Purple και οι Black Sabbath, έδωσαν έμφαση στις ηλεκτρικές κιθάρες και στη δυνατότητα παραγωγής παραμορφωμένων ήχων με εφέ όπως το reverb και το wah-wah, απελευθερώνοντας όλες τις κρυμμένες δυνάμεις των οργάνων τους σε μια άγρια, διονυσιακή και ανεξέλεγκτη πανδαισία ήχων που παρέσυρε μαζί της το βρετανικό blues μετατρέποντάς το σε μια ολοκαίνουργια μουσική φόρμα που χαρακτηρίστηκε από τα καταιγιστικά κιθαριστικά solos και τις θυελλώδεις ερμηνείες των front-men.
Ένας συνδυασμός αυτών των δυο νέων τάσεων, που συναντήθηκαν αρκετές φορές κυρίως μέσα στα 70ties, είναι οι Uriah Heep. Δημιουργήθηκαν στην Αγγλία το 1969, δανείστηκαν το όνομά τους από το μυθιστόρημα του Charles Dickens «David Copperfield» και τον χαρακτήρα του Uriah Heep και ένα χρόνο αργότερα ξεκίνησαν το μουσικό τους ταξίδι με το ντεμπούτο LP τους «Very ‘eavy, Very ‘umble», ένα κλασικό δείγμα progressive rock με έντονη την παρουσία του Hammond organ και της κιθάρας. Στοιχεία από το folk, την jazz, το blues, την κλασική μουσική και το hard rock γέμισαν όλα τα πιθανά κενά των μεγάλων σε διάρκεια συνθέσεων και περιέπλεξαν ακόμα περισσότερο την ενορχήστρωση, δίνοντας με σαφήνεια τον προσανατολισμό της μπάντας.
Στην 40χρονη πορεία τους πειραματίστηκαν με πολλές φόρμες, σχεδόν πάντα όμως τις προσάρμοσαν στα ιδιώματα του progressive και του hard rock. Επηρέασαν μπάντες και στις δυο όχθες, όπως τους Queen και τους Iron Maiden. Ηχογράφησαν και κυκλοφόρησαν 21 στούντιο LPs, με τελευταίο το «Celebration», μια συλλογή από τις μεγαλύτερες επιτυχίες τους. Αυτή την εβδομάδα θα βρεθούν για μια ακόμη φορά στην Ελλάδα για να δώσουν δυο συναυλίες, σε Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Με αφορμή τις ζωντανές τους εμφανίσεις, το
ΜΕΝ 24 μίλησε με τον Trevor Bolder, μπασίστα των Uriah Heep, κάνοντας μια αναδρομή στην ιστορία της μεγάλης βρετανικής μπάντας.
ΜΕΝ 24: Trevor σε λίγες μέρες έρχεστε στην Ελλάδα για τις δυο συναυλίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που θα παίξετε ζωντανά στη χώρα μας.
Trevor Bolder:
Πράγματι, έχουμε παρελθόν στην Ελλάδα. Νομίζω ότι πρωτοπαίξαμε στην Αθήνα το 1993 και από τότε ξανάρθαμε άλλες εφτά ή οχτώ φορές, δεν θυμάμαι ακριβώς. Κάθε φορά πάντως διασκεδάζουμε αφάνταστα, το κοινό είναι καταπληκτικό, μεταδίδει ενέργεια, μας ξεσηκώνει. Σίγουρα πρόκειται για έναν από τους πιο αγαπημένους μας προορισμούς. Και με μεγάλη χαρά σκεφτόμαστε ήδη τις επόμενες εμφανίσεις μας.
Από την άλλη μεριά, εμένα προσωπικά μου αρέσει και ως χώρα η Ελλάδα, την έχω επισκεφτεί στο παρελθόν και έχω περάσει πολύ όμορφα. Η Αθήνα είναι πολύ ενδιαφέρουσα πόλη με τα μνημεία και την ιστορία της, την έχω γυρίσει αρκετά. Έχω ταξιδέψει και στα νησιά. Οι αναμνήσεις μου είναι θετικότατες. Τι να πρωτοθυμηθώ; Η θάλασσα, ο καιρός, ο κόσμος, το φαγητό, όλα ήταν φανταστικά.
ΜΕΝ 24: Ας πάμε λίγο πίσω. Οι Uriah Heep εμφανίστηκαν στο ξεκίνημα των 70ties, σε μια εποχή που στη Βρετανία κυριαρχούσε το hard rock με μπάντες όπως οι Led Zeppelin, οι Deep Purple και οι Black Sabbath. Πόσο επηρεάστηκαν οι Uriah Heep από αυτόν τον ήχο;
Trevor Bolder:
Στην αρχή οι Uriah Heep δεν συμβάδισαν με αυτό το κίνημα. Υπήρξε πρώτα μια αρκετά μεγάλη περιπλάνηση στο progressive rock, με πολλές διαφορετικές ιδέες, μεγάλες και ψαγμένες συνθέσεις και περίπλοκες ενορχηστρώσεις. Εκείνη την εποχή η βασική επιρροή της μπάντας υπήρξαν οι Yes. Και το χαρακτηριστικότερο στοιχείο του ήχου των Uriah Heep δόθηκε από την πληθωρική παρουσία του Hammond.
Τα πλήκτρα και οι συνθέσεις του Ken Hensley καθόρισαν σε μεγάλο βαθμό το στιλ και την μεγάλη επιτυχία του γκρουπ στην πρώτη του δεκαετία. Ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε ο Hensley το Hammond organ, έφερε μοιραία στη συνέχεια την σύγκλιση με τους hard ήχους της εποχής. Για να το πω πιο σωστά, οι Uriah Heep δεν έπαψαν ποτέ να αισθάνονται progressive μπάντα, όμως κάποια στιγμή αποφάσισαν ότι το hard rock ταίριαζε με τη φυσιογνωμία τους και έτσι το υιοθέτησαν, κάνοντας μια στροφή στην μουσική τους πορεία.
ΜΕΝ 24: Η διαδρομή σας συμπλήρωσε 40 χρόνια. Που κινείστε σήμερα;
Trevor Bolder:
Έχουμε κάνει έναν μεγάλο κύκλο. Μετά τον καθαρά progressive χαρακτήρα της μπάντας, δοκιμάσαμε το hard rock και στη δεκαετία του ’80 γνωριστήκαμε με το heavy metal. Νομίζω ότι από κάθε περίοδο αφομοιώσαμε όλα αυτά που μας άρεσαν και συνεχίσαμε να «παλεύουμε» πολύ τις συνθέσεις μας. Τα τελευταία χρόνια γινόμαστε πιο νοσταλγικοί, επιστρέφουμε στις ρίζες μας, ψάχνουμε την αρχική φυσιογνωμία των Uriah Heep, προσαρμοσμένη βέβαια στις σημερινές απαιτήσεις. Μας αρέσει να είμαστε μοντέρνοι, όμως προτιμούμε να δοκιμάζουμε νέες τεχνικές, ιδέες και αρμονίες πάνω στις μουσικές φόρμες του progressive rock των πρώτων μας χρόνων.
ΜΕΝ 24: Οι Uriah Heep ήταν η πρώτη ροκ μπάντα της Δύσης που έπαιξε ζωντανά στη Σοβιετική Ένωση. Πώς θυμάσαι αυτή την εμπειρία;
Trevor Bolder:
Εκπληκτική εμπειρία, πραγματικά αξέχαστη. Θυμάμαι την άφιξή μας στη Μόσχα. Ήταν νύχτα με σφοδρή χιονοθύελλα, κοιτούσαμε από το αεροπλάνο και βλέπαμε ένα απέραντο λευκό. Και μετά, όταν ξεκινήσαμε από το αεροδρόμιο για το ξενοδοχείο, το μόνο που βλέπαμε ήταν χιόνι. Μας είχε κάνει τρομερή εντύπωση η παντελής απουσία αυτοκινήτων, έστω και παρκαρισμένων. Την επόμενη μέρα βγήκαμε μια βόλτα για να γνωρίσουμε την πόλη και ήρθαμε για πρώτη φορά σε επαφή με μια άγνωστη σε μας κοινωνία. Τα καταστήματα ήταν γεμάτα με κόσμο που σχημάτιζε ουρές απέξω, όμως μέσα τα περισσότερα ράφια ήταν άδεια. Μια τελείως διαφορετική εικόνα από αυτή που είχαμε συνηθίσει.
Πρόσφατα είχαμε ξαναπαίξει στη Μόσχα και η αλλαγή ήταν απίστευτη. Τότε επρόκειτο για έναν άγνωστο κόσμο, σήμερα απλά είναι σαν να βρίσκεσαι σε μια δυτική μεγαλούπολη. Η Μόσχα πάντως, τον Δεκέμβριο του ’87, που δώσαμε εμείς τις 10 συναυλίες (7-16 Δεκεμβρίου) στο Ολυμπιακό Στάδιο, ήταν μια μοναδική εμπειρία. Σε κάθε μια από τις 10 συναυλίες, επιτρεπόταν η πρόσβαση σε 18.000 άτομα (συνολικά μας παρακολούθησαν 180.000 κόσμος), ενώ ανάμεσά τους, στις κερκίδες, βρίσκονταν πάνω από 2.000 στρατιώτες. Το κοινό απολάμβανε και αυτό από τη μεριά του την πρώτη του επαφή με το δυτικό rock, όμως οι εκδηλώσεις ήταν τελείως ελεγχόμενες και χλιαρές, αφού η παρουσία των στρατιωτών βάραινε περισσότερο από τον καλά κρυμμένο ενθουσιασμό των παρευρισκόμενων.
ΜΕΝ 24: Έχετε ηχογραφήσει 22 στούντιο άλμπουμ. Ποια τρία από αυτά θα διάλεγες για να προτείνεις σε όσους δεν γνωρίζουν τη μουσική των Uriah Heep;
Trevor Bolder:
Για τους αμύητους στον ήχο των Uriah Heep, το απόλυτο LP είναι το 4ο της μπάντας που κυκλοφόρησε το 1972, το «Demons and Wizards». Ακούγοντάς το καταλαβαίνεις αμέσως τι εκπροσωπούν οι Uriah Heep, που και πώς κινούνται μουσικά. Προσωπικά – αν και τότε δεν ήμουν ακόμα μέλος τους – το θεωρώ ως την κορυφαία δουλειά τους. Επίσης προτείνω ανεπιφύλακτα το «Abominog» που κυκλοφόρησε το 1982 και αντικατοπτρίζει την αλλαγή πορείας των Uriah Heep και τη στροφή τους στο heavy metal. Νομίζω ότι είναι το καλύτερο δείγμα της μπάντας στο σκληρό ροκ. Από τα πιο πρόσφατα άλμπουμ, επίτρεψέ μου να διαλέξω δυο: το «Sea of Light» του 1995 και το «Wake the Sleeper» του 2008. Σε αυτά φαίνεται η στροφή στον progressive ήχο και τις ρίζες του γκρουπ, για την οποία σου μίλησα νωρίτερα.

ΜΕΝ 24: Ποιες ήταν οι δικές σου επιρροές; Ποιες μπάντες σε επηρέασαν;
Trevor Bolder:
Στην πρώιμη εφηβεία μου ήρθαν οι Beatles και άλλαξαν τα πάντα για όλους! Στα 12-13 μου άρχισα να τους ακούω και δε σταμάτησα μέχρι και σήμερα, είναι από τους αγαπημένους μου, η μεγαλύτερη μπάντα της σύγχρονης μουσικής. Ο πατέρας μου είχε μια μεγάλη συλλογή στο σπίτι με blues LPs. Έμαθα λοιπόν από μικρός τον Muddy Waters, τον John Lee Hooker, τον B. B. King και όλους τους άλλους. Μυήθηκα στο αμερικάνικο blues και σιγά σιγά άρχισα να εξερευνώ τις μουσικές φόρμες των δωδεκάμετρων.
