Εμβόλια: Γιατί κάποιοι εκδηλώνουν παρενέργειες – Τι μπορούν να κάνουν
Διαβάζεται σε 5'
Νέα μελέτη φωτίζει γιατί ορισμένοι εμφανίζουν εντονότερες παρενέργειες μετά τον εμβολιασμό και ποιος μηχανισμός του ανοσοποιητικού φαίνεται να παίζει καθοριστικό ρόλο.
- 05 Οκτωβρίου 2026 06:18
Γιατί κάποιοι άνθρωποι εμφανίζουν πυρετό, κόπωση ή άλλα συμπτώματα μετά τον εμβολιασμό, ενώ άλλοι δεν αισθάνονται σχεδόν τίποτα;
Μια νέα έρευνα από το Κέντρο Εμβολιολογίας του Πανεπιστημίου της Γενεύης (UNIGE) και το Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο της Γενεύης (HUG), στην Ελβετία, επιχειρεί να εξηγήσει αυτές τις διαφορές.
Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η ένταση των παρενεργειών μπορεί να συνδέεται με μικρές, αλλά ουσιαστικές, διαφοροποιήσεις στον τρόπο λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος κάθε ανθρώπου.
Η μελέτη δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science Translational Medicine, ενώ μέρος της χρηματοδότησής της προήλθε από τη φαρμακευτική και βιοτεχνολογική εταιρεία Moderna.
Ο Arnaud Didierlaurent, αναπληρωτής καθηγητής στο Κέντρο Εμβολιολογίας των UNIGE και HUG και στο Τμήμα Παθολογίας και Ανοσολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου της Γενεύης, εξηγεί ότι οι επιστήμονες γνώριζαν ήδη ορισμένους παράγοντες που επηρεάζουν την αντίδραση μετά τον εμβολιασμό, όχι όμως και τον ακριβή βιολογικό μηχανισμό.
«Γνωρίζουμε ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι τείνουν να εμφανίζουν λιγότερες αντιδράσεις μετά τον εμβολιασμό, λόγω της εξασθένησης της λειτουργίας του ανοσοποιητικού συστήματος με την πάροδο της ηλικίας, και ότι η δόση του εμβολίου μπορεί να επηρεάσει τη σοβαρότητα των παρενεργειών. Ωστόσο, οι βιολογικοί μηχανισμοί που εξηγούν αυτές τις ατομικές διαφορές στα συμπτώματα παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό άγνωστοι», σημείωσε.
Ο ρόλος της ιντερφερόνης
Στη μελέτη συμμετείχαν 51 υγιείς ενήλικες, με διάμεση ηλικία τα 43,5 έτη, οι οποίοι έλαβαν δύο δόσεις εμβολίου mRNA κατά της COVID-19.
Οι επιστήμονες παρακολούθησαν στενά τους συμμετέχοντες επί μία εβδομάδα μετά από κάθε δόση, καταγράφοντας τις παρενέργειες που εμφάνισαν.
Το βασικό εύρημα ήταν ότι οι διαφορές στην ένταση των συμπτωμάτων φαίνεται να σχετίζονται με ένα αντιικό αμυντικό σύστημα του οργανισμού που βασίζεται στην ιντερφερόνη.
Η Natacha Madelon, ανώτερη ερευνήτρια και διδάσκουσα στο Κέντρο Εμβολιολογίας και πρώτη συγγραφέας της μελέτης, ανέφερε ότι «ένα σύστημα αντιικής άμυνας που σχετίζεται με την ιντερφερόνη πιθανότατα εξηγεί τις διαφορές στις παρενέργειες από άνθρωπο σε άνθρωπο».
Η ιντερφερόνη είναι μια πρωτεΐνη που απελευθερώνουν τα κύτταρα όταν αντιλαμβάνονται την παρουσία ενός ιού. Ουσιαστικά λειτουργεί σαν «σήμα συναγερμού», προειδοποιώντας τα υπόλοιπα κύτταρα ώστε να προετοιμαστούν για την αντιμετώπιση του παθογόνου.
Ωστόσο, δεν ενεργοποιείται το ίδιο έντονα αυτός ο μηχανισμός σε όλους τους ανθρώπους.
Όπως εξήγησε η Madelon, «όσο πιο ενεργή είναι η φυσική απόκριση ενός ανθρώπου μέσω της ιντερφερόνης, ακόμη και πριν από τον εμβολιασμό, τόσο πιθανότερο είναι να εμφανίσει πιο έντονες αντιδράσεις μετά το εμβόλιο».
Αυτό συμβαίνει επειδή ο εμβολιασμός ενεργοποιεί το ανοσοποιητικό σύστημα και το «εκπαιδεύει» να αναγνωρίζει έναν συγκεκριμένο παθογόνο οργανισμό και να αντιδρά απέναντί του. Η ίδια αυτή ενεργοποίηση είναι που μπορεί να προκαλέσει προσωρινά συμπτώματα που θυμίζουν κρυολόγημα ή γρίπη, όπως πυρετό, μυαλγίες και κόπωση.
Γιατί η δεύτερη δόση μπορεί να προκαλεί εντονότερη αντίδραση
Για να κατανοήσουν καλύτερα τον μηχανισμό, οι ερευνητές πραγματοποίησαν συμπληρωματικά πειράματα σε ποντίκια.
Μετά την πρώτη δόση του εμβολίου, τα πειραματόζωα ανέπτυξαν αντισώματα, δηλαδή πρωτεΐνες που συμμετέχουν στην άμυνα απέναντι στις λοιμώξεις, ενώ παράλληλα ενεργοποιήθηκαν Τ-λεμφοκύτταρα που «έμαθαν» να αναγνωρίζουν τα αντίστοιχα αντιγόνα.
Όταν χορηγήθηκε η δεύτερη δόση, οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι η ήδη αποκτημένη ανοσία μπορούσε να ενεργοποιήσει πολύ γρήγορα και άλλα κύτταρα του ανοσοποιητικού, όπως τα μονοκύτταρα, προκαλώντας εντονότερη συνολική αντίδραση.
Η Clare Thompson, γενική ιατρός στην Cadogan Clinic του Λονδίνου, η οποία δεν συμμετείχε στην έρευνα, σχολίασε ότι «η νέα αυτή μελέτη δείχνει πως ορισμένοι άνθρωποι είναι εκ φύσεως περισσότερο επιρρεπείς σε βραχυπρόθεσμες αντιδράσεις μετά τον εμβολιασμό, επειδή το έμφυτο ανοσοποιητικό τους σύστημα εμφανίζει πιο έντονη απόκριση μέσω της ιντερφερόνης».
Σύμφωνα με την ίδια, παράγοντες όπως η γενετική προδιάθεση, το μικροβίωμα και προηγούμενες φλεγμονώδεις καταστάσεις ενδέχεται επίσης να επηρεάζουν αυτή την απόκριση, αν και απαιτείται περαιτέρω έρευνα για να αποσαφηνιστεί ο ρόλος τους.
Η Thompson υπογράμμισε, πάντως, ότι οι αντιδράσεις που καταγράφηκαν ήταν κατά κανόνα ήπιες και παροδικές και όχι σοβαρές επιπλοκές.
Τι μπορεί να κάνει κάποιος για να περιορίσει τις παρενέργειες από τα εμβόλια
Μέχρι σήμερα δεν υπάρχει τρόπος να προβλεφθεί με βεβαιότητα ποιος θα εμφανίσει εντονότερα συμπτώματα μετά τον εμβολιασμό ούτε να αποτραπεί εκ των προτέρων αυτή η ανοσολογική αντίδραση.
«Οι περισσότερες παρενέργειες των εμβολίων υποχωρούν μέσα σε λίγες ημέρες. Η ξεκούραση, η καλή ενυδάτωση και απλά μέτρα, όπως η λήψη παρακεταμόλης όταν κρίνεται κατάλληλη, μπορούν να βοηθήσουν στην αντιμετώπιση των συμπτωμάτων», ανέφερε η Thompson.
Η γιατρός τόνισε ακόμη ότι η ένταση των παρενεργειών δεν αποτελεί μέτρο της αποτελεσματικότητας του εμβολίου. Με άλλα λόγια, το γεγονός ότι κάποιος εμφανίζει έντονες αντιδράσεις δεν σημαίνει ότι το εμβόλιο «πιάνει» καλύτερα, όπως και η απουσία συμπτωμάτων δεν σημαίνει ότι προσφέρει μικρότερη προστασία.
Η μελέτη επίσης δεν εντόπισε κάποια συγκεκριμένη ομάδα ανθρώπων που θα πρέπει να αποφεύγει τον εμβολιασμό.
Τα ευρήματα αφορούν κυρίως προσωρινές αντιδράσεις μετά από εμβολιασμό με mRNA κατά της COVID-19. Οι ερευνητές εξακολουθούν να εξετάζουν κατά πόσο ο ίδιος μηχανισμός ισχύει και για άλλα εμβόλια, μεταξύ των οποίων και εκείνα κατά της γρίπης.
Προς το παρόν, όσοι γνωρίζουν ή υποψιάζονται ότι μπορεί να παρουσιάσουν σοβαρή αλλεργική αντίδραση σε κάποιο συστατικό εμβολίου θα πρέπει να συμβουλεύονται γιατρό πριν από τον εμβολιασμό.