Τι χρειάζεται για να επιλεγεί κάποιος ως διαιτητής Παγκοσμίου Κυπέλλου

Διαβάζεται σε 12'
Τι χρειάζεται για να επιλεγεί κάποιος ως διαιτητής Παγκοσμίου Κυπέλλου
AP Photo Jessica Tobias

Πίσω από τη λάμψη των μεγάλων γηπέδων, οι διαιτητές που φτάνουν στο Παγκόσμιο Κύπελλο διανύουν μια εξαντλητική διαδρομή γεμάτη θυσίες.

Ενώ διεξάγονται με κάθε επισημότητα οι φάσεις του Παγκοσμίου Κυπέλλου, μια άλλη ομάδα ανθρώπων έχει διανύσει μια εξίσου επίπονη και εξαντλητική διαδρομή για να φτάσει στη μεγαλύτερη ποδοσφαιρική σκηνή του πλανήτη: οι διαιτητές.

Φέτος, η FIFA επέλεξε 52 διαιτητές, 88 βοηθούς και 30 διαιτητές VAR. Αυτή η “στρατιά” των 170 ατόμων είναι η μεγαλύτερη που έχει καταγραφεί ποτέ στην ιστορία των Μουντιάλ, καθώς η διευρυμένη μορφή της διοργάνωσης περιλαμβάνει πλέον τον αριθμό-ρεκόρ των 48 ομάδων και των 104 αγώνων.

Οι “άρχοντες των αγώνων” προέρχονται από 50 χώρες-μέλη της FIFA και από όλες τις ηπειρωτικές συνομοσπονδίες, με οκτώ από αυτούς να εκπροσωπούν τις ΗΠΑ. Ανάμεσά τους βρίσκονται και έξι γυναίκες, επισφραγίζοντας την ιστορική απόφαση της FIFA να συμπεριλάβει γυναίκες διαιτητές, η οποία ξεκίνησε από την προηγούμενη διοργάνωση στο Κατάρ.

Πρόκειται για έναν ρόλο που, τον τελευταίο καιρό, βρίσκεται αναπάντεχα στο επίκεντρο της δημοσιότητας και για εξωαγωνιστικούς λόγους. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα ενός Σομαλού διαιτητή, στον οποίο απαγορεύτηκε η είσοδος στις ΗΠΑ λόγω «ζητημάτων στον έλεγχο του ιστορικού του».

Παράλληλα, στο εναρκτήριο παιχνίδι σημειώθηκε ένα ιστορικό ρεκόρ με τρεις κόκκινες κάρτες, ενώ στην Κίνα οι φίλαθλοι στηρίζουν μαζικά έναν συμπατριώτη τους διαιτητή ως τον μοναδικό εκπρόσωπο της χώρας στο τουρνουά, μετά την αποτυχία της εθνικής τους ομάδας να προκριθεί.

«Ήταν το πρώτο μου παιχνίδι σε Παγκόσμιο Κύπελλο – και ταυτόχρονα το πρώτο εντός έδρας παιχνίδι της Νότιας Κορέας στην ιστορία της. Είχαμε 50.000 θεατές στις κερκίδες, όλοι ντυμένοι στα κόκκινα. Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός», λέει στο CNN ο Λέιφ Λίντμπεργκ, ένας εκ των δύο βοηθών διαιτητών στον εμβληματικό τελικό του 2002 μεταξύ Βραζιλίας και Γερμανίας, περιγράφοντας το ντεμπούτο του.

«Κάθε ένας από εμάς ονειρευόταν από παιδί να σφυρίξει σε ένα Παγκόσμιο Κύπελλο».

Ωστόσο, η μετατροπή αυτού του ονείρου σε πραγματικότητα απαιτεί πολλά περισσότερα από σκληρή προπόνηση και ένα αψεγάδιαστο ιστορικό εντός γηπέδου. Για τους περισσότερους, ο συνδυασμός των απαιτητικών καθηκόντων της διαιτησίας με μια κανονική εργασία πλήρους απασχόλησης έχει βαρύ προσωπικό τίμημα.

«Οι περισσότεροι διαιτητές έχουν στο ιστορικό τους τουλάχιστον ένα διαζύγιο», εξομολογείται ο Λίντμπεργκ, ο οποίος έχει πλέον αποσυρθεί. «Οι περισσότεροι θυσιάζουν την οικογενειακή τους ζωή με τον έναν ή τον άλλον τρόπο».

Το “κόσκινο” της επιλογής

Η διαδικασία επιλογής για το φετινό Παγκόσμιο Κύπελλο ξεκίνησε αμέσως μετά το Μουντιάλ του Κατάρ.

Οι υποψήφιοι έπρεπε να δώσουν το “παρών” σε εξειδικευμένα σεμινάρια, να περάσουν εξαντλητικά τεστ φυσικής κατάστασης και να διαθέτουν ήδη εμπειρία από διοργανώσεις της FIFA. Επιπλέον, οι επιδόσεις τους στα εγχώρια και διεθνή πρωταθλήματα παρακολουθούνταν στενά τα τελευταία τρία χρόνια, προτού η αρμόδια επιτροπή καταλήξει στην τελική λίστα.

«Σε κάθε σημαντικό αγώνα πριν από το Παγκόσμιο Κύπελλο, η FIFA στέλνει έναν ή δύο παρατηρητές», εξηγεί ο πρώην βοηθός διαιτητή Ρενάτο Φαβεράνι. Ο ίδιος προσθέτει ότι οι διαιτητές της ελίτ κατηγορίας τοποθετούνται συνήθως στις ίδιες τριάδες/ομάδες στους διεθνείς αγώνες, ώστε να αξιολογούνται ως σύνολο.

«Μετά από κάθε ματς λαμβάνεις μια βαθμολογία, η οποία στη συνέχεια συγκρίνεται με τις αντίστοιχες των άλλων διαιτητικών ομάδων», σημειώνει ο Ιταλός, ο οποίος διηύθυνε τέσσερις αναμετρήσεις στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 2014, συμπεριλαμβανομένου του μεγάλου τελικού μεταξύ Γερμανίας και Αργεντινής.

AP Photo Jessica Tobias

Ακόμα και το να μπει κανείς στη λίστα των υποψηφίων αποτελεί άθλο, καθώς δικαίωμα συμμετοχής έχουν μόνο όσοι σφυρίζουν σταθερά σε αναμετρήσεις κορυφαίου επιπέδου. Πριν πάρει το “εισιτήριο” για το Μουντιάλ, ο Φαβεράνι είχε ήδη χτίσει ένα βαρύ βιογραφικό, έχοντας διευθύνει αγώνες στο UEFA Champions League (με αποκορύφωμα τον τελικό του 2013), στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα και στη ιταλική Serie A.

Κατά τη διάρκεια του Παγκοσμίου Κυπέλλου, οι διαιτητές μαθαίνουν ποιο παιχνίδι αναλαμβάνουν μόλις τρεις με τέσσερις ημέρες πριν από τη σέντρα, με βάση τη φόρμα και την απόδοσή τους στα προηγούμενα ματς.

Παράλληλα, η FIFA απαγορεύει ρητά στους διαιτητές να διευθύνουν αγώνες στους οποίους συμμετέχει η χώρα καταγωγής τους για την αποφυγή σύγκρουσης συμφερόντων. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει προκαθορισμένη λίστα για τα νοκ-άουτ.

«Ήταν μια πολύ περίεργη κατάσταση, καθώς έπρεπε να παρακολουθούμε την εθνική μας ομάδα και να ελπίζουμε… να αποκλειστεί. Αν η Σουηδία έφτανε στα ημιτελικά, εγώ θα έπρεπε να μαζέψω τις βαλίτσες μου και να επιστρέψω σπίτι», θυμάται ο Σουηδός Λίντμπεργκ.

«Η Σουηδία αποκλείστηκε τελικά στη φάση των “16” κάτω από πολύ άτυχες συνθήκες, αλλά αυτό αποδείχθηκε εξαιρετικά τυχερό για τη δική μου καριέρα».

Το τηλεφώνημα για τον τελικό

Πώς μαθαίνει, όμως, ένας διαιτητής ότι επιλέχθηκε για τον μεγάλο τελικό;

Το να μάθεις ότι σου εμπιστεύονται το σημαντικότερο παιχνίδι του πλανήτη προκαλεί ένα ασύλληπτο κύμα συναισθημάτων.

Επιστρέφοντας από μια προπόνηση κοντά στο ξενοδοχείο του, ο Φαβεράνι βρήκε όλους τους διαιτητές συγκεντρωμένους σε μια τεράστια αίθουσα. Ο τότε πρόεδρος της FIFA, Σεπ Μπλάτερ, στάθηκε μπροστά, ξεδίπλωσε ένα χαρτί και άρχισε να διαβάζει.

«Η διαιτητική ομάδα του τελικού του Παγκοσμίου Κυπέλλου αποτελείται από τον κ…», είπε ο Μπλάτερ. Ακολούθησαν μερικά δευτερόλεπτα απόλυτης αγωνίας προτού ακουστεί το όνομα του Φαβεράνι. Κορυφαίες προσωπικότητες και συνάδελφοί του -ανάμεσά τους και ο Άγγλος Χάουαρντ Γουέμπ, διαιτητής του τελικού του 2010- έσπευσαν αμέσως να τον συγχαρούν.

«Για δύο ή τρεις ώρες, ζούσα την απόλυτη ευτυχία», περιγράφει ο Φαβεράνι.

«Αμέσως μετά, όμως, σε πλακώνει η πίεση και το βάρος της ευθύνης. Το μόνο που εύχεσαι πλέον είναι να έρθει γρήγορα η ώρα του αγώνα, γιατί η ψυχολογική πίεση είναι ασήκωτη».

Μόλις πέρασε ο πρώτος ενθουσιασμός, ξεκίνησε η σκληρή προετοιμασία.

Η αθέατη προετοιμασία

Αυτό που ο κόσμος συνήθως δεν γνωρίζει είναι ότι η προετοιμασία για ένα ματς ξεκινά μέρες πριν από τη σέντρα. Η άριστη γνώση των κανονισμών είναι απλώς η βάση. Εκτός από την καθημερινή φυσική προπόνηση με τρέξιμο και γυμναστήριο, οι διαιτητές περνούν ώρες μπροστά από οθόνες, αναλύοντας εξονυχιστικά τις ομάδες που θα αντιμετωπίσουν.

«Είναι θεμελιώδες να κατανοήσεις την αμυντική τακτική μιας ομάδας και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των παικτών της», εξηγεί ο Φαβεράνι. Ο Ιταλός έβλεπε ασταμάτητα βίντεο από προηγούμενους αγώνες και μιλούσε με συναδέλφους του που είχαν σφυρίξει τις ίδιες ομάδες, ζητώντας συμβουλές για να αποφύγει τυχόν λάθη.

Μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις για έναν βοηθό είναι οι οριακές φάσεις των οφσάιντ, καθώς και η υπόδειξη φάουλ ή αντιαθλητικών συμπεριφορών. Το να γνωρίζει εκ των προτέρων ποιοι παίκτες είναι εκρηκτικοί χαρακτήρες ή επιρρεπείς σε καβγάδες, βοήθησε τον Φαβεράνι να διατηρεί την ψυχραιμία του -ακόμη και με ένα διακριτικό χαμόγελο- όταν τα πνεύματα άναβαν στο γήπεδο.

Μια τέτοια δοκιμασία ήταν ο κρίσιμος αγώνας μπαράζ για το Μουντιάλ του 2014 ανάμεσα στην Πορτογαλία και τη Σουηδία, όπου συγκρούονταν δύο ποδοσφαιρικοί κολοσσοί με τεράστιο εγωισμό: ο Κριστιάνο Ρονάλντο και ο Ζλάταν Ιμπραΐμοβιτς.

AP Photo Frank Augstein

Ο Φαβεράνι ήταν ο βοηθός διαιτητή εκείνο το βράδυ. Όπως εξηγεί, το γεγονός ότι είχε μελετήσει τις επιθετικές αναπτύξεις και τις κινήσεις των αμυντικών γραμμών τον βοήθησε να “διαβάσει” και να προβλέψει τις φάσεις πριν αυτές εκδηλωθούν.

Παρά την εγγύτητά τους με τους μεγαλύτερους σταρ του πλανήτη, οι διαιτητές οφείλουν να μην επηρεάζονται από ονόματα και φήμες. «Όταν ακούγεται το σφύριγμα της έναρξης, στο γήπεδο υπάρχουν μόνο 11 εναντίον 11, τίποτα άλλο», τονίζει.

Αν και σήμερα γίνεται τεράστια κουβέντα για το VAR, η τεχνολογία αυτή μπήκε στη ζωή μας μόλις το 2018. Πριν από αυτό, όλες οι φάσεις κρίνονταν σε κλάσματα δευτερολέπτου, αποκλειστικά με γυμνό μάτι, ένας κανόνας που σε μεγάλο βαθμό ισχύει ακόμα, παρά τη δυνατότητα του βίντεο. Και κάποιες από αυτές τις αποφάσεις έκριναν τίτλους.

Μια “εξαιρετικά δύσκολη” φάση από τον τελικό του 2014 έχει χαραχτεί για πάντα στη μνήμη του. Το πρώτο ημίχρονο όδευε προς το τέλος του χωρίς σκορ, κάτω από τον καυτό ήλιο του σταδίου Μαρακανά στο Ρίο ντε Τζανέιρο, με τη Γερμανία να κερδίζει κόρνερ.

Η μπάλα γεμίστηκε στην περιοχή της Αργεντινής, ο Μπένεντικτ Χέβεντες έπιασε μια καταιγιστική κεφαλιά, η μπάλα χτύπησε στο δοκάρι και στην επαναφορά κατέληξε στον Τόμας Μίλερ. Μέσα στο απόλυτο χάος της περιοχής, ο Γερμανός επιθετικός ήταν οφσάιντ για λιγότερο από 10 εκατοστά.

«Ήμουν απόλυτα συγκεντρωμένος και σήκωσα αμέσως τη σημαία», λέει με ενθουσιασμό. Ο «Βοηθός-Ρομπότ», όπως τον ονόμασε την επόμενη μέρα μια γερμανική εφημερίδα, είχε απόλυτο δίκιο.

Το τίμημα μιας διαδρομής 30 ετών

Η διαδρομή από τα τοπικά, ερασιτεχνικά πρωταθλήματα μέχρι την κορυφή του κόσμου πήρε στον Φαβεράνι και τον Λίντμπεργκ περίπου 30 χρόνια. Μια διαδρομή γεμάτη θυσίες, μετρώντας αμέτρητες χαμένες στιγμές με τις οικογένειές τους που τους περίμεναν πίσω στο σπίτι.

Τα νούμερα δείχνουν ξεκάθαρα πόσο “κλειστό” είναι το κλαμπ της ελίτ. Από τους 3.725 διαιτητές που βρίσκονται στη διεθνή λίστα της FIFA, μόλις το 4,5% κατάφερε να πάρει το εισιτήριο για τα γήπεδα της Βόρειας Αμερικής, και ελάχιστοι από αυτούς θα επιλεγούν για τον τελικό. Πίσω τους βρίσκονται εκατοντάδες χιλιάδες διαιτητές που δεν θα γευτούν ποτέ τη δόξα της διεθνούς σκηνής.

Επειδή η φύση του επαγγέλματος είναι ασταθής -καθώς εργάζεσαι μόνο όταν υπάρχουν προγραμματισμένοι αγώνες για λίγες ώρες- οι περισσότεροι διαιτητές είναι αναγκασμένοι να διατηρούν μια κανονική πρωινή δουλειά.

«Εκείνη την περίοδο είχες μια δουλειά πλήρους απασχόλησης, τους αγώνες και τις καθημερινές προπονήσεις. Έπρεπε να επιλέξεις. Πολλοί έβαλαν σε προτεραιότητα τη διαιτησία έναντι της οικογένειάς τους και πλήρωσαν το τίμημα αργότερα», αναφέρει ο Λίντμπεργκ, αναφερόμενος στο διαζύγιό του.

Όπως εξηγεί, ο μόνος λόγος που κατάφερε να προπονείται πέντε φορές την εβδομάδα ήταν επειδή ήταν ο ίδιος ιδιοκτήτης εταιρείας: «Είχα τη δική μου επιχείρηση, οπότε μπορούσα να φύγω στις τρεις το μεσημέρι και να είμαι σπίτι σε μια λογική ώρα. Αυτό ήταν τεράστιο πλεονέκτημα».

