Πέντε προτάσεις για θερινό σινεμά στο μπαλκόνι
Θερινό σινεμά στο μπαλκόνι, παρέα, DVD, φαγητό, ποτά, καλή διάθεση. Και δέκα ταινίες να διαλέξεις και είκοσι και πενήντα, άλλες εκατό θα μείνουν απ...
- 08 Αυγούστου 2009 00:01
Θερινό σινεμά στο μπαλκόνι, παρέα, DVD, φαγητό, ποτά, καλή διάθεση. Και δέκα ταινίες να διαλέξεις και είκοσι και πενήντα, άλλες εκατό θα μείνουν απʼ έξω. Κάλλιο 5 και στο χέρι λοιπόν, τόσο υποκειμενικά, όσο δεν γίνεται άλλο.
The Party (1968)
Βlake Edwards
Το τρίγωνο της αμαρτίας , Edwards – Sellers – Mancini , τι να σου κάνει μετά το Βερμούδων ή του Πανοράματος ή της Mόνικα (μία είναι η Μόνικα), τέλος πάντων ένα απ όλα που μπαίνεις μέσα τους και ξεχνιέσαι με τις ώρες ή με τους μήνες, για να πούμε με λίγα λόγια την ιστορία σε όσους αγεωγράφητους δεν κατασκήνωσαν ποτέ ως σήμερα σε μια σκηνή του Party, ο Edwards γράφει τον πρόλογο της ιστορίας του lounge με ανεξίτηλο στο χρόνο Technicolor, τόσο ανεξίτηλο όσο και το bollywood δέρμα του Sellers. Έκτοτε λίγες περσόνες σαν τον Hrundi V. Bakshi έβγαλαν αβίαστα τόσο γέλιο χωρίς να πέφτουν στο λάκκο της χοντροκομμένης φυλετικής καρικατούρας. Για καιρό μετά ήμουν σχεδόν σίγουρος πως στις φλέβες του Sellers πρέπει να κυλούσε και λίγο Hindu αίμα, μέχρι που είδα και τον Κλουζώ και βαρέθηκα να υπολογίζω μεταγγίσεις. Δεν είναι τυχαίο ότι ουδείς τόλμησε να σκεφτεί καν remake.
Tρώμε: ένα Birdie Num Num tandoori (ελλείψει αυτού κουτσοβολευόμαστε και με κοτοπουλάκι) , μερικά papadams και πολλές χαρτοπετσέτες γιατί θα πετάγεται το tandoori απ’ το στόμα κάθε τρεις και λίγο με όσα θα βλέπουν τα ματάκια μας και θ’ακούνε τα τυχερά αυτιά μας. Εντάξει howdy partiner ?
Πίνουμε: θα έλεγα ένα martini που ταιριάζει με το κλίμα αλλά δεν πρόκειται να μείνει ποτήρι αρτιμελές όσο θα χτυπιόμαστε , οπότε καλύτερα μερικές παγωμένες Kingfisher για να πάνε κάτω τα δάκρυα.
Dirty Rotten Scoundrels (1988)
Frank Oz
Μακράν ρόλος-signature του Στιβ Μάρτιν που κατά τα άλλα μου φέρνει-για ανεξήγητους λόγους-μια ελαφρά δυσκοιλιότητα, εδώ όμως κεντάει σταυροβελονιά στο πλευρό του Μάικλ Κέιν για τον οποίο είναι περιττό να γράψω πως δεν έχω κακό λόγο ακόμη κι αν αποφασίσει να παίξει το WC στο τρίτο remake του Sleuth. Η ταινία είναι φιλμαρισμένη στη Riviera (μία είναι η Riviera), έχει σκηνοθέτη που δεν καίει το φαγητό, στόρυ που σε στέλνει πίσω στα φιφτισίξτις (ίσως μόνον ένας Μονιτσέλι θα μπορούσε να δέσει εξίσου καλά το γλυκό) και ένα ντουέτο που η χημεία του είναι sos θέμα για σεμινάρια. Ο ελληνικός τίτλος «Aπατεώνες & Τζέντλεμεν» είναι βέβαια βαθιά αποπροσανατολιστικός, καθώς ναι μεν τα δυο τσακάλια φωτογραφίζουν στην εντέλεια χαρακτήρες και συμπεριφορές classy και street παπατζήδων από τις δυο όχθες του Ατλαντικού αλλά όταν πέφτουν οι τίτλοι τέλους κανείς δεν θα ζητήσει τα λεφτά του πίσω, χαλάλι οι άδειες τσέπες μας και το γεμάτο δίωρο.
Τρώμε: με πιρούνια που έχουν φελλό καρφωμένο πάνω τους για να αποφύγουμε ατυχήματα λόγω ευρηματικών αναταράξεων. Εναλλακτικά ανοίγουμε δυο πατέ (ένα είναι το πατέ) , φρυγανίζουμε ψωμί και – όπως λέει κι ο Freddy Benson- “we’ve got culture coming out of our ass”.
Πίνουμε: ένα ροζέ της περιοχής. Aν η περιοχή που βρίσκεται το μπαλκόνι σας δεν παράγει ροζέ, πίνουμε ό,τι σοδειάς 1976 βρίσκεται στο ψυγείο.
Rear Window (1954)
Alfred Hitchcock
Και ποιος είμαι εγώ ο τιποτένιος που θα τολμήσω να γράψω οτιδήποτε για την ταινία αυτή;Mόνο τους τρεις λόγους που την διάλεξα για εδώ θα πω και θα εξαφανιστώ στη μετριότητά μου :
-Κλασσικός καλοκαιρινός εφιάλτης, γύρω-γύρω παράθυρα, ακάλυπτοι, μπαλκόνια και στη μέση ο Jimmy Stewart πάνω σε αναπηρικό καροτσάκι. Δηλαδή εσύ, crippled life.
-Κλασσικός καλοκαιρινός εφιάλτης, η Grace Kelly σκύβει να σε φιλήσει στο στόμα και ξυπνάς βλέποντας πως δεν παντρεύτηκες την Grace Kelly. Oύτε καν την μεγάλη κόρη της.
-Κλασσικός καλοκαιρινός εφιάλτης, ποτέ η ζωή σου σε ένα μπαλκόνι δεν θα έχει έναν Hitchcock να της δώσει μια στάλα χρώμα. Έστω μαύρο.
Για το remake και τις ταινίες κλώνους (ξεδιάντροπος-αν και καλός- De Palma στο “Διχασμένο Κορμί”) αρνούμαι να συζητήσω. Έχει και η μεγαλοσύνη τα όριά της.
Τρώμε: bavette με pesto alla Genovese ή – για πιο casual – linguini με μελάνι σουπιάς, συγγνώμη αλλά όταν βλέπω την Grace Kelly απέναντι δεν μπορώ να με σκέφτομαι να κάνω μακροβούτια στα hamburgers.
Πίνουμε: ένα καλό Merlot ή – στην χειρότερη των περιπτώσεων- ένα τίμιο Syrah ή Shiraz ή όπως αλλιώς το βάφτισε η μανούλα του. Με μέτρο όμως, μέχρι τη σκηνή που τον φιλάει η Grace. Mετά πνίξτε τον πόνο σας μέσα του.
Charade (1963)
Stanley Donen
Ταινίες με την κοψιά του Cary Grant και τη φάτσα της Audrey Hepburn δεν φτιάχνονται πια. Μια ιερόσυλη σκέψη πως στη θέση του Grant θα μπορούσε να είναι – οριακά- ο Clooney τσαλακώθηκε όταν στο λήμμα «χαρούμενο μουτράκι» βρήκα ξανά την Audrey Tautou και κάτι ούρλιαξε μέσα μου «όχι άλλη Tautou ρε πούστη μου!». Εν πάση περιπτώσει, το θέμα μας δεν είναι η εν λόγω αλλά ευλόγως παρασύρθηκα καθώς η ταινία έχει μπόλικη δόση Παρισίων, ρομάντζα, αγωνιούλα, CIA, ωραία κοστούμια , λίγο –πιο- μπερδεμένο –από- ότι -ένας –βραδινός- καύσωνας- θα επέτρεπε- σενάριο αλλά it’s ok , και – ω ναι !- Henry Mancini στο σάουντρακ. Από τη μέρα που την πρωτοείδα αγωνιζόμουν να κλείσω δωμάτιο στο ξενοδοχείο που είναι το φυσικό ντεκόρ του μεγαλύτερου μέρους της ( Hotel Saint-Jacques) μέχρι που απηύδησα γιατί υπάρχουν και πιο κολλημένοι με την ταινία από μένα που φτάνουν και περισσεύουν για να είναι fully booked το ξενοδοχείο επί μισόν αιώνα και βολεύτηκα με το Hotel des Croises Langlois στο οποίο διαδραματίζεται το remake του σιωπηλού αμνού Jonathan Demme και μη με ρωτάτε τίποτε γι αυτό γιατί διαπίστωσα πως καλύτερα η Tautou παρά η Thandi Newton, έλεος , ξύπνησε ο Δανίκας μέσα μου και πώς τον βάζεις για ύπνο τώρα ?
Tρώμε: croque-monsieur , άντε και croque-madame για όσους γενναίους μπορούν να καταπίνουν τηγανητά αβγά νυχτιάτικα, ύστερα το σασπένς της ταινίας μας μάρανε.
Πίνουμε: εμφιαλωμένο νερό. Evian, Volvic , Valvert , τέτοια πράγματα. Στο τσακίρ κέφι ανοίγουμε και κανένα Perrier. Άντε γιατί αλκοολικοί θα καταντήσουμε με τέτοια ύπουλα άρθρα.
Manhattan (1979)
Woody Allen
Και τι δουλειά έχει μια ταινία που ξεκινά με χιόνια, πανωφόρια, μαύρο ουρανό και γκρι κτίρια καταμεσής θέρους ; Αν έχει Woody Allen τα πάντα συγχωρούνται, ακόμη κι αν έπαιζε η Σκάρλετ Γιόχανσον, τότε απλά η Σκάρλετ ήταν με τις πάνες κι αυτός είχε ένα κόλλημα με την Μάριελ Χεμινγουέι και το – αιώνιο- blackout που του προκαλούσε η Diane Keaton , η Νέα Υόρκη και το άγχος του τι κάνουμε στη ζωή αυτή και ποιοι είναι οι 10 λόγοι για να ζει κανείς και απορώ πώς δεν το πιασε κανείς αυτό να το κάνει λίστα για το Μen24. Όποιος διασταυρώθηκε με τις ασπρόμαυρες εικόνες του θα καταλάβει, το ίδιο και όσοι για πρώτη φορά ήρθαν φάτσα με τις μουσικές του Gershwin. Εντελώς κλισέ το να γράψω «κλασσικός Woody» αλλά ακριβώς περί αυτού πρόκειται και μερικές φορές τα κλισέ είναι ωραία δεκανίκια όταν κοντεύεις να τελειώσεις ένα κείμενο που σε έκανε δέκα φορές να θέλεις να κλείσεις το notebook και να τρέξεις στο DVD, να παραγγείλεις μια πίτσα απ’ όλα , να πάρεις αγκαλιά μια κρύα μπύρα , να απλώσεις τα πόδια πάνω στο τραπέζι , να απομονωθείς από τις φωνές των γειτόνων και τη φασαρία του δρόμου από κάτω , να πατήσεις play και να γίνεις ένας χρωματιστός ασπρόμαυρος άνθρωπος κι εσύ. Being Woody Allen. Σε ένα μπαλκόνι, μια καλοκαιρινή νύχτα. Να ένας ακόμη λόγος για να αγαπά κανείς τη ζωή.
Τρώμε: pizza. Να δουλέψει και κανένα delivery. Να δούμε σινεμά στο μπαλκόνι είπαμε, όχι να αφήσουμε τα κόκκαλά μας στην κουζίνα.
Πίνουμε: μπύρες.Από το ψυγείο κατευθείαν στο στόμα μας.Να ένας ακόμη λόγος για να αγαπά κανείς το ψυγείο του.