Στη συνέχεια, στο δεύτερο μισό των 60ties, είχαμε την έκρηξη του βρετανικού blues με όλα τα μεγάλα ονόματα και τα σούπερ σχήματα που δημιουργήθηκαν. Άρχισα να ακούω τον Jeff Beck, τον John Mayall, τον Peter Green, τον Eric Clapton. Ενηλικιώθηκα με τους Cream, τους Bluesbrakers, τους Fleetwood Mac, τους Rolling Stones. Ερωτεύτηκα τις μουσικές αναζητήσεις των Who και αποφάσισα να παίξω μπάσο, όταν άκουσα για πρώτη φορά τον μεγάλο, τον αξεπέραστο Jack Bruce. Δεν νομίζω ότι έχει υπάρξει τόσο μεγάλος παίκτης του μπάσου σε ολόκληρη την ιστορία της ροκ μουσικής. Όχι μόνο βιρτουόζος, αλλά και με ένα μοναδικό, προσωπικό, επιθετικό και δημιουργικό στιλ παιξίματος.
ΜΕΝ 24: Κάτι που λίγοι γνωρίζουν, είναι ότι είσαι ένα από τα μέλη της θρυλικής μπάντας «The Spiders from Mars» που συνόδευσε τον David Bowie στα πρώτα LPs της καριέρας του, μεταξύ των οποίων και στο αριστουργηματικό «The rise and fall of Ziggy Stardust and the Spiders from Mars».
Trevor Bolder:
Ναι, αυτή ήταν η πρώτη μου σοβαρή επαφή με τον χώρο. Μέχρι τότε είχα παίξει ερασιτεχνικά σε μερικά γκρουπάκια, όταν γνωρίστηκα με τον Mick Ronson και πήρα τη θέση του Tony Visconti στο μπάσο. Αυτή η μπάντα υπήρχε ήδη από το 1970 και ηχογραφούσε μαζί με τον Bowie. Παίξαμε σε τέσσερα LPs του Bowie, στο «Hunky Dory» (1971), το «The rise and fall of Ziggy Stardust and the Spiders from Mars» (1972), το «Aladdin Sane» (1973) και το «Pin Ups» (1973). Εκεί, εκτός από μπάσο, έπαιζα μερικές φορές τρομπέτα που είχα μάθει από τον πατέρα μου.

ΜΕΝ 24: Πώς ήταν η γνωριμία και η συνεργασία με τον David Bowie;
Trevor Bolder:
Να σου πω την αλήθεια, την πρώτη φορά που συναντηθήκαμε σκέφτηκα: «Τι σόι βλαμμένο είναι αυτό;» Έβλεπα μπροστά μου ένα αδύνατο φρικιό, με μακριά μαλλιά, κάτι σκισμένα τζιν και κάτι απερίγραπτα πουκάμισα που κρέμονταν πάνω του. Όμως η άποψή μου άλλαξε μέσα σε λίγες ώρες. Μόλις αρχίσαμε να παίζουμε μουσική, κατάλαβα ότι θα συνεργαζόμουν με μια ξεχωριστή προσωπικότητα. Ο David ήταν ένα πολύ καλό παιδί, παθιασμένο με τη μουσική και ακόμα περισσότερο με τις αναζητήσεις και την εξερεύνηση στα άγνωστα μονοπάτια.
Το πρώτο τραγούδι του που παίξαμε μαζί ήταν το «The Man who sold the world» και όταν τελείωσε η πρώτη εκτέλεση, τον κοίταζα πλέον με απόλυτο θαυμασμό! Κοντά του εξερευνήσαμε και εμείς νέες τάσεις και φόρμες, όπως το glam rock, το art rock, η progressive ψυχεδέλεια και το protopunk. Αλλά ήταν και η ξαφνική αλλαγή. Από τα συνοικιακά μπαράκια που παίζαμε μέχρι τότε, βρεθήκαμε σε τεράστια στάδια, κάτω από αμέτρητα φώτα και προβολείς. Κυρίως όταν έγινε η πρώτη τουρνέ του Bowie στις ΗΠΑ και νιώσαμε τι ακριβώς σημαίνει να είσαι σούπερ σταρ.
ΜΕΝ 24: Και τώρα μια από τις αγαπημένες μου ερωτήσεις. Αν σου έλεγαν να φτιάξεις μια φανταστική μπάντα, ποιους μουσικούς θα επέλεγες;
Trevor Bolder:
Για να δούμε… Στα τύμπανα θα έπαιρνα τον Simon Phillips (σ.σ. Άγγλος drummer που έχει παίξει μεταξύ άλλων με τους Toto, The Who, Judas Priest, David Coverdale και Gary Moore). Στα πλήκτρα χωρίς δεύτερη σκέψη θα έπαιρνα τον Jon Lord (σ.σ. Deep Purple) και στην κιθάρα τον Jeff Beck (σ.σ. Άγγλος κιθαρίστας που έχει παίξει μεταξύ άλλων με τους Yardbirds, The Jeff Beck group, Honeydrippers και τον Stevie Ray Vaughan), τον κορυφαίο κατά τη γνώμη μου κιθαρίστα του blues rock. Τέλος, θα παρέδιδα ευχαρίστως το μπάσο μου στον Jack Bruce (σ.σ. Σκωτσέζος μπασίστας που έχει παίξει μεταξύ άλλων με τους Cream, τον John Mayall & the Bluesbrakers, τους Blues Incorporated, τον Frank Zappa και τους Manfred Mann) με μια μεγαλοπρεπέστατη υπόκλιση και αφού θα έμενα χωρίς όργανο, θα έπιανα το μικρόφωνο και θα γινόμουν ο front man της μπάντας! Δεν είναι άσχημο το γκρουπάκι που σου έφτιαξα, τι λες κι εσύ;
ΜΕΝ 24: Για να δούμε και τα μουσικά σου γούστα. Φεύγεις μόνος για μια ερημιά, βουνό ή θάλασσα το αφήνω σε σένα! Θα μείνεις εκεί για έξι μήνες και μπορείς να πάρεις μαζί σου αυστηρά 3 LPs. Ποια θα διάλεγες;
Trevor Bolder:
Το πρώτο είναι τόσο εύκολο, όσο όμορφη είναι η μουσική man! Οι αγαπημένοι μου Beatles και ο old Sergeant Pepper (σ.σ. εννοεί το « Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band»)! Δεν υπάρχει rock χωρίς αυτό το άλμπουμ φίλε! Για να βρούμε τώρα τα άλλα δυο. Θα έπαιρνα το υπέροχο LP των Cream «Disraeli Gears» για να ακούω τον φοβερό συνδυασμό των τριών «μάγων». Jack Bruce, Ginger Baker και Eric Clapton… τι περισσότερο μπορεί να ζητήσει κανείς; Και τέλος θα έπαιρνα το «Crusade» των John Mayall & the Bluesbrakers. Πίστεψέ με, δεν θα βαριόμουν καθόλου!
ΜΕΝ 24: Είσαι ένας από τους ελάχιστους μπασίστες του hard rock, ίσως και ο μοναδικός, που χρησιμοποιεί μπάσο της D’Alegria. Ποιο είναι το αγαπημένο σου όργανο;
Trevor Bolder:
Το D’Alegria Defender TB έχει έναν τελείως διαφορετικό ήχο, πιο smooth, πιο ταξιδιάρικο, πιο ιδιαίτερο, λόγω του ξύλου από το οποίο κατασκευάζεται. Ταιριάζει κάποιες φορές στον progressive ήχο, δίνει αυτό το κάτι άλλο που ψάχνω. Όμως το αγαπημένο μου όργανο είναι το Fender Precision, μοντέλο 1971. Μαγικό μπάσο, με ήχο μιας άλλης εποχής. Είχα αγοράσει ένα το 1971, όταν πρωτοβγήκε το μοντέλο και παίζω ακόμα με αυτό. Έχω και άλλο ένα Fender Precision, μοντέλο του 1974. Αυτά τα δυο δεν τα αλλάζω με τίποτα. Είναι τα κορυφαία μπάσα που πέρασαν από τα χέρια μου.

ΜΕΝ 24: Πόσο έχει επηρεάσει τη μουσική βιομηχανία το διαδίκτυο; Ποια είναι η γνώμη σου για τα δωρεάν downloads και την «πειρατεία»;
Trevor Bolder:
Νομίζω ότι υπάρχουν διαφορετικές προσεγγίσεις, άλλοι ενοχλούνται και άλλοι όχι. Εμένα δεν με ενοχλεί καθόλου να ξέρω ότι ανά πάσα στιγμή, σε κάθε γωνιά της γης, όποιος θέλει, μπορεί να βρει τη μουσική μου, να την κατεβάσει και να την ακούσει. Αυτό είναι πραγματικά επαναστατικό. Όμως, ίσως εγώ να μιλάω εκ του ασφαλούς. Και σίγουρα δεν εννοώ με αυτό τις δισκογραφικές εταιρείες που έχουν βαρέσει διάλυση σε παγκόσμια κλίμακα τα τελευταία χρόνια. Μην ξεχνάμε ότι για ολόκληρες δεκαετίες έβγαλαν απίστευτα λεφτά με τα υπερκέρδη τους.
Αυτοί που την «πληρώνουν» με το ίντερνετ είναι κυρίως οι νέοι καλλιτέχνες που δεν έχουν τη δυνατότητα να προωθήσουν τη δουλειά τους στην αγορά. Αυτό γίνεται πιο εύκολα με τη διάθεση ενός CD σε ένα δισκάδικο, παρά μέσα στο διαδίκτυο. Την καινούργια μπάντα δεν ξέρεις που να την ψάξεις, γιατί δεν ξέρεις ότι υφίσταται. Ίσως σε κάποια χρόνια να υπάρξει καλύτερη οργάνωση στο ίντερνετ, κάτι ανάλογο δηλαδή με τα καταστήματα που είχαν έναν ειδικό χώρο με τα νέα συγκροτήματα, όπου μπορούσες να ακούσεις δείγμα της δουλειάς τους και να αγοράσεις αν ήθελες το CD τους.
ΜΕΝ 24: Και μια τελευταία ερώτηση. Ποια είναι η γνώμη σου για τη μουσική του σήμερα; Υπάρχουν μπάντες ή καλλιτέχνες που σου αρέσουν;
Trevor Bolder:
Νομίζω ότι το rock περνάει μια δύσκολη περίοδο. Η έμπνευση είναι όλο και πιο δύσκολη και οι νέες μπάντες ίσως δεν έχουν τα απαραίτητα ερεθίσματα για να δημιουργήσουν. Τα 60ties μπορεί να αποτελούν ακόμα και σήμερα την κυριότερη αναφορά, όμως τα 70ties και τα 80ties είχαν πολλά να πουν. Φρέσκιες ιδέες, ποιοτική μουσική, καινούργια μουσικά κινήματα, επαναστατικές φόρμες, αυθεντικότητα. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στην τελευταία εικοσαετία, βρίσκεις λίγα πράγματα που να προκαλούν το ενδιαφέρον. Υπάρχουν σίγουρα κάποιες καλές μπάντες, όμως η πλειοψηφία είναι μάλλον βαρετή. Δεν είναι τυχαίο ότι οι παλιές μπάντες προσελκύουν όλο και μεγαλύτερο αριθμό νέων στις συναυλίες τους.
• Οι Uriah Heep θα δώσουν δυο συναυλίες στις 5 και 6 Φεβρουαρίου στην Ελλάδα με την εξής σύνθεση:
Bernie Shaw: vocals
Mick Box: guitar
Phil Lanzon: keyboards
Trevor Bolder: bass
Russell Glibrook: drums
• Θεσσαλονίκη, 5 Φεβρουαρίου στο Block 33.
Πληροφορίες: 2310-533533, didimusic.gr
• Αθήνα, 6 Φεβρουαρίου στο Gagarin 205.
Πληροφορίες: 210-8547600, didimusic.gr
Δείτε την επίσημη σελίδα των
Uriah Heep στο MySpace και ακούστε τα καλύτερα τραγούδια τους:
Βίντεο: «Lady in Black», από το LP «Salisbury» (1971)
Uriah Heep – Lady In Black (1971)
Ανέβηκε από moriganne.
Βίντεο: «Easy Livin’», από το LP «Demons and Wizards» (1972)
Uriah Heep-Easy Livin
Ανέβηκε από black-scorpions007. – Μουσικά videos, συνεντεύξεις καλλιτεχνών, κονσέρτα και άλλα.
Βίντεο: «The Wizard», από το LP «Demons and Wizards» (1972)
Uriah Heep – The Wizard
Ανέβηκε από newcanadian. – Μουσικά videos, συνεντεύξεις καλλιτεχνών, κονσέρτα και άλλα.