Σε αυτήν την ανασκαφή αναζητούν με σκαλιδάκια θραύσματα του Ευριπίδη
Διαβάζεται σε 10'
Ο ηθοποιός, σκηνοθέτης και αρχαιολόγος Ευθύμης Θέου μιλά στο NEWS 24/7 με αφορμή την παράσταση “ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ: Ευριπίδης” που περιοδεύει σε αρχαία θέατρα και αρχαιολογικούς χώρους της χώρας.
- 02 Ιουλίου 2026 06:33
Πώς μπορεί μια ανασκαφή να γίνει παράσταση; Και πώς λίγοι σωζόμενοι στίχοι από τα χαμένα έργα του Ευριπίδη μπορούν να αποκτήσουν ξανά σώμα, φωνή και παρουσία πάνω στη σκηνή; Για τον Ευθύμη Θέου, η απάντηση βρίσκεται ακριβώς στο σημείο όπου η αρχαιολογία συναντά το θέατρο.
Ηθοποιός, σκηνοθέτης και αρχαιολόγος, ο Ευθύμης Θέου έχει αφιερώσει σχεδόν δύο δεκαετίες στη δημιουργία ενός ιδιαίτερου καλλιτεχνικού πεδίου, όπου η ανασκαφή μετατρέπεται σε δραματουργικό εργαλείο και τα αρχαία θέατρα παύουν να αποτελούν απλώς τόπους φιλοξενίας παραστάσεων, για να γίνουν ζωντανοί τόποι μνήμης.
Αυτό ακριβώς επιχειρεί και στα «ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ: Ευριπίδης», την παράσταση που περιοδεύει για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά σε αρχαία θέατρα και αρχαιολογικούς χώρους της χώρας. Στη σκηνή στήνεται μια παράδοξη, σχεδόν υπαρξιακή ανασκαφή, όπου τα ευρήματα δεν είναι αγγεία, επιγραφές ή αρχιτεκτονικά κατάλοιπα, αλλά θεατρικοί στίχοι. Λόγια αρχαίων ηθοποιών σπασμένα σε μικρά κομμάτια, αποσπάσματα από τα χαμένα έργα του Ευριπίδη που αναδύονται από το χώμα σαν πολύτιμα αρχαιολογικά ευρήματα.
Πέντε ερμηνευτές-«αρχαιολόγοι», εφοδιασμένοι με σκαλιδάκια, πινελάκια, κόσκινα και τριγωνάκια, ακολουθούν την τελετουργική διαδικασία μιας πραγματικής ανασκαφής κάτω από τον ήλιο. Και καθώς το χώμα υποχωρεί, από τα σκάμματα ξεπηδούν εικόνες από αρχαίες παραστάσεις, φωνές που σίγησαν πριν από αιώνες και μικρές ιστορίες της καθημερινής ζωής των θεάτρων, εκεί όπου το έργο παρουσιάζεται σήμερα, δημιουργώντας έναν μοναδικό διάλογο ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν.
Με αφορμή αυτή τη διαφορετική θεατρική εμπειρία, μιλήσαμε με τον Ευθύμη Θέου για τη συνάντηση της αρχαιολογίας με το θέατρο, για τη γοητεία των αποσπασμάτων, για τη μνήμη που κρύβουν τα αρχαία θέατρα και για το πώς ακόμη και ένα θραύσμα μπορεί να αποδειχθεί αρκετό για να αφηγηθεί μια ολόκληρη ιστορία.
Τι σημαίνει η συνύπαρξη θεάτρου και αρχαιολογίας ως ενιαία καλλιτεχνική γλώσσα;
Τα δυο αυτά πεδία, το ένα καλλιτεχνικό και το άλλο επιστημονικό, φαινομενικά βρίσκονται μακριά το ένα από το άλλο. Στην πραγματικότητα, όμως, αν το σκεφτείτε και τα δύο έχουν να κάνουν με την ερμηνεία ενός «υλικού» που έρχεται από ένα μακρινό ή πιο πρόσφατο παρελθόν με σκοπό τη δημιουργία μιας αφήγησης.
Μ’ αυτή την σκέψη, λοιπόν, κοντά 20 χρόνια πριν ξεκινήσαμε να πειραματιζόμαστε πάνω στο πώς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε κατεξοχήν αρχαιολογικά εργαλεία, όπως είναι η ανασκαφή, η μελέτη των ευρημάτων κ.α., για τη δημιουργία μιας παράστασης, πηγαίνοντας με τους ηθοποιούς στο πλαίσιο των προβών στις εκάστοτε ανασκαφές, συμμετέχοντας στη δουλειά στα σκάμματα κλπ.
Αλλά και πώς θεατρικές πρακτικές μπορούν να εμπλουτίσουν τον τρόπο που προσεγγίζουμε το υλικό παρελθόν, φωτίζοντας διαφορετικές βιωματικές και ενσώματες πλευρές του, και εμπλέκοντας, ταυτόχρονα, στη διαδικασία αυτή την τοπική κοινότητα γύρω από τον εκάστοτε αρχαιολογικό χώρο.
Τα «ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ: Ευριπίδης» βασίζονται σε αποσπασματικά ευρήματα. Πώς μετατρέπεται το “θραύσμα” σε δραματική εμπειρία;
Η παράσταση ουσιαστικά φέρνει στη σκηνή αποσπάσματα από τα λεγόμενα «χαμένα» έργα του Ευριπίδη, από τα οποία σώζονται μια σκηνή, λίγες γραμμές ή και μερικές μόνο λέξεις – με αφορμή, μάλιστα, ένα πολύ πρόσφατο εύρημα του 2022, έναν πάπυρο που βρέθηκε στην Αίγυπτο με κομμάτια από την «Ινώ» και τον «Πολύιδό» του. Στήνουμε λοιπόν μπροστά στους θεατές μια ανασκαφή, η οποία αυτή τη φορά δεν αποκαλύπτει αγγεία, εργαλεία ή αρχιτεκτονική, αλλά κομμάτια θεατρικού λόγου περασμένων εποχών.
Μπορεί ένα αρχαίο θέατρο να λειτουργήσει σήμερα όχι ως σκηνή, αλλά ως ενεργό αρχαιολογικό σώμα μέσα στην παράσταση;
Νομίζω εκεί ακριβώς έγκειται η δύναμή τους ως θεατρικών χώρων. Αυτός είναι ο λόγος που κάνει τους ανθρώπους κάθε καλοκαίρι να συγκεντρώνονται στα αρχαία θέατρα και τις άλλες αρχαιολογικές θέσεις.
Μια «υπαρξιακή», αν θέλετε, διάσταση που εγγενώς φέρει κάτι το οποίο δημιουργήθηκε τόσους αιώνες πριν – ειδικά όταν δεν προσπαθούμε να καλύψουμε αυτή τους την πλευρά, αλλά να την τονίσουμε μέσα από τη θεατρική δράση.
Στη δική μας περίπτωση αυτό είναι ακόμη πιο έντονο, μιας και το έργο παρουσιάζεται σε μικρότερα αρχαία θέατρα, κάποια από τα οποία αποκαλύφθηκαν σχετικά πρόσφατα, με τα σκάμματα των αρχαιολόγων να είναι ακόμη ανοιχτά λίγα μέτρα από τη σκηνή όπου παίζουμε.
Επηρεάζει τη δραματουργία το γεγονός ότι κάθε παράσταση παίζεται σε διαφορετικό αρχαίο χώρο;
Συνολικά, προσπαθήσαμε να δούμε αυτούς τους χώρους όχι ως απρόσωπες αρχαιολογικές θέσεις, αλλά ως τόπους που έδρασαν κάποτε άνθρωποι – στην ουσία «συνάδελφοί» μας που θα μάθαιναν κι αυτοί λόγια, θα έκαναν πρόβα, θα περίμεναν το κοινό…
Εντάξαμε, έτσι, στο έργο στοιχεία από την ιστορία του κάθε θεάτρου, φωτίζοντας πτυχές της καθημερινότητας των διαφόρων ηθοποιών, μουσικών, τεχνικών κ.α. που έδρασαν εκεί, κάποιες λεπτομέρειες από τις ζωές των οποίων έχουν φτάσει ως τις μέρες μας.
Μέρος των προβών μας φέτος για την επανάληψη του έργου είχε, ακριβώς, να κάνει με την αντίστοιχη έρευνα για τους διαφορετικούς αυτούς χώρους όπου θα ταξιδέψει η παράσταση στη Μακεδονία, την Ήπειρο, τη Στερεά Ελλάδα και την Κρήτη.
Οι ερμηνευτές παρουσιάζονται και ως “αρχαιολόγοι” επί σκηνής. Τι αλλάζει στη σχέση ηθοποιού–ρόλου μέσα σε αυτό το πλαίσιο;
Νομίζω επιτρέπει τόσο τους θεατές όσο κι εμάς πάνω στη σκηνή να μην ξεχνάμε την ερμηνευτική διάσταση που έχει κάθε προσέγγιση του αρχαίου δράματος. Υπάρχει μια γερά εμπεδωμένη παράδοση στην Ελλάδα γύρω από τα αντίστοιχα ανεβάσματα, η οποία πολλές φορές λειτουργεί ως τροχοπέδη.
Η αντιμετώπιση των έργων αυτών ως αρχαιολογικών ευρημάτων προς διερεύνηση και η «ταυτότητά» μας στη σκηνή ως αρχαιολόγων μας απελευθέρωσε σε ένα βαθμό, δίνοντάς μας τη δυνατότητα να προσεγγίσουμε τα «θραύσματα» αυτά με μεγαλύτερη εκφραστική δύναμη και μέσα από περισσότερες οπτικές γωνίες.
Η παράσταση προσεγγίζει τον Ευριπίδη μέσα από χαμένα έργα και στίχους. Τι νέο αποκαλύπτει αυτή η “απουσία” για τον ίδιο τον δραματουργό;
Αυτό που αποκάλυψε αρχικά σε εμάς τους ίδιους είναι ο μεγάλος πλούτος των έργων του, όλες αυτές τις υποθέσεις των παραστάσεων που έγραψε και πρωτοανέβασε και για τις οποίες δεν γνωρίζαμε παρά ελάχιστα.
Έργα απρόσμενα, όπως ο «Χρύσιππος», με τη δίδυμη με τον «Ιππόλυτο» πλοκή του για τον έρωτα του Λάιου, του πατέρα του Οιδίποδα, για τον πρίγκιπα της Θήβας. Ή αποσπάσματα με μεγάλη θεατρική δύναμη, όπως το σχεδόν ακέραιο χορικό από τον «Φαέθοντα», για το ξημέρωμα και το ξύπνημα της φύσης κάθε πρωί.
Το φυσικό φως είναι βασικό στοιχείο της παράστασης. Τι αφαιρεί και τι προσθέτει αυτή η συνθήκη;
Όπως λέτε παίζουμε με φυσικό φως, από αργά το απόγευμα ως το τελευταίο σούρουπο λίγο πριν νυχτώσει. Νομίζω το σημαντικότερο που μας προσφέρει αυτή η συνθήκη είναι η δυνατότητα να εντάξουμε το φυσικό τοπίο που περιβάλλει τα θέατρα μέσα στην δράση μας. Τα κείμενα αυτά άλλωστε –που γράφτηκαν για να πρωτοανέβουν κατά τη διάρκεια της ημέρας– είναι γεμάτα από αναφορές στο φυσικό περιβάλλον.
Το μόνο που είχαμε να κάνουμε ορισμένες στιγμές ως ηθοποιοί επάνω στη σκηνή κατά τη διάρκεια της περσινής περιοδείας ήταν να στρέψουμε το βλέμμα των θεατών π.χ. στη θάλασσα που βρισκόταν πίσω μας στη Μήλο, στην Τζιά και στη Θάσο ή στο δάσος που περίκλειε το θέατρο της Μυτιλήνης.
Ο μοναδικός περιορισμός είναι ότι αυτό επιβάλλει μια διάρκεια παράστασης που να ταυτίζεται με τη μία ώρα από τη στιγμή που θα πέσει ο ήλιος και η καλοκαιρινή ζέστη ως τη στιγμή που θα μπορούν με ασφάλεια να αποχωρήσουν οι θεατές από το θέατρο.
Τελικά, τα «ΘΡΑΥΣΜΑΤΑ» είναι μια παράσταση ή μια μέθοδος ανάγνωσης του αρχαίου κόσμου;
Είναι μια έντονα μουσική και αφηγηματική παράσταση που χρησιμοποιεί τη δύναμη του θεατρικού λόγου για να φωτίσει διαφορετικές, πιο ανθρωποκεντρικές πτυχές του αρχαίου και του σύγχρονου κόσμου. Τι άλλο είναι άλλωστε το θέατρο (και θα έλεγα και η αρχαιολογία) από ένα προσεκτικό, έντεχνο βλέμμα στον κόσμο;
Πώς υποδέχθηκαν το έργο πέρσι οι θεατές;
Ήταν ειλικρινά μεγάλη η χαρά η δική μας και νομίζω και των θεατών από τη συνάντησή μας κατά τη διάρκεια της περιοδείας. Έδωσε, άλλωστε, την ευκαιρία στο Εθνικό Θέατρο, στον μεγαλύτερο θεατρικό οργανισμό της χώρας, να βρεθεί σε μέρη έξω από τους συνηθισμένους θεατρικούς προορισμούς, σε περιοχές που αισθάνονται συχνά αποκομμένες από την σύγχρονη καλλιτεχνική δραστηριότητα και όχι μόνο.
Σκέφτομαι, εδώ, τις δυνατές στιγμές που ζήσαμε πέρυσι στο μικρονήσι του Άη Στράτη. Και ανυπομονώ για τη συνάντησή μας σε λίγους μήνες με τους Γαυδιώτες, στα νότια της Κρήτης, στην ανοιχτή θάλασσα προς την Αφρική.
Συντελεστές
Σκηνοθεσία – Δραματουργική επεξεργασία: Ευθύμης Θέου
Μεταγραφή αποσπασμάτων – Συνεργασία στη δραματουργία: Κυριάκος Καρσεράς
Μουσική σύνθεση – Μουσική διδασκαλία: Κορνήλιος Σελαμσής
Σκηνικός χώρος: Λουκάς Μπάκας
Κοστούμια: Παύλος Θανόπουλος
Κίνηση: Νικολέτα Ξεναρίου
Δραματολόγος παράστασης: Εύα Σαραγά
Βοηθός σκηνοθέτη: Μαίρη Καραζήση
Βοηθός σκηνογράφου: Βαγγέλης Ξενοδοχίδης
Ερμηνεύουν: Ελένη Βεργέτη, Γιώργος Κριθάρας, Ηλέκτρα Νικολούζου, Γιώργος Σύρμας, Ευθύμης Θέου
Φωτογραφίες: Karol Jarek, Τάσος Παπανικολάου
Σταθμοί περιοδείας
02/07 | Αρχαίο Θέατρο Μίεζας στη Νάουσα | 19:30
04/07 | Αρχαίο Θέατρο Γιτάνων στους Φιλιάτες Θεσπρωτίας* | 19:30
05/07 | Αρχαίο Θέατρο Κασσώπης στην Πρέβεζα* | 19:30
07/07 | Μικρό Θέατρο Αμβρακίας στην Άρτα | 19:30
08/07 | Αρχαίο Θέατρο Πλευρώνας στο Μεσολόγγι* | 19:30
26/08 | Πέτρινο Θέατρο στο Σαρακήνικο της Γαύδου | 19:00
28/08 | Αρχαίο Θέατρο Απτέρας στα Χανιά* | 19:00
29/08 | Αρχαίο Θέατρο Χερσονήσου στη Χερσόνησο | 19:00
30/08 | Ανάκτορο Μαλίων στα Μάλια* | 19:00
01/09 | Ρωμαϊκό Ωδείο Γόρτυνας στη Γόρτυνα* | 19:00
02/09 | Αρχαιολογικός Χώρος Λατώ στον Άγιο Νικόλαο* | 18:30
03/09 | Αρχαιολογικός Χώρος Γουρνιών στην Ιεράπετρα* | 18:30
Διάρκεια: 60 λεπτά
· Η είσοδος στους χώρους είναι δωρεάν | Απαραίτητη η προκράτηση θέσεων εδώ.
· Περιορισμένος αριθμός δελτίων εισόδων θα διατίθεται κατά σειρά προτεραιότητας στην είσοδο των θεάτρων 60 λεπτά πριν την έναρξη των παραστάσεων.
· Στους χώρους που σημειώνονται με αστερίσκο (*) θα καταβάλλεται το αντίτιμο του εκάστοτε αρχαιολογικού χώρου.
Οι παραστάσεις πραγματοποιούνται με φυσικό φως και ήχο.
Το πρόγραμμα υπόκειται σε τροποποιήσεις