Η Αθήνα δεν χρειάζεται άλλους ορόφους

Διαβάζεται σε 3'
Πόσο περισσότερο τσιμέντο μπορεί να αντέξει η πόλη;
Πόσο περισσότερο τσιμέντο μπορεί να αντέξει η πόλη; SOOC

Η πόλη δεν πρέπει να ψηλώσει. Πρέπει να απλωθεί. Αλλά για να συμβεί αυτό, πρέπει να δημιουργηθούν υποδομές ώστε η ζωή μακριά από τη μητροπολιτική περιοχή να είναι εύκολη και συμφέρουσα. Και, επιτέλους, πρέπει να δούμε σοβαρά την κοινωνική κατοικία, όπως συμβαίνει και σε άλλες ευρωπαϊκές πόλεις.

Ο πρωθυπουργός θεωρεί καλή ιδέα την επέκταση της πόλης προς τα πάνω. Λέει στους κατασκευαστές ότι θα μπορούν να χτίζουν έναν ή δύο ορόφους παραπάνω, αρκεί να διαθέτουν τα διαμερίσματα σε μακροχρόνια μίσθωση. Ακόμα και αν αφήσουμε στην άκρη τις ενστάσεις για τον επιπλέον φόρτο στην πόλη και το αισθητικό αποτύπωμα, το σχέδιο χρειάζεται χρόνια για να προσαρμοστεί στις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής και να διέλθει τη στενωπό των νομικών περιορισμών.

Θα ήταν, όμως, πιο λογικό και, συνάμα, πιο φιλόδοξο αν έλεγε ότι η πόλη δεν θα πάρει μπόι, αλλά θα απλωθεί. Ομως για να συμβεί αυτό, δεν χρειάζεται να δώσεις μόνο κίνητρο στον κατασκευαστή για να επιχειρήσει έξω από τον πολεοδομικό ιστό. Χρειάζεται να κατασκευάσεις και υποδομές ώστε η διαβίωση σχετικά μακριά από την πόλη να είναι και άνετη, εκτός από συμφέρουσα. Και, επιτέλους, πρέπει να εξεταστεί η προοπτική της κοινωνικής κατοικίας στα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών πόλεων.

Η Αθήνα έχει μεγαλώσει επί δεκαετίες χωρίς να σχεδιάζει σοβαρά πού και πώς θέλει να κατοικούν οι άνθρωποι της. Τώρα το πληρώνει με ακριβά ενοίκια, κορεσμένες γειτονιές και μία περιφέρεια που συχνά λειτουργεί περισσότερο ως υπνωτήριο παρά ως πόλη. Αν θέλεις λοιπόν να απλώσεις την Αθήνα, πρέπει να απλώσεις μαζί της το μετρό και τον προαστιακό, τα σχολεία, τα πάρκα, τις υπηρεσίες και τις υποδομές υγείας. Να δημιουργήσεις, δηλαδή, νέες περιοχές στις οποίες κάποιος θα θέλει να ζήσει και όχι απλώς θα καταφεύγει επειδή δεν αντέχει το ενοίκιον στη μητροπολιτική περιοχή.

Και κάπου εδώ μπαίνει η κοινωνική κατοικία. Οχι ως επιστροφή σε κάποιο μοντέλο κρατικών πολυκατοικιών, αλλά ως μόνιμο απόθεμα κατοικιών με προσιτό ενοίκιο, που δεν θα εξαρτάται κάθε φορά από τις διαθέσεις της αγοράς. Σε πολλές ευρωπαϊκές πόλεις αυτό θεωρείται αυτονόητο εργαλείο στεγαστικής πολιτικής. Να γίνουμε Βιέννη; Δύσκολο. Η ίδια η Βιέννη είναι ο μεγαλύτερος δημόσιος ιδιοκτήτης κοινωνικής κατοικίας στην Ευρώπη. Δανία; Εχει ενδιαφέρον. Εκεί το 21% όλων των κατοικιών ανήκει σε μη κερδοσκοπικούς φορείς. Παρίσι; Ναι. Η κοινωνική κατοικία έχει φτάσει περίπου στο 25% των κύριων κατοικιών, από 13% στις αρχές της δεκαετίας του 2000 με βασικό ιδιοκτήτη τον δήμο. Εκεί ο δήμος αγοράζει παλιά ακίνητα και τα μετατρέπει σε κατοικίες με προσιτό ενοίκιο.

Τώρα βέβαια κάποιος γελάει από το βάθος και λέει ότι αν αναθέσουμε στην Τοπική Αυτοδιοίκηση να φτιάχνει σπίτια θα πέσει πολύ γέλιο πάνω από το κλάμα. Και δεν θα έχει άδικο. Θα μπορούσε να γίνει πιο κεντρικά, με έναν φορέα που θα αναλάβει το έργο.

Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται και το πρόβλημα. Εχουμε συνηθίσει να αντιμετωπίζουμε το στεγαστικό σαν μία δυσλειτουργία της αγοράς που διορθώνεται με ένα επίδομα και ένα φθηνότερο δάνειο. Είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο: είναι ζήτημα σχεδιασμού της πόλης για τις επόμενες δεκαετίες. Πού θα ζουν οι άνθρωποι, πόσο θα πληρώνουν, πόσο χρόνο θα χρειάζονται για να πάνε στη δουλειά τους και τι θα βρίσκουν όταν βγαίνουν από την πόρτα τους.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα