Εργαζόμενοι ΨΝΑ Δαφνί κατά Γεωργιάδη για τις πειθαρχικές διαδικασίες – Στο πλευρό τους ο ΠΑΝΣΥΝΟΨΥ
Διαβάζεται σε 7'
Αντιδράσεις των εργαζομένων του ΨΝΑ Δαφνί μετά την εντολή τις πειθαρχικές διαδικασίες κατά γιατρών από τον Άδωνι Γεωργιάδη. Συμπαράσταση από τον Πανελλήνιο Σύλλογο Νοσοκομειακών Ψυχολόγων.
- 02 Αυγούστου 2026 14:20
Πυρά κατά του Άδωνι Γεωργιάδη εξαπολύουν οι εργαζόμενοι του ΨΝΑ, μετά τη δήλωσή του για την έναρξη πειθαρχικών διαδικασιών, στον απόηχο της επίσκεψής του στο «Δαφνί» την ώρα που βρισκόταν σε εξέλιξη η πυρκαγιά.
Η παρουσία του προκάλεσε την έντονη αντίδραση των εργαζομένων, που εκείνη τη στιγμή καλούνταν να διαχειριστούν μια εξαιρετικά κρίσιμη κατάσταση και οι οποίοι του ζήτησαν να αποχωρήσει.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης σε ανάρτησή του το Σάββατο, έκανε λόγο για «λεκτικό προπηλακισμό» σε βάρος του, από τρεις «συνδικαλιστές της άκρας αριστεράς», λέγοντας ότι «έχω δώσει εντολή να κινηθεί η πειθαρχική διαδικασία».
Άμεση ήταν η αντίδραση του Ενιαίου Συλλόγου Εργαζομένων του ΨΝΑ Δαφνί. Η πρόεδρος του συλλόγου, Ειρήνη Γκιτάκου, κατηγόρησε τον υπουργό ότι επιχειρεί να εκφοβίσει τους εργαζόμενους που, όπως σημειώνει, βρέθηκαν στην πρώτη γραμμή της αντιμετώπισης της κρίσης κατά τη διάρκεια της πυρκαγιάς.
Στη δήλωσή της υποστηρίζει ότι οι εργαζόμενοι λειτούργησαν υπό εξαιρετικά δύσκολες συνθήκες, με σημαντικές ελλείψεις προσωπικού και υποδομών, επισημαίνοντας πως υπήρχαν σοβαρά προβλήματα στην πυροπροστασία και στον σχεδιασμό πιθανής εκκένωσης του νοσοκομείου. Παράλληλα, αναφέρει ότι ακόμη και προσωπικό εκτός υπηρεσίας προσήλθε εθελοντικά για να συμβάλει στην προστασία των ασθενών.
Η πρόεδρος του συλλόγου εκτιμά ότι η απειλή πειθαρχικών διώξεων συνδέεται με την κριτική που άσκησαν οι εργαζόμενοι για τις ελλείψεις του νοσοκομείου, υποστηρίζοντας ότι επιχειρείται φίμωση όσων αναδεικνύουν τα προβλήματα του δημόσιου συστήματος υγείας. Όπως τονίζει, οι εργαζόμενοι δεν πρόκειται να εκφοβιστούν και ζητούν την ενίσχυση του νοσοκομείου με προσωπικό, μέσα πυροπροστασίας και ολοκληρωμένα σχέδια ασφαλούς εκκένωσης.
Συμπαράσταση από τον Πανελλήνιο Σύλλογο Νοσοκομειακών Ψυχολόγων
Στο πλευρό των εργαζομένων του ΨΝΑ Δαφνί στέκεται και ο Πανελλήνιος Σύλλογος Νοσοκομειακών Ψυχολόγων, που εξέδωσε ανακοίνωση, αναφέροντας:
Συμπαράσταση στη συνάδελφο ψυχολόγο Ειρήνη Γκιτάκου, Πρόεδρο του Ενιαίου Συλλόγου Εργαζομένων ΨΝΑ, και σε όλους τους εργαζόμενους του Νοσοκομείου
“Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Νοσοκομειακών Ψυχολόγων και Ψυχολόγων Δημόσιων Δομών Υγείας εκφράζει την αμέριστη συμπαράστασή του στη συνάδελφο Ειρήνη Γκιτάκου, ψυχολόγο, μέλος του Συλλόγου μας και Πρόεδρο του Ενιαίου Συλλόγου Εργαζομένων του πρώην Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, καθώς και στο σύνολο των εργαζομένων του Νοσοκομείου, απέναντι στην εξαγγελλόμενη πρόθεση κίνησης πειθαρχικών διαδικασιών σε βάρος τους από τον Υπουργό Υγείας, Άδωνη Γεωργιάδη, σύμφωνα με δική του δημόσια ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα.
Η συγκεκριμένη εξέλιξη προκαλεί εύλογο προβληματισμό, όχι μόνο για τους εργαζόμενους του πρώην ΨΝΑ, αλλά συνολικά για κάθε επαγγελματία υγείας που υπηρετεί το δημόσιο σύστημα. Η δημόσια ανάδειξη πραγματικών κινδύνων που αφορούν την ασφάλεια ασθενών και προσωπικού δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πειθαρχικό παράπτωμα. Αντιθέτως, αποτελεί θεσμική, επιστημονική και ηθική υποχρέωση κάθε επαγγελματία υγείας.
Την ώρα που η πυρκαγιά στο Ποικίλο Όρος έθετε σε άμεσο κίνδυνο ένα ολόκληρο νοσοκομείο, τους ασθενείς του, το προσωπικό και τους κατοίκους της περιοχής, οι εργαζόμενοι βρέθηκαν στις θέσεις τους. Δεν έκαναν τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από το καθήκον τους – όπως κάνουν κάθε ημέρα, μέσα σε συνθήκες σοβαρής υποστελέχωσης, εντατικοποίησης της εργασίας και συνεχούς σωματικής και ψυχικής επιβάρυνσης.
Η συνάδελφος Ειρήνη Γκιτάκου ήταν εκεί από την πρώτη στιγμή – όπως και πολλοί ακόμη εργαζόμενοι που, παρότι δεν εφημέρευαν, προσήλθαν εθελοντικά στο νοσοκομείο για να συνδράμουν στην προστασία των ασθενών και των εγκαταστάσεων. Βρέθηκε εκεί όχι επειδή το επέβαλε κάποια διοικητική εντολή, αλλά επειδή αυτό επιβάλλει η επαγγελματική δεοντολογία και η ευθύνη απέναντι στον άνθρωπο. Όσοι συνεργαζόμαστε μαζί της γνωρίζουμε την εργατικότητα, την επιστημονική της επάρκεια, τη συνέπεια και το ήθος με τα οποία ασκεί το κλινικό της έργο, αλλά και την ακεραιότητα με την οποία εκπροσωπεί τους συναδέλφους της.
Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η διαμαρτυρία των εργαζομένων. Το πραγματικό ζήτημα είναι οι συνθήκες που ανέδειξε η ίδια η κρίση. Η δημόσια συζήτηση οφείλει να επικεντρωθεί στα ουσιαστικά ερωτήματα:
- Πώς είναι δυνατόν ένα ψυχιατρικό νοσοκομείο εκατοντάδων νοσηλευομένων να βρίσκεται αντιμέτωπο με φυσική καταστροφή χωρίς επαρκή μέσα πυροπροστασίας;
- Πώς μπορεί να θεωρείται επαρκής ένας επιχειρησιακός σχεδιασμός όταν ένας και μόνο τραυματιοφορέας (σε ημέρα γενικής εφημερίας) θα καλούνταν να συμβάλει στην απομάκρυνση περίπου 300 ασθενών σε περίπτωση εκκένωσης;
- Πώς μπορεί να διασφαλιστεί η ασφάλεια ασθενών και προσωπικού όταν στις κλινικές αντιστοιχούν δύο νοσηλευτές σε τριανταένα νοσηλευόμενους, ενώ κρίσιμες τεχνικές υπηρεσίες λειτουργούν με σημαντικές ελλείψεις προσωπικού;
Τα ερωτήματα αυτά δεν αποτελούν συνδικαλιστική υπερβολή. Αφορούν τον πυρήνα της ποιότητας και της ασφάλειας των υπηρεσιών ψυχικής υγείας. Η διεθνής επιστημονική βιβλιογραφία είναι σαφής: η επαρκής στελέχωση, η ύπαρξη λειτουργικών σχεδίων διαχείρισης κρίσεων και η δυνατότητα των επαγγελματιών να αναφέρουν χωρίς φόβο κινδύνους και δυσλειτουργίες αποτελούν βασικές προϋποθέσεις ασφαλούς λειτουργίας κάθε σύγχρονου νοσοκομείου.
Ως επαγγελματίες ψυχικής υγείας γνωρίζουμε επίσης πολύ καλά τις συνέπειες που έχει ένα περιβάλλον φόβου. Ένα σύστημα που τιμωρεί τη δημόσια διατύπωση προβλημάτων οδηγεί αναπόφευκτα στη σιωπή. Και όταν οι επαγγελματίες υγείας σιωπούν από φόβο, οι κίνδυνοι δεν εξαφανίζονται· απλώς παραμένουν αόρατοι μέχρι να μετατραπούν σε τραγικά γεγονότα. Η σύγχρονη κουλτούρα ασφάλειας στηρίζεται ακριβώς στο αντίθετο: στην ενθάρρυνση της αναφοράς κινδύνων, στη διαφάνεια, στη συνεχή αξιολόγηση και στη βελτίωση των διαδικασιών, όχι στην ποινικοποίηση της κριτικής.
Η ασφάλεια ενός νοσοκομείου δεν εξασφαλίζεται με πειθαρχικές διαδικασίες ούτε με επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις ότι «όλα λειτούργησαν σωστά». Εξασφαλίζεται με επαρκές προσωπικό, σύγχρονες υποδομές, μέσα πυροπροστασίας, διαρκή εκπαίδευση του προσωπικού, δοκιμασμένα σχέδια έκτακτης ανάγκης και ουσιαστική συνεργασία της διοίκησης με τους ανθρώπους που βρίσκονται καθημερινά στην πρώτη γραμμή της περίθαλψης.
Υπενθυμίζουμε επίσης ότι η προστασία των αιρετών εκπροσώπων των εργαζομένων από διώξεις που συνδέονται με τη συνδικαλιστική τους δράση αποτελεί θεμελιώδη δημοκρατική κατάκτηση και κατοχυρώνεται ρητά από τον Ν. 1264/1982. Η άσκηση συνδικαλιστικών καθηκόντων και η δημόσια διατύπωση τεκμηριωμένης κριτικής για ζητήματα ασφάλειας και λειτουργίας των δημόσιων δομών υγείας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως πειθαρχικά κολάσιμη συμπεριφορά.
Ζητούμε:
- Να μην κινηθεί καμία πειθαρχική διαδικασία σε βάρος εργαζομένων για τη δημόσια διατύπωση διαμαρτυρίας και την ανάδειξη πραγματικών ελλείψεων.
- Την άμεση κάλυψη των κενών σε προσωπικό στο πρώην ΨΝΑ και σε όλες τις δημόσιες μονάδες ψυχικής υγείας.
- Τη θεσμική διασφάλιση ότι οι επαγγελματίες υγείας μπορούν να αναφέρουν κινδύνους και δυσλειτουργίες χωρίς τον φόβο διοικητικών ή πειθαρχικών αντιποίνων.
- Τον πλήρη σεβασμό της συνδικαλιστικής ελευθερίας και της ελευθερίας έκφρασης όλων των εργαζομένων στο δημόσιο σύστημα υγείας.
- Η ψυχική υγεία δεν μπορεί να λειτουργήσει με προσωπικό εξαντλημένο, με ελλιπείς υποδομές και με εργαζόμενους που φοβούνται να μιλήσουν. Η προστασία των ασθενών προϋποθέτει την προστασία των επαγγελματιών που τους φροντίζουν.
Η φωνή των εργαζομένων της πρώτης γραμμής δεν αποτελεί απειλή για το δημόσιο σύστημα υγείας. Αποτελεί τον σημαντικότερο μηχανισμό έγκαιρης προειδοποίησης και τη βασικότερη εγγύηση ότι οι αδυναμίες του συστήματος θα αναδειχθούν πριν εξελιχθούν σε τραγωδίες.
Ο Πανελλήνιος Σύλλογος Νοσοκομειακών Ψυχολόγων και Ψυχολόγων Δημόσιων Δομών Υγείας στέκεται αταλάντευτα δίπλα στη συνάδελφο Ειρήνη Γκιτάκου και σε όλους τους εργαζόμενους του πρώην Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής, υπερασπιζόμενος το δικαίωμα των επαγγελματιών υγείας να υπηρετούν τους ασθενείς με επιστημονική ευθύνη, επαγγελματική αξιοπρέπεια και ελευθερία λόγου”.