Το γκαζάκι είναι το κερί του αντιεξουσιαστή
Διαβάζεται σε 4'
Η πράξη μοιάζει περισσότερο με τελετουργία. Οπως ο πιστός ανάβει ένα κερί για να επιβεβαιώσει την πίστη του, έτσι και ο αντιεξουσιαστής επιβεβαιώνει τη δική του πολιτική ταυτότητα. Το γκαζάκι δεν είναι πλέον εργαλείο επανάστασης. Είναι εργαλείο ταυτότητας.
- 06 Ιουλίου 2026 06:14
Πριν από μερικές μέρες έγραψα ένα κομμάτι με το οποίο ασκούσα σκληρή κριτική στην πρωτοβουλία του «Ρουβίκωνα» να πραγματοποιήσει «αντισιωνιστική περιπολία» στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, μάλιστα στην επέτειο του πογκρόμ στο Κάμπελ, την εβραϊκή συνοικία της πόλης που το 1931 δέχθηκε την επίθεση εθνικιστικών και φασιστικών ομάδων.
Ελαβα αρκετά επικριτικά, έως και υβριστικά, μηνύματα. Μου έκαναν εντύπωση τρία. Τα δύο περιείχαν τους γνωστούς ισχυρισμούς περί «μύθων» γύρω από το Ολοκαύτωμα. Χαμογέλασα και τα προσπέρασα. Το τρίτο ήταν από έναν νεαρό του αντιεξουσιαστικού χώρου. Το μένος του με προκάλεσε να πιάσουμε κουβέντα. Και το κάναμε. Ηθελα να καταλάβω πώς σκεφτόταν.
Του είπα ότι κάθε πράξη βίας, είτε πρόκειται για γκαζάκια είτε για επιθέσεις, καταλήγει να ενισχύει ακριβώς αυτό που υποτίθεται ότι πολεμά: τον αυταρχισμό και την καταστολή από την πλευρά του κράτους. Το γνωρίζει, μου απάντησε. Πιστεύει όμως ότι αν αυτές οι πράξεις πολλαπλασιαστούν, θα γεννηθούν «πυρήνες αντίστασης» σε κάθε γειτονιά και η κοινωνία θα κάνει ένα ριζοσπαστικό βήμα.
Δεν πρόκειται, βέβαια, για καινούργια ιδέα. Η «προπαγάνδα μέσω της πράξης» εμφανίστηκε στον αναρχικό χώρο ήδη από τον 19ο αιώνα. Η λογική της είναι απλή: μια θεαματική ενέργεια μπορεί να εμπνεύσει άλλους ή να ταρακουνήσει την κοινωνία, ακόμη και αν δεν έχει άμεσο πρακτικό αποτέλεσμα. Ακόμη και η κινητοποίηση των μηχανισμών καταστολής θεωρείται, υπό μία έννοια, επιτυχία. Το σύστημα αναγκάζεται να δείξει το πραγματικό του πρόσωπο.
Του θύμισα ότι τα τελευταία πενήντα χρόνια αυτού του είδους οι ενέργειες δεν οδήγησαν την κοινωνία προς την εξέγερση. Αντιθέτως, συνέβαλαν στην ενίσχυση συντηρητικών αντανακλαστικών και στη νομιμοποίηση αυστηρότερων μέτρων ασφαλείας. Εκείνος απάντησε ότι τα αδιέξοδα που αντιμετωπίζουν οι νέοι θα οδηγήσουν αναπόφευκτα σε κλιμάκωση της σύγκρουσης.
Δεν μου είπε κάτι που δεν έχει ειπωθεί ξανά. Αυτή η συζήτηση διεξάγεται στους κόλπους της αναρχίας εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα. Υπάρχει όμως μία διάσταση που συχνά υποτιμούμε. Οι βίαιες ενέργειες δεν λειτουργούν μόνο ως πολιτικό εργαλείο. Λειτουργούν και ως μηχανισμός συγκρότησης ταυτότητας.
Πολύ συχνά δεν αποσκοπούν στο να πείσουν την ευρύτερη κοινωνία. Λειτουργούν κυρίως στο επίπεδο της συμβολικής επιβεβαίωσης της ίδιας της ομάδας. Δημιουργούν την αίσθηση ότι «κάτι κάνουμε», διατηρούν μια επαναστατική αυτοεικόνα και στέλνουν σήμα στους ομοϊδεάτες, αδιαφορώντας για το αν η κοινή γνώμη απομακρύνεται ή αν οι νόμοι γίνονται αυστηρότεροι.
Ετσι, αυτό που εγώ και εσείς θεωρούμε παράλογο και τελικά χρήσιμο για τη διέγερση συντηρητικών αντανακλαστικών, κάποιοι άλλοι το βιώνουν σχεδόν ως υπαρξιακή ανάγκη. Οταν τοποθετούν γκαζάκια σε σπίτια πολιτευτών, το βασικό μήνυμα δεν απευθύνεται στα θύματα. Απευθύνεται στους ίδιους και στους ομοϊδεάτες τους. «Υπάρχουμε. Είμαστε εδώ. Εχουμε συνείδηση και ταυτότητα.»
Σήμερα δύσκολα θα βρεθεί κάποιος που να πιστεύει σοβαρά ότι ένα γκαζάκι μπορεί να ανατρέψει το κράτος. Η πράξη μοιάζει περισσότερο με τελετουργία. Οπως ο πιστός ανάβει ένα κερί για να επιβεβαιώσει την πίστη του, έτσι και ο αντιεξουσιαστής επιβεβαιώνει τη δική του πολιτική ταυτότητα. Το γκαζάκι δεν είναι πλέον εργαλείο επανάστασης. Είναι εργαλείο ταυτότητας.
Οι περισσότεροι δεν εντάχθηκαν στον χώρο επειδή διάβασαν Μπακούνιν ή Κροπότκιν. Πρώτα τους γοήτευσε η αισθητική: το ντύσιμο, τα συνθήματα, η αδρεναλίνη, η αίσθηση ότι ανήκουν σε μια μικρή κοινότητα που αντιστέκεται. Η ιδεολογία ήρθε αργότερα. Στην ηλικία που όλοι αναζητούν μια συλλογική ταυτότητα, κάποιοι τη βρίσκουν στην κερκίδα, κάποιοι σε μια πολιτική οργάνωση και κάποιοι στις καταλήψεις.
Και κάπως έτσι, το γκαζάκι καταλήγει να είναι λιγότερο πολιτική πράξη και περισσότερο δήλωση ύπαρξης. Δεν αλλάζει τον κόσμο. Αλλά εκεί δεν βρίσκεται η ουσία της ήττας; Οταν η «επανάσταση» δεν είναι σχέδιο για την κοινωνία αλλά κάτι σαν τελετουργία για τους πιστούς της. Οι ψυχίατροι θα εστίαζαν και στο ναρκισσισμό των δραστών, αλλά αυτή είναι μία άλλη κουβέντα.