Προς ευρωπαϊκή κατοχύρωση η Σούμα Χίου – Επενδυτική ώθηση από μικροαποστακτήριο του νησιού
Διαβάζεται σε 4'
Η Entropia Microdistillery δρομολογεί διαδικασίες για γεωγραφική ένδειξη, ενισχύοντας παράλληλα παραγωγή και εξαγωγικό αποτύπωμα.
- 22 Απριλίου 2026 07:07
Η ανάδειξη τοπικών αποσταγμάτων με σαφή ταυτότητα και προστιθέμενη αξία αποτελεί τα τελευταία χρόνια βασική τάση στον κλάδο των ελληνικών spirits, με μικρές παραγωγικές μονάδες να επενδύουν τόσο στην ποιότητα όσο και στη θεσμική κατοχύρωση. Σε αυτό το πλαίσιο, η Entropia Microdistillery, με έδρα τη Χίο, έχει θέσει ως στρατηγική προτεραιότητα την απόκτηση καθεστώτος γεωγραφικής ένδειξης για τη Σούμα Χίου, ένα προϊόν που συνδέεται ιστορικά με την αγροτική παραγωγή του νησιού.
Προετοιμασία τεχνικού φακέλου
Η εταιρεία βρίσκεται ήδη στη φάση προετοιμασίας τεχνικού φακέλου, ο οποίος θα αποτελέσει τη βάση για την υποβολή αίτησης στις ευρωπαϊκές αρχές. Η διαδικασία, η οποία μπορεί να διαρκέσει από 18 έως 36 μήνες, προϋποθέτει τεκμηρίωση της ιστορικότητας, της μεθοδολογίας παραγωγής και της σύνδεσης με τη γεωγραφική περιοχή. Σύμφωνα με εκτιμήσεις στελεχών του κλάδου, η κατοχύρωση προϊόντων ως ΠΓΕ (Προστατευόμενη Γεωγραφική Ένδειξη) μπορεί να αυξήσει την εμπορική αξία τους έως και 20%-30%, ιδίως στις διεθνείς αγορές.
Η παραγωγή σήμερα
Σήμερα, η παραγωγή επικεντρώνεται στη Σούμα Χίου, η οποία αποτελεί τον βασικό άξονα του χαρτοφυλακίου, ενώ η επιχείρηση έχει αναπτύξει και σειρά αποσταγμάτων υπό την εμπορική ονομασία “8 Σπουργίτες”. Η συγκεκριμένη σειρά αξιοποιεί τοπικές ποικιλίες σταφυλιών, όπως η Μανδηλαριά και το Φωκιανό, με στόχο τη διαφοροποίηση προϊόντων και την ενίσχυση της τοπικής αμπελοκαλλιέργειας. Παράλληλα, βρίσκονται σε εξέλιξη πειραματικές παραγωγές με πρώτες ύλες όπως σύκο και φραγκόσυκο, καθώς και νέα προϊόντα όπως gin και αποστάγματα με βάση τη μαστίχα.
Η Entropia Microdistillery ξεκίνησε τη δραστηριότητά της το 2019, ωστόσο η επιχειρησιακή της ανάπτυξη επιβραδύνθηκε την περίοδο 2020-2021, λόγω της πανδημίας αλλά και των χρονοβόρων διαδικασιών αδειοδότησης. Όπως επισημαίνει ο ιδρυτής της επιχείρησης, Χρήστος Λιβανός, η δημιουργία αποστακτηρίου σε μια περιοχή χωρίς προηγούμενη εμπειρία στον συγκεκριμένο τομέα συνοδεύτηκε από αυξημένες διοικητικές απαιτήσεις, γεγονός που μετέθεσε την πλήρη λειτουργία της μονάδας κατά περίπου δύο έτη.
Σε επίπεδο μεγεθών, η εταιρεία παραμένει σε φάση ανάπτυξης, με ετήσια παραγωγή που εκτιμάται σε λίγες δεκάδες χιλιάδες φιάλες, ωστόσο η υφιστάμενη υποδομή επιτρέπει σημαντική αύξηση της δυναμικότητας. Ήδη, μέρος της παραγωγής κατευθύνεται σε εξαγωγές, με παρουσία σε αγορές όπως η Αυστραλία και η Κύπρος, οι οποίες αντιστοιχούν σε περίπου 15%-20% του συνολικού όγκου πωλήσεων. Στα άμεσα σχέδια περιλαμβάνεται η είσοδος σε μεγαλύτερες αγορές, όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γερμανία, όπου η ζήτηση για premium αποστάγματα παρουσιάζει ετήσια αύξηση άνω του 8%.
Συνεργασία με τοπικούς παραγωγούς
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη συνεργασία με τοπικούς παραγωγούς, με την επιχείρηση να προμηθεύεται πρώτες ύλες από αμπελουργούς και οινοποιεία του νησιού. Η στρατηγική αυτή αποσκοπεί όχι μόνο στη διασφάλιση ποιότητας αλλά και στην αναβίωση εγκαταλελειμμένων καλλιεργειών, συμβάλλοντας στην τοπική οικονομία. Εκτιμάται ότι η ενίσχυση της ζήτησης για πρώτες ύλες θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση της καλλιεργούμενης έκτασης αμπελώνων στη Χίο κατά 10%-15% τα επόμενα χρόνια.
Παρά τις αρχικές καθυστερήσεις, η ολοκλήρωση των βασικών αδειοδοτικών διαδικασιών και η σταδιακή σταθεροποίηση της λειτουργίας δημιουργούν πλέον συνθήκες επιτάχυνσης. Η διοίκηση της εταιρείας εκτιμά ότι η επόμενη τριετία θα είναι καθοριστική, τόσο για την κατοχύρωση της Σούμας Χίου όσο και για την εδραίωση της παρουσίας της επιχείρησης στις διεθνείς αγορές.
Η εξέλιξη της διαδικασίας γεωγραφικής ένδειξης αναμένεται να αποτελέσει κομβικό σημείο για το προϊόν, καθώς ενδεχόμενη αναγνώριση θα μπορούσε να ενισχύσει την αναγνωρισιμότητα της Χίου στον χάρτη των ευρωπαϊκών αποσταγμάτων. Παράλληλα, θα ανοίξει τον δρόμο για περαιτέρω επενδύσεις στον κλάδο, σε μια περίοδο όπου η διαφοροποίηση και η αυθεντικότητα αποκτούν ολοένα μεγαλύτερη σημασία για τους καταναλωτές.