Το διαδίκτυο δεν είναι αέρας. Είναι εργοστάσια που καίνε ολοένα περισσότερη ενέργεια

Διαβάζεται σε 8'
Το διαδίκτυο δεν είναι αέρας. Είναι εργοστάσια που καίνε ολοένα περισσότερη ενέργεια
ISTOCK

Η ψηφιακή ρύπανση δεν είναι η πιο θεαματική μορφή περιβαλλοντικού προβλήματος. Είναι όμως εκεί.

Κάθε βράδυ, κάπου ανάμεσα στο «να δούμε ένα ακόμη επεισόδιο;» και στο doomscrolling πριν τον ύπνο, η ψηφιακή μας ζωή μοιάζει σχεδόν άυλη. Δεν μυρίζει καυσαέριο, δεν αφήνει πλαστικά στο τραπέζι, δεν γεμίζει τον κάδο των απορριμμάτων μας. Ένα βίντεο στο Netflix, μερικά stories στο Instagram, φωτογραφίες που ανεβαίνουν αυτόματα στο cloud account μας, ένα inbox που έχει μέσα emails από το 2017, αρχεία που δεν ανοίξαμε ποτέ ξανά. Όλα μοιάζουν ανάλαφρα και σχεδόν ανύπαρκτα. Μόνο που το internet δεν είναι αέρας και σύννεφα. Είναι κτίρια. Είναι servers. Είναι καλώδια στον βυθό της θάλλασας, routers, συστήματα ψύξης, γεννήτριες, μπαταρίες, racks γεμάτα μηχανήματα που δουλεύουν ασταμάτητα για να υπάρχει αυτό το μικρό κυκλάκι που λέει «sync completed».

Αυτό είναι το παράδοξο της εποχής μας: όσο πιο «καθαρή» μοιάζει η εμπειρία στην οθόνη, τόσο πιο εύκολο είναι να ξεχάσουμε την υλική της πλευρά. Η ψηφιακή ρύπανση δεν φαίνεται, γιατί συμβαίνει μακριά από εμάς. Δεν τη βλέπουμε όταν πατάμε play. Δεν τη νιώθουμε όταν αποθηκεύουμε 4.000 σχεδόν ίδιες φωτογραφίες από ένα ταξίδι. Δεν την ακούμε όταν ένα email με τεράστιο συνημμένο αντιγράφεται, σκανάρεται, αποθηκεύεται και μένει για χρόνια σε κάποιο data center. Κι όμως, πίσω από κάθε φαινομενικά ασήμαντη ψηφιακή κίνηση υπάρχει ενέργεια. Και πίσω από την ενέργεια, ανάλογα με το πώς παράγεται, υπάρχει διοξείδιο του άνθρακα.

Τα data centers είναι η αόρατη υποδομή της καθημερινότητάς μας. Εκεί ζουν οι φωτογραφίες μας, τα backups, τα βίντεο που βλέπουμε, τα αρχεία της δουλειάς, τα μηνύματα, οι AI υπηρεσίες που αρχίζουμε να χρησιμοποιούμε όλο και περισσότερο. Σύμφωνα με την International Energy Agency, η παγκόσμια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας από data centers προβλέπεται να διπλασιαστεί έως το 2030, φτάνοντας περίπου τις 945 TWh, δηλαδή λίγο κάτω από το 3% της παγκόσμιας κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας. Η ίδια ανάλυση αναφέρει ότι από το 2024 έως το 2030 η κατανάλωση των data centers αυξάνεται περίπου 15% τον χρόνο, πάνω από τέσσερις φορές ταχύτερα από τη συνολική αύξηση της κατανάλωσης ηλεκτρικής ενέργειας στους υπόλοιπους τομείς.

ISTOCK

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε φορά που βλέπουμε ένα βίντεο «σκοτώνουμε το περιβάλλον και τον πλανήτη». Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη και, ακριβώς γι’ αυτό είναι και πιο ενδιαφέρουσα. Το αποτύπωμα μιας ψηφιακής ενέργειας εξαρτάται από πολλά πράγματα: από το πόσο αποδοτικό είναι το data center, από το ενεργειακό μείγμα της χώρας όπου λειτουργεί, από το αν η υπηρεσία χρησιμοποιεί ανανεώσιμες πηγές, από τη συσκευή μας, από τη σύνδεση, από τη διάρκεια χρήσης. Το streaming, για παράδειγμα, έχει συχνά παρουσιαστεί σαν ο μεγάλος «κακός» της ψηφιακής εποχής. Όμως η μελέτη του Carbon Trust για το video streaming εκτίμησε ότι στην Ευρώπη μία ώρα streaming αντιστοιχεί περίπου σε 55 γραμμάρια CO₂e, με την επισήμανση ότι υπάρχουν μεγάλες διακυμάνσεις και αβεβαιότητες ανάλογα με τις συνθήκες.

Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι απαραίτητα το ένα επεισόδιο. Είναι η κλίμακα. Είναι τα δισεκατομμύρια επεισόδια, βίντεο, reels, livestreams και autoplay clips που παίζουν καθημερινά. Είναι το γεγονός ότι το internet σχεδιάστηκε για να είναι πάντα διαθέσιμο, πάντα γρήγορο, πάντα έτοιμο. Και αυτό το «πάντα» έχει κόστος. Η ψηφιακή εμπειρία που έχουμε μάθει να θεωρούμε δεδομένη απαιτεί μια βιομηχανική υποδομή που δεν κοιμάται ποτέ.

Το cloud είναι ίσως το πιο ποιητικό ψέμα της τεχνολογίας. Η λέξη παραπέμπει σε κάτι ανάλαφρο, αέρινο, σχεδόν φυσικό. Στην πράξη, όμως, το cloud είναι ο υπολογιστής κάποιου άλλου. Ή, πιο σωστά, χιλιάδες υπολογιστές κάποιου άλλου, τοποθετημένοι σε εγκαταστάσεις με τεράστιες ενεργειακές ανάγκες. Όταν το κινητό μας ανεβάζει αυτόματα κάθε φωτογραφία, κάθε βίντεο 4K, κάθε screenshot που τραβήξαμε κατά λάθος, αυτά τα δεδομένα δεν εξαφανίζονται σε κάποιο μαγικό ψηφιακό σύμπαν. Αντιγράφονται, αποθηκεύονται, προστατεύονται με εφεδρικά συστήματα, ταξιδεύουν ανάμεσα σε servers και παραμένουν διαθέσιμα όποτε τα ζητήσουμε.

Εδώ βρίσκεται και μια από τις πιο ύπουλες μορφές ψηφιακής σπατάλης: η αποθήκευση πραγμάτων που δεν χρειαζόμαστε. Τα διπλά αρχεία. Τα αχρείαστα backups. Τα screenshots από εισιτήρια που έληξαν πριν από τρία χρόνια. Τα βίντεο που τραβήξαμε «για να υπάρχουν» και δεν ξαναείδαμε ποτέ. Σε ατομικό επίπεδο, το αποτύπωμα μοιάζει μικρό. Σε συλλογικό επίπεδο, όμως, μετατρέπεται σε διαρκή ζήτηση για περισσότερο αποθηκευτικό χώρο, περισσότερα data centers, περισσότερη ψύξη, περισσότερη ενέργεια.

Και μετά είναι τα emails. Το πιο βαρετό, καθημερινό, σχεδόν αθώο κομμάτι της ψηφιακής ζωής. Ένα «ευχαριστώ», ένα newsletter που δεν ανοίξαμε ποτέ, ένα thread με 12 άτομα σε cc, ένα αρχείο που στέλνεται ξανά και ξανά αντί για ένα link. Οι εκτιμήσεις για το αποτύπωμα των emails διαφέρουν αρκετά, επειδή εξαρτώνται από τη συσκευή, το μέγεθος, τον χρόνο ανάγνωσης και το αν υπάρχουν συνημμένα. Η Carbon Literacy Project, αναφερόμενη στον Mike Berners-Lee, σημειώνει ότι τα emails θα μπορούσαν να αντιστοιχούν έως και σε 150 εκατ. τόνους CO₂e ετησίως για το 2019, περίπου 0,3% του παγκόσμιου ανθρακικού αποτυπώματος, με βάση συγκεκριμένες παραδοχές για spam, χρήσιμα emails και χρόνο ανάγνωσης. Νεότερες αναφορές δίνουν πολύ χαμηλότερες τιμές για ένα σύντομο email, όπως 0,2–0,3 g CO₂e, αλλά πολύ υψηλότερες για μεγαλύτερα emails ή emails με πολλούς παραλήπτες.

Το ενδιαφέρον εδώ δεν είναι να νιώσουμε ενοχές για κάθε μήνυμα. Είναι να καταλάβουμε ότι η καθαριότητα στο «ψηφιακό μας νοικοκυριό» έχει σημασία. Όπως δεν αφήνουμε το φως ανοιχτό σε ένα άδειο δωμάτιο, έτσι ίσως πρέπει να αρχίσουμε να σκεφτόμαστε και το inbox μας, το cloud και το streaming history μας ως χώρους με κατανάλωση.

Οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες το γνωρίζουν καλά. Γι’ αυτό βλέπουμε συνεχώς ανακοινώσεις για καθαρή ενέργεια, πιο αποδοτικά data centers, καλύτερα συστήματα ψύξης και επενδύσεις σε ανανεώσιμες πηγές. Η Google, για παράδειγμα, αναφέρει στο Environmental Report του 2025 ότι το 2024 μείωσε τις εκπομπές ενέργειας των data centers της κατά 12%, παρά την αυξανόμενη ζήτηση, ενώ παράλληλα προμηθεύτηκε πάνω από 8 GW καθαρής ενέργειας. Αυτές οι κινήσεις είναι σημαντικές, αλλά δεν ακυρώνουν το βασικό ερώτημα: πόσο γρήγορα αυξάνεται η ζήτηση σε σχέση με το πόσο γρήγορα γίνεται πιο καθαρή η υποδομή;

ISTOCK

Η τεχνητή νοημοσύνη κάνει αυτή τη συζήτηση ακόμη πιο επείγουσα. Τα AI εργαλεία φέρνουν νέες δυνατότητες, αλλά και νέο όγκο εργασίας στα data centers. Η IEA ανέφερε ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας από data centers αυξήθηκε 17% το 2025, ενώ τα AI-focused data centers αυξήθηκαν με ακόμα μεγαλύτερο ρυθμό, ξεπερνώντας κατά πολύ την αύξηση της παγκόσμιας ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας. Με άλλα λόγια, η συζήτηση για το ψηφιακό αποτύπωμα δεν αφορά πια μόνο το streaming και τα emails. Αφορά το μέλλον της υπολογιστικής ισχύος.

Τι μπορούμε να κάνουμε, λοιπόν, χωρίς να επιστρέψουμε στην εποχή του fax και του telex; Η απάντηση δεν είναι να σταματήσουμε να χρησιμοποιούμε την τεχνολογία. Είναι να τη χρησιμοποιούμε πιο έξυπνα. Να κατεβάζουμε αντί να stream-άρουμε όταν βλέπουμε ξανά και ξανά το ίδιο περιεχόμενο. Να καθαρίζουμε ανά περιόδους τα αρχεία μας στο cloud και και στα εισερχόμενα στο email μας. Να διαγράφουμε διπλές φωτογραφίες και μεγάλα αρχεία που δεν χρειαζόμαστε. Να στέλνουμε links αντί για μεγάλα attachments. Να απενεργοποιούμε την λειτουργία auto-backup για φακέλους που γεμίζουν με άχρηστο υλικό. Να κρατάμε τις συσκευές μας περισσότερο καιρό, γιατί το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της κατασκευής τους είναι συχνά μεγαλύτερο από όσο νομίζουμε. Και, κυρίως, να απαιτούμε από τις πλατφόρμες διαφάνεια: πόση ενέργεια χρησιμοποιούν, από πού προέρχεται, πόσο αποδοτικές είναι οι υποδομές τους.

Η ψηφιακή ρύπανση δεν είναι η πιο θεαματική μορφή περιβαλλοντικού προβλήματος. Δεν έχει εικόνα στα δελτία ειδήσεων. Δεν ξεβράζεται σε παραλίες. Δεν φαίνεται στον ουρανό. Είναι όμως εκεί, ενσωματωμένη σε κάθε μικρή ευκολία που κάνει τη ζωή μας πιο γρήγορη, πιο άνετη, πιο συνδεδεμένη. Το ζητούμενο δεν είναι να φοβηθούμε το cloud, το streaming ή την τεχνητή νοημοσύνη. Είναι να σταματήσουμε να τα θεωρούμε άυλα.

Γιατί τελικά το internet δεν είναι κάπου «εκεί στον αέρα». Είναι εδώ. Σε εργοστάσια δεδομένων, σε καλώδια, σε ρεύμα, σε νερό για ψύξη, σε άνθρακα που δεν βλέπουμε. Και ίσως το πρώτο βήμα για να μειώσουμε το αόρατο αποτύπωμά μας είναι απλώς να το καταλάβουμε και να το κάνουμε «ορατό».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα