Διεκδικώντας λίγη χαρά
Διαβάζεται σε 4'
Πρέπει κάποτε να συμφιλιωθούμε. Όχι να συμβιβαστούμε, να συμφιλιωθούμε. Να συμφιλιωθούμε δίχως ενοχές με εκείνον τον εαυτό που δεν έχει χάσει ακόμα το κέφι του για παιχνίδι. Εκείνον τον εαυτό που γίνεται «ωραία φτηνός» διεκδικώντας λίγη χαρά.
- 01 Οκτωβρίου 2026 06:05
Mπήκα στο αεροπλάνο για επιστροφή στην Ελλάδα από ένα επαγγελματικό ταξίδι, την Κυριακή στις δέκα παρά τέταρτο το βράδυ, ακριβώς την ώρα που ξεκινούσε το παιχνίδι μας με την Γερμανία. Αν με έπιανες απ’ την μύτη θα έσκαγα. Δεν κατάφερα να συνδεθώ με τo wi fi του αεροπλάνου και θα μάθαινα το αποτέλεσμα στην προσγείωση.
Άνοιξα το κινητό μου στη μια μετά τα μεσάνυχτα και ένα υπέροχο 0-1, σαν πίνακας ζωγραφικής, γέμισε τα μάτια μου. Ας κερδίζουμε κι ας μην το βλέπω. Παρά το γεγονός πως ήμουν κομμάτια, μόλις έφτασα στο σπίτι κόλλησα για μισή ώρα στον υπολογιστή μου βλέποντας στιγμιότυπα και διαβάζοντας διάφορα για το παιχνίδι. Κοιμήθηκα σαν πουλάκι.
Το πρωί της Δευτέρας ξανά τα ίδια. Δεν το χόρταινα. Είδα ένα βίντεο με δηλώσεις του παίκτη Μανώλη Σάλιακα: «Ξέρω πόσο πειράζουν τους Έλληνες στην Γερμανία, αλλά αύριο θα πάνε στις δουλειές τους πολύ χαρούμενοι». Δεν είναι κάτι πρωτότυπο, το έχουμε ξανακούσει, συμβαίνει πολλά χρόνια, να πηγαίνουν χαρούμενοι στην δουλειά τους την επόμενη μέρα κάποιοι μετανάστες που η μικρή τους χώρα είχε κερδίσει το μεγαθήριο-οικοδέσποινα. Ούτε θα μιλήσω για την δύναμη του ποδοσφαίρου, αυτό το καταλαβαίνουμε όσοι το αγαπάμε αλλά βέβαια δεν κρίνω όσους δεν μοιράζονται αυτήν την αγάπη και τους είναι παντελώς αδιάφορο.
Σκέφτομαι πως για κάποιους λόγους αντέχουν ακόμη αυτές οι αντιδράσεις και αυτά τα αισθήματα. Εννοώ πως αν βάλεις κάτω τα πράγματα και τα ζυγίσεις και τα δεις στις σωστές τους διαστάσεις- αλλά και ποιος ορίζει το σωστό;- σε μία Ευρώπη που σκοτεινιάζει, σε έναν κόσμο που σκοτεινιάζει, κάτι τέτοιες «περηφάνειες» είναι σαν να μαρκάρουμε με τα μάτια την πραγματικότητα που βιώνουμε– για να χρησιμοποιήσω ποδοσφαιρικό όρο.
Όμως επειδή μάλλον η ζωή μας είναι άθροισμα στιγμών, δεν μπορείς αβασάνιστα να υποτιμήσεις ή να λοιδορήσεις και τέτοιες στιγμές. Χωρίς τα δευτερεύοντα που χαρίζουν πρόσκαιρες ανάσες, η ζωή μας θα ήταν ένας μόνιμος ανήφορος χωρίς χαρά.
Εντάξει, το ποδόσφαιρο δεν θα αλλάξει την ζωή μας, τα τραγούδια δεν θα αλλάξουν την ζωή μας, τα γκομενικά δεν θα αλλάξουν την ζωή μας, το κουτσομπολιό δεν θα αλλάξει την ζωή μας, η ελαφρότητα δεν θα αλλάξει την ζωή μας, το χάζεμα δεν θα αλλάξει την ζωή μας, αλλά ήδη έχω αναφέρει την μισή τουλάχιστον ζωή μας!
Πρέπει κάποτε να συμφιλιωθούμε. Όχι να συμβιβαστούμε, να συμφιλιωθούμε. Να συμφιλιωθούμε δίχως ενοχές με εκείνον τον εαυτό που δεν έχει χάσει ακόμα το κέφι του για παιχνίδι. Εκείνον τον εαυτό που γίνεται «ωραία φτηνός» διεκδικώντας λίγη χαρά. Δεν είναι αυτές οι στιγμές που μας εμποδίζουν να γίνουμε η καλύτερη εκδοχή μας και να είμαστε παρόντες στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής μας. Γίνονται και τα δύο. Και μάλλον το να βιώνουμε τα «φτηνά» ίσως είναι ένας δρόμος να φτάσουμε κάποτε και στα πολύ ακριβά.
Γιατί ακόμη και τα πολύ σοβαρά, αν το καλοσκεφτείς, περιέχουν το παιχνίδι. Με άλλου ειδικού βάρους διακυβεύματα, με σαφώς πιο ακραίους κινδύνους, αλλά έχουν κι εκείνα την δομή του παιχνιδιού.
Φυσικά και δεν είναι το ίδιο μία ποδοσφαιρική ήττα με έναν θάνατο στον αγώνα για μία καλύτερη ζωή αλλά πραγματικά δεν μπορώ να υποστηρίξω με σιγουριά πως ήταν τζάμπα θάνατοι όλοι εκείνοι -δεν είναι λίγοι- που επήλθαν μετά από ένα δοκάρι στο 90΄. Είναι και οι δύο θάνατοι στον δρόμο για την διεκδίκηση της χαράς.
Προκλητική η σύγκριση ναι, αλλά κάποιες φορές η πρόκληση και η ακρότητα του παραδείγματος βοηθάνε να πεις αυτό που θέλεις.