Στη δίνη της ύφεσης
Επιταχύνθηκε, στο πρώτο τρίμηνο του 2009, ο ρυθμός συρρίκνωσσης της ευρωπαϊκής οικονομίας. Οριακή αύξηση του ΑΕΠ στην Ελλάδα
- 15 Μαΐου 2009 12:09
Επιταχύνθηκε, στο πρώτο τρίμηνο του 2009, ο ρυθμός συρρίκνωσης τόσο της οικονομίας της ευρωζώνης όσο και της ευρωπαϊκής οικονομίας, σύμφωνα με τις πρώτες εκτιμήσεις που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα η Eurostat.
Στο τρίμηνο Ιανουαρίου-Μαρτίου του 2009, το ΑΕΠ της ευρωζώνης εκτιμάται ότι συρρικνώθηκε σε ποσοστό 2,5%, σε σχέση με το τρίμηνο Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου του 2008, στο οποίο είχε καταγραφεί συρρίκνωση 1,6%, σε σχέση με το τρίτο τρίμηνο πέρυσι.
Κατά το ίδιο ποσοστό εκτιμάται ότι συρρικνώθηκε, σε τριμηνιαία βάση, το ΑΕΠ της Ευρώπης των 27 (στο τελευταίο τρίμηνο του 2008 το ΑΕΠ είχε καταγράψει συρρίκνωση 1,5%, σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο).
Σε ετήσια βάση, το ΑΕΠ της ευρωζώνης συρρικνώθηκε σε ποσοστό 4,6% και το ΑΕΠ της Ευρώπης των 27 κατά 4,4% (στο τελευταίο τρίμηνο του 2008, είχε καταγραφεί συρρίκνωση του ΑΕΠ σε ποσοστό 1,4% τόσο στην ευρωζώνη όσο και στην Ευρωπαϊκή Ενωση σε ετήσια βάση).
Το αμερικανικό ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 1,6% στο πρώτο τρίμηνο του 2009, σε σχέση με το τέταρτο τρίμηνο του 2008 και κατά 2,6%, σε σχέση με το πρώτο τρίμηνο του 2008. Στο τρίμηνο Οκτωβρίου-Δεκεμβρίου του 2008, είχε καταγραφεί συρρίκνωση 1,6%, σε τριμηνιαία βάση και κατά 0,8%, σε ετήσια βάση.
Οριακή αύξηση του ΑΕΠ για την Ελλάδα
Οριακή αύξηση 0,3% σημείωσε το ΑΕΠ το πρώτο τρίμηνο του 2009, σε σχέση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2008 και μείωση κατά 1,2% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο (δ’ τρίμηνο 2008).
Σύμφωνα με την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (ΕΣΥΕ) η επιβράδυνση του ρυθμού ανάπτυξης οφείλεται στη σημαντική μείωση των εξαγωγών και των επενδύσεων.
Επίσης η ΕΣΥΕ ανακοίνωσε ότι η συνολική καταναλωτική δαπάνη λόγω της δημόσιας κατανάλωσης παρουσίασε οριακή αύξηση, η οποία σε συνδυασμό με τη σημαντική μείωση των εισαγωγών συνέβαλαν θετικά στην εξέλιξη.
Την προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων που βρίσκονται σε εκκρεμότητα τα τελευταία χρόνια, αλλά και τη λήψη άμεσων μέτρων ζήτησε ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος Γιώργος Προβόπουλος.
Προβόπουλος: “Μεταρρυθμίσεις τώρα”
Μιλώντας το απόγευμα στο Βόλο, στη διάρκεια της Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης Βιομηχανιών Θεσσαλίας και Κεντρικής Ελλάδος, ο κ. Προβόπουλος πρότεινε την υιοθέτηση μίας στρατηγικής η οποία θα κινείται σε τρεις άξονες, για την άμβλυνση των αρνητικών επιπτώσεων της κρίσης και την επίσπευση της ανάκαμψης
Παράλληλα, ο κ Προβόπουλος επέρριψε ευθύνες για τη σημερινή κατάσταση της οικονομίας “στον διαχρονικό εφησυχασμό και τη διστακτικότητα της οικονομικής πολιτικής να προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις”, όπως είπε. Πρόσθεσε ότι οι υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης που εμφάνιζε τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία στηρίζονταν σε συγκυριακούς παράγοντες και ανέφερε ότι “προκοπή και ευημερία δεν γίνεται με τον υπερδανεισμό και τη συσσώρευση χρεών.”
Ο ίδιος επεσήμανε ότι η παρούσα κρίση μπορεί να αποτελέσει την αφορμή για την αλλαγή του υφιστάμενου καταναλωτικού προτύπου που ανάδειξε την κατανάλωση ως την υπέρτατη κοινωνική αξία.
Συνέστησε την άμεση προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων που βρίσκονται σε εκκρεμότητα τα τελευταία χρόνια. Πρόσθεσε όμως ότι ασφαλώς χρειάζονται και άμεσα μέτρα. Πρότεινε την υιοθέτηση ενός συνολικού σχεδίου, το οποίο θα πρέπει να αποβλέπει όχι μόνο στη θεραπεία των δημοσιονομικών ανισορροπιών αλλά και των χρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών, που σταθερά τροφοδοτούν και διογκώνουν τα εσωτερικά και εξωτερικά μας ελλείμματα.
Η πολιτική αυτή θα έχει δύο προτεραιότητες. Πρώτον, τη δημοσιονομική προσαρμογή, κυρίως με μέτρα μόνιμου χαρακτήρα και δεύτερον, την τόνωση της επιχειρηματικότητας, της εξωστρέφειας και της ανταγωνιστικότητας, με τολμηρές διαρθρωτικές παρεμβάσεις.
Μεγάλο βάρος πέφτει βεβαίως στη δημοσιονομική πολιτική, η οποία, όπως είπε, καλείται να θεραπεύσει χρόνιες αγκυλώσεις και υστερήσεις. Επεσήμανε δε ότι λόγω και των λανθασμένων επιλογών του παρελθόντος, η δημοσιονομική πειθαρχία είναι σήμερα απολύτως αναγκαία όχι μόνο για να τηρηθούν οι κανόνες του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης, αλλά, κυρίως, για να εμπνεύσουμε εμπιστοσύνη στις αγορές και να βελτιωθούν οι όροι εξωτερικού δανεισμού.
Σε ύφεση η Γαλλία και επισήμως
Η γαλλική οικονομία εισήλθε επισήμως σε ύφεση, καθώς η στατιστική υπηρεσία της χώρας ανακοίνωσε συρρίκνωση του ΑΕΠ κατά 1,2% για το πρώτο τρίμηνο του 2009, ύστερα από συρρίκνωση 1,5% το τέταρτο τρίμηνο του 2008.
Θα πρέπει να σημειωθεί ότι για να θεωρηθεί ότι η οικονομία μίας χώρας βρίσκεται σε ύφεση, θα πρέπει να έχει καταγραφεί υποχώρηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) για δύο συνεχή τρίμηνα.
Η Γαλλία είχε καταγράψει αύξηση του ΑΕΠ της το τρίτο τρίμηνο του 2008 κατά 0,1%, ωστόσο τα νεότερα αποτελέσματα που δημοσίευσε η στατιστική υπηρεσία ΙΝSEE δείχνουν ότι στην πραγματικότητα η γαλλική οικονομία είχε συρρικνωθεί κατά 0,2% εκείνο το τρίμηνο, ύστερα από συρρίκνωση κατά 0,4% το προηγούμενο τρίμηνο, είχε δηλαδή ουσιαστικά δηλαδή εισέλθει σε ύφεση από τον Οκτώβριο του 2008.
Υποχώρηση του ΑΕΠ κατά 2,8% σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο ανακοίνωσε και η Αυστρία, ενώ σε ετήσια βάση η υποχώρηση ανέρχεται στο 3,6%.
Την ίδια στιγμή, συρρίκνωση του ΑΕΠ για το πρώτο τρίμηνο του 2009 ανακοίνωσαν η Ολλανδία (με ποσοστό ρεκόρ 4,5% από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο), η Ιταλία (2,8%), η Τσεχία (3,4%), η Ουγγαρία (2,3%) και η Ρουμανία (2,6%).
Ο πληθωρισμός στην ΕΕ
Σταθεροποιήθηκε στο 0,6% ο ετήσιος πληθωρισμός στην ευρωζώνη τον περασμένο Απρίλιο, μη σημειώνοντας μεταβολή σε σχέση με το Μάρτιο, σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε σήμερα στη δημοσιότητα η Eurostat.
Τον Απρίλιο του 2008, ο ετήσιος πληθωρισμός είχε διαμορφωθεί στο 3,3%. Σε σχέση με τον Μάρτιο του 2009, ο πληθωρισμός σημείωσε, τον περασμένο Απρίλιο, άνοδο 0,4%.
Στην Ευρώπη των 27, ο ετήσιος πληθωρισμός διαμορφώθηκε, τον Απρίλιο του 2009, στο 1,2%, υποχωρώντας από το 1,3% του περασμένου Μαρτίου. Ενα χρόνο νωρίτερα, ο ετήσιος πληθωρισμός είχε διαμορφωθεί στο 3,6%. Σε μηναία βάση, ο πληθωρισμός σημείωσε, τον περασμένο Απρίλιο, άνοδο 03%.
Ο χαμηλότερος ετήσιος πληθωρισμός κατεγράφη, τον Απρίλιο του 2009, στην Ιρλανδία (-0,7%), ακολουθούμενη από την Πορτογαλία (-0,6%) και το Λουξεμβούργο (-0,3%) και ο υψηλότερος στη Ρουμανία (6,5%), ακολουθούμενη από τη Λετονία και τη Λιθουανία (5,9% και στις δύο χώρες).