AP Photo Maddy Grassy

 

Η ανάγκη να παραμένει κανείς σε άριστη φόρμα φέρνει στην επιφάνεια και τη μάχη με τον χρόνο και το σώμα που γερνάει. Οι ποδοσφαιριστές είναι συνήθως 10 με 20 χρόνια νεότεροι από τους διαιτητές, οι οποίοι πρέπει να ξεπερνούν τα όριά τους απλώς και μόνο για να μπορούν να ακολουθήσουν το τρέξιμό τους.

«Φυσικά, οι παίκτες προπονούνται σε πολλά διαφορετικά κομμάτια τακτικής που εμείς δεν χρειαζόμαστε. Όμως, λόγω ηλικίας, εμείς κάνουμε πολύ περισσότερη προπόνηση φυσικής κατάστασης από εκείνους», προσθέτει.

Αυτή η ισορροπία ήταν μια δύσκολη εξίσωση και για τον Φαβεράνι. Η διαιτησία στο κορυφαίο επίπεδο δεν αντικατέστησε ποτέ την κανονική του δουλειά ως διευθυντής πιστώσεων· αντίθετα, τη φόρτωσε με επιπλέον πίεση.

Κατά τη διάρκεια της σεζόν, ταξίδευε συνεχώς αεροπορικώς για τις μεσοβδόμαδες αναμετρήσεις του Champions League και τα παιχνίδια της Serie A τα Σαββατοκύριακα, ενώ παράλληλα διαχειριζόταν τις εκκρεμότητες της εταιρείας του μέσω τηλεφώνου και email από τα αεροδρόμια.

«Ήταν και είναι το πάθος μου. Αλλά τώρα πια συνειδητοποιώ πόσο χρόνο στέρησα από την οικογένειά μου, τη γυναίκα μου, τις κόρες μου, τη μητέρα μου», εξομολογείται φανερά συγκινημένος.

Αποδοκιμασίες, ύβρεις και τοξικότητα

Η εισβολή της τεχνολογίας έχει αλλάξει ριζικά το ποδόσφαιρο, βάζοντας τις αποφάσεις των διαιτητών κάτω από το μικροσκόπιο. Οι διαδικτυακές επιθέσεις και οι ύβρεις από οργισμένους οπαδούς -πολλοί από τους οποίους στοιχηματίζουν- έχουν γίνει πλέον καθημερινό φαινόμενο.

Αυτή η τοξικότητα έχει σοβαρό αντίκτυπο. Ο Ντανιέλε Κούρτσιο, πρόεδρος του “Referee Abroad” (ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού που προωθεί τη διαιτησία παγκοσμίως), επισημαίνει ότι η πλήρης κατάρρευση της εμπιστοσύνης προς τους διαιτητές αποθαρρύνει τους νέους ανθρώπους από το να ασχοληθούν σταθερά με τον χώρο.

«Είναι ένα τεράστιο πρόβλημα που κάθε ποδοσφαιρική ομοσπονδία στον κόσμο καλείται πλέον να διαχειριστεί. Χρειάζεται μια βαθιά πολιτισμική αλλαγή», δηλώνει.

«Οι διαιτητές κάνουν λάθη, ακριβώς όπως ένας παίκτης μπορεί να χάσει ένα πέναλτι προ κενής εστίας. Πρέπει όμως να τους αντιμετωπίζουμε με σεβασμό και να πιστεύουμε στο ήθος τους».

Παρά τις παρανοήσεις, την προκατάληψη και την αφανή, σκληρή δουλειά, η διαιτησία παραμένει ένας μαγικός και ανταμφειτικός κόσμος για όσους αντέχουν, κάτι στο οποίο συμφωνούν απόλυτα τόσο ο Λίντμπεργκ όσο και ο Φαβεράνι.

«Είναι μια σπουδαία ενασχόληση. Είναι κάτι που σε διαμορφώνει και σε εξελίσσει, όχι μόνο ως αθλητή, αλλά κυρίως ως προσωπικότητα», καταλήγει ο Κούρτσιο. «Σου προσφέρει πολύτιμα εφόδια και δεξιότητες ζωής που δεν θα μπορούσες να αποκτήσεις πουθενά αλλού».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα