Τρεις αριθμοί, ένα μήνυμα και το επικίνδυνο αδιέξοδο…
Διαβάζεται σε 4'
Όταν βγαίνει μια δημοσκόπηση, κοιτάζουμε τα συνήθη νούμερα: ποιος προηγείται, ποιος είναι δευτερότριτος, πόσοι είναι οι αναποφάσιστοι και από πού προέρχονται, τι λέει η περίφημη (και πάντοτε επισφαλής) εκτίμηση της ψήφου.
- 02 Ιουλίου 2026 06:43
Όταν βγαίνει μια δημοσκόπηση, κοιτάζουμε τα συνήθη νούμερα: ποιος προηγείται, ποιος είναι δευτερότριτος, πόσοι είναι οι αναποφάσιστοι και από πού προέρχονται, τι λέει η περίφημη(και πάντοτε επισφαλής) «εκτίμηση» της ψήφου.
Συχνά έχουμε και οξείες αντιδράσεις από όσους δεν ευνοούνται από αυτά τα νούμερα. Καλή ώρα από το ΠΑΣΟΚ, που βλέπει ως και κάποιου είδους «συνωμοσία», επειδή όλες οι έρευνες δείχνουν ότι η νεότευκτη Ελληνική Αριστερή Συμπαράταξη του Αλέξη Τσίπρα κατέλαβε «με το καλημέρα» τη δεύτερη θέση και με ανοδική τάση.
Μέσα σε αυτά μπορεί να «χάνονται» ουσιώδη ευρήματα, τα οποία αποτελούν κόλαφο για την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, αλλά τα κόμματα της αντιπολίτευσης αδυνατούν μέχρι στιγμής να εκμεταλλευθούν. Ας τα δούμε.
Πρώτον, το παρελθόν και η σύγκριση με το παρόν. Εδώ και καιρό, λόγω της ακρίβειας και των ανεπαρκών εισοδημάτων –και επειδή η παρούσα κυβέρνηση επαίρεται για τα οικονομικά της επιτεύγματα- τίθεται, συγκριτικά, το ερώτημα για το πότε ήταν καλύτερη η οικονομική κατάσταση: το 2019, όταν η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ παρέδωσε στη σημερινή ή σήμερα, μετά από εφτά έτη διακυβέρνησης της ΝΔ. Λοιπόν, τα αποτελέσματα είναι μάλλον ανέλπιστα και συντριπτικά. Τον περασμένο Φεβρουάριο, όταν ετέθη αυτό το ερώτημα(Metron Analysis για το Μέγκα), το 52% των πολιτών απάντησε ότι το 2019 ήταν καλύτερα έναντι του 27% που είπε ότι σήμερα είναι καλύτερα (εδώ). Το ίδιο ερώτημα ετέθη σήμερα(ALCO για το Flash.gr) και η απάντηση ήταν ανάλογη: Το 45% λέει ότι σήμερα ζει χειρότερα σε σύγκριση με το 2019 και μόλις το 19% καλύτερα. Υπενθυμίζουμε ότι το 2019 ήταν ουσιαστικά μνημονιακό έτος, ενώ σήμερα η κυβέρνηση έχει την ευχέρεια να κάνει παντός είδους παροχές. Οι αριθμοί σήμερα ευημερούν, αλλά οι (πολλοί) άνθρωποι άλλα νιώθουν.
Δεύτερον, στην ίδια δημοσκόπηση ετέθη το ερώτημα για το παρόν και, κυρίως, για το μέλλον της νέων μας: «Η νέα γενιά θα ζήσει καλύτερα ή χειρότερα από τη σημερινή;». Και η απάντηση είναι και συντριπτική και απογοητευτική: το 69% πιστεύει ότι θα ζήσει χειρότερα (και μεταξύ των νεότερων ηλικιών το ποσοστό αυτό ανεβαίνει κι άλλο).
Τρίτον, σε όλες τις έρευνες τίθεται το ερώτημα «συνέχεια της διακυβέρνησης ή πολιτική αλλαγή». Και οι πολίτες απαντούν με συντριπτικά ποσοστά υπέρ της πολιτικής αλλαγής.
Συμπέρασμα πρώτο: όποιος ποντάρει στο «κακό» παρελθόν των άλλων με τη σιγουριά ότι το δικό του παρόν είναι «καλό» μπορεί να βρεθεί μπροστά σε δυσάρεστη έκπληξη το βράδυ των επόμενων εκλογών.
Συμπέρασμα δεύτερο: όταν το μέλλον της νέας γενιάς, που αποτελεί-υποτίθεται- την ελπίδα της χώρας, προοιωνίζεται δυσοίωνο- και, πάντως, χειρότερο από το παρελθόν των γονιών τους- τίποτα καλό δεν μπορεί να αναμένεται.
Συμπέρασμα τρίτο: η χώρα χρειάζεται πολιτική αλλαγή. Η αίσθηση των πολλών είναι ότι οι κυβερνήσεις των τελευταίων εφτά ετών απέτυχαν να βελτιώσουν τη ζωή τους. Και ενδεχόμενη παράταση της σημερινής κατάστασης, με οποιαδήποτε μορφή, δεν έχει να προσφέρει τίποτα, θα παρατείνει και θα γιγαντώσει το αίσθημα της απογοήτευσης. Γι’ αυτό όσοι έχουν την ευθύνη να αποτρέψουν αυτήν την εξέλιξη, αλλά διαγκωνίζονται απλώς για μικρομεσαία ποσοστά και δευτερότριτες θέσεις, το μόνο που κάνουν είναι να επιτείνουν το αδιέξοδο.
Και όποιος πιστεύει ότι «στη δημοκρατία δεν υπάρχουν αδιέξοδα» ποτέ, μπορεί να το δει τώρα. Και να είναι επικίνδυνο…