Ο ποταμός παροχών δεν εγγυάται την ανάπτυξη

Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά την ομιλία του στη ΔΕΘ
Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, κατά την ομιλία του στη ΔΕΘ EUROKINISSI

Πώς τα μέτρα που εξαγγέλθηκαν στην ΔΕΘ δεν οδηγούν σε ανάσχεση της επέλασης του πληθωρισμού και δημιουργούν το ερώτημα εάν είναι συμβατά με τις δημοσιονομικές υποχρεώσεις της χώρας μετά το 2023

Οι εξαγγελίες και υποσχέσεις που δόθηκαν πριν λίγες μέρες στην ΔΕΘ δύσκολα θα βρουν ανταγωνιστή και σύγκριση στην πρόσφατη ιστορία, αλλά και δύσκολα συμβιβάζονται με τις ανάγκες και τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας για τρεις λόγους:

Πρώτον, ήταν πολλές και πολυέξοδες σε σημείο να δημιουργούν εύλογα ερωτηματικά για το πώς θα είναι συμβατές με την απαιτούμενη χαλιναγώγηση του δημόσιου χρέους και τα πρωτογενή πλεονάσματα που η χώρα πρέπει να διασφαλίζει μετά το 2023. Όσο μικρά και να είναι σε σύγκριση με αυτά που έπρεπε να είχαμε προ της πανδημίας, δημοσιονομική προσαρμογή από έλλειμμα άνω του -7% του ΑΕΠ που είναι φέτος σε πλεόνασμα άνω του +2% το 2023 είναι ένα άλμα σχεδόν 10% του ΑΕΠ, καθόλου εύκολο, ή ανώδυνο. Οι παροχές ήταν σαν να μην υπάρχει για την χώρα μας η πανταχού παρούσα δημοσιονομική τριάδα που περιλαμβάνει ένα πλαίσιο συμμόρφωσης για το δημόσιο χρέος, την υποχρέωση πρωτογενών πλεονασμάτων και τον κίνδυνο που πάντα ελλοχεύει να ανέβουν απειλητικά τα επιτόκια δανεισμού. Αν η τριάδα αυτή ή κάποια παραλλαγή της επιβληθεί ξανά στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως το υποχρεωτικό πλαίσιο άσκησης πολιτικής, εμείς θα είμαστε πάλι οι πρώτοι που θα πρέπει να ανταποκριθούμε και θα βρεθούμε και πάλι εξαιρετικά ζορισμένοι σε σύγκριση με τις άλλες χώρες.

Καλό θα ήταν να θυμόμαστε επίσης ότι ναι μεν ο ποταμός παροχών εξαγγέλθηκε υπό την ουρανομήκη σκιά του 16% ρυθμού ανάπτυξης του προηγούμενου τριμήνου, αλλά το ποσοστό αυτό δεν συνιστά συστηματική και μακροχρόνια άνοδο των βασικών συνιστωσών της οικονομίας ώστε να σπεύσουμε να το εκταμιεύσουμε σε πρώτη ευκαιρία. Απλώς την επαναφέρει με απότομα βήματα στα προ της πανδημίας επίπεδα και θα πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικοί αν πράγματι σηματοδοτεί και μακροχρόνια βελτίωση ή απλώς μια πρόσκαιρη ανάταση. Κατά την άποψη μου, ο μακροχρόνιος ή βραχυχρόνιος χαρακτήρας της ανόδου θα φανεί στο τέλος του 2022 και μέχρι τότε θα έχουμε «σκαμπανεβάσματα» του ρυθμού χωρίς να βγαίνει μόνιμο συμπέρασμα.

Δεύτερον, σε μεγάλο βαθμό ήταν χρηματοδότηση απασχόλησης και εισοδηματικές ενισχύσεις, οι οποίες στόχο έχουν την διατήρηση της αγοραστικής δύναμης ενόψει του επερχόμενου πληθωρισμού που διατρέχει τώρα τις ευρωπαϊκές οικονομίες και την δική μας. Όσοι σχεδιάζουν την οικονομική πολιτική, θα έπρεπε όμως να γνωρίζουν ότι αν σε μία έξαρση των τιμών η κυβέρνηση σπεύσει να καλύψει τα εισοδήματα που θα απαιτηθούν για να αγοραστούν τα ανατιμημένα αγαθά, τότε οι τιμές σίγουρα ανεβαίνουν ίσως και με το παραπάνω. Με λίγα λόγια, οι ενισχύσεις εισοδήματος είναι μέτρα προφύλαξης από τις συνέπειες του επερχόμενου πληθωρισμού στα νοικοκυριά, αλλά όχι ανάσχεσης του για να συγκρατηθεί και να μην εμποτίσει όλη την οικονομία. 

Για να γινόταν συγκράτηση της ανόδου των τιμών η κυβέρνηση έπρεπε να είχε κινητοποιήσει στο έπακρο την Επιτροπή Ανταγωνισμού να διερευνά περιπτώσεις ολιγοπωλιακών πρακτικών σε κρίσιμους τομείς παραγωγής και κατανάλωσης, πράγμα το οποίο δεν διαφαίνεται να γίνεται ή τουλάχιστον να γνωστοποιούνται τα συμπεράσματα της. Στις σημερινές συνθήκες, ο έλεγχος της τιμολογιακής πρακτικής πολλών επιχειρήσεων ίσως είναι ευκολότερος επειδή η κυβέρνηση τους έχει χορηγήσει τις επιστρεπτέες (λέμε τώρα …) καταβολές και δικαιούται να ζητήσει να συγκρατήσουν τις τιμές τους για την χειμερινή περίοδο, ώστε να μην πληγούν οι καταναλωτές.

Τρίτον, τα μέτρα που εξαγγέλθηκαν στόχευαν κυρίως σε νοικοκυριά και ορισμένες ειδικές κατηγορίες, κυρίως καταναλωτών. Πουθενά δεν υπήρχε μέριμνα, αναφορά ή σχέδιο αντιμετώπισης του πληθωρισμού που να αφορά τους παραγωγούς αγαθών. (Εξαίρεση ήταν ο ΦΠΑ ζωοτροφών, που ίσως μειώσει λίγο το κόστος παραγωγής. Αντίθετα η μείωση ΦΠΑ στα αναψυκτικά, θα αυξήσει τα περιθώρια κέρδους και ένα μικρό μόνο μέρος θα περάσει στον καταναλωτή).

Και όμως το κέντρο βάρος θα έπρεπε να είχε πέσει στην ενδυνάμωση και την επέκταση της παραγωγικής διαδικασίας. Ο πληθωρισμός που βλέπουμε στις χώρες της ΕΕ προκαλείται επειδή η ζήτηση μετά την πανδημία αυξήθηκε ταχύτερα από την ικανότητα προσφοράς αγαθών και επιπλέον η διακίνηση εμπορευμάτων ανάμεσα στις διάφορες χώρες «φράκαρε» από τις πολλές παραγγελίες. Για τον ίδιο λόγο «τσίμπησε» ο πληθωρισμός και στην Ελλάδα, με την διαφορά ότι μπορεί να είναι οξύτερος επειδή το μποτιλιάρισμα διακίνησης αγαθών είναι εντονότερο, τόσο λόγω έλλειψης επαρκών υποδομών στο διαμετακομιστικό εμπόριο, όσο και κυρίως λόγω αδυναμίας επαρκούς εγχώριας παραγωγής.

Σε αυτήν ακριβώς την στενότητα και αδυναμία παραγωγής αγαθών που θα είναι ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές και θα μπορούν να υποκαταστήσουν τα ξένα προϊόντα στις ελληνικές αγορές, θα έπρεπε να στοχεύει ο κυβερνητικός σχεδιασμός. Σε συνδυασμό με την ανταγωνιστική λειτουργία των αγορών που αναφέραμε παραπάνω θα μπορούσαν να διαμορφωθούν συνθήκες χαμηλού πληθωρισμού μακροπρόθεσμα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η παραγωγική ικανότητα της Ελλάδας πάντα βρισκόταν σε υστέρηση έναντι των επιδόσεων που είχαν οι άλλες χώρες της ΕΕ, η κατάσταση όμως χειροτέρευσε σε μεγάλο βαθμό από την μαζική κατάρρευση παραγωγικών επενδύσεων που συνέβη την περίοδο των Μνημονίων. Διάφοροι υπολογισμοί συγκλίνουν ότι έλειπαν περίπου 100 δις. Ευρώ παραγωγικών επενδύσεων από την ελληνική οικονομία και το ερώτημα ήταν πώς θα μπορούσαν να βρεθούν αυτά τα χρήματα και πού θα έπρεπε να επενδυθούν για να είναι αποδοτικότερα.

Η απρόσμενη δημιουργία του Ταμείου Ανάκαμψης και η διαθεσιμότητα περίπου 30 δις. Ευρώ στην Ελλάδα τα επόμενα χρόνια φάνηκε ότι θα μπορούσε να αποτελέσει το πρώτο σοβαρό βήμα για να επουλωθεί το χάσμα της από-επένδυσης στην χώρα μας. Με την προϋπόθεση βέβαια ότι θα στραφεί στην χρηματοδότηση επενδύσεων παραγωγής και κρίσιμων υποδομών και όχι στην κατανάλωση και τις εισαγωγές αγαθών. Αλλά για το σχέδιο και τις δυνατότητες αυτές, κουβέντα δεν ακούστηκε στην διάρκεια της ΔΕΘ. Αν όμως δεν βοηθήσεις την εθνική παραγωγή, η εισαγόμενη κατανάλωση δεν πρόκειται ποτέ να σου φέρει μακροχρόνια ανάπτυξη και χαμηλό πληθωρισμό. Απλώς θα υπάρξει μια ανακούφιση μέχρι τις επόμενες εκλογές και μετά πάλι τα ίδια θα συζητάμε.

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Νίκος Χριστοδουλάκης, ΔΕΘ, Ομιλία Μητσοτάκη ΔΕΘ
SHARE: