Ατενίζοντας την πραγματικότητα έξω από τον γυάλινο πύργο

Χιλιανοί πανηγυρίζουν στους δρόμους μετά εκλογή του αριστερού Γκαμπριέλ Μπόριτς στην προεδρία της χώρας
Χιλιανοί πανηγυρίζουν στους δρόμους μετά εκλογή του αριστερού Γκαμπριέλ Μπόριτς στην προεδρία της χώρας AP PHOTO/MATIAS DELACROIX

Ο Διευθυντής του Ινστιτούτου Έρευνας και Κοινωνικής Αλλαγής "Eteron", Γαβριήλ Σακελλαρίδης, συμμετέχοντας στο αφιέρωμα "Η Ελλάδα στο μέλλον" γράφει στο NEWS 24/7 για την ανάγκη αλλαγής παραδείγματος οικονομικής πολιτικής, τα δικαιώματα και το "άνοιγμα" των ανισοτήτων.

Οποιαδήποτε πρόβλεψη για το τί θα φέρει ένα νέο έτος -μετά το 2020- θα μπορούσε να θεωρηθεί εκ προοιμίου ριψοκίνδυνο εγχείρημα. Όμως υπάρχει μία λεπτή κόκκινη γραμμή που ενώνει την πορεία μας μέσα στην πανδημία: ζούμε σε μία εποχή που που το “νέο” αγωνίζεται να γεννηθεί και το “παλιό” πασχίζει να κρατηθεί στη ζωή, όπως έλεγε ο Γκράμσι για να περιγράψει την στιγμή της καμπής στην ιστορία.

Σε αυτή την εποχή της ρευστότητας υπάρχουν πολλές πραγματικότητες γύρω μας. Όχι στη λογική του Matrix -μέρες που είναι- αλλά σε αυτό που καταλαβαίνουμε, αξιολογούμε και βιώνουμε, με βάση τις επιλογές που έχουμε κάνει συνειδητά ή ασυνείδητα. Έτσι μπορούμε να διαβάζουμε αντιφατικά πρωτοσέλιδα που να έχουν ψήγματα αλήθειας. Μπορούμε να κατακεραυνώνουμε αυτούς που διαφωνούμε και να απορούμε “μα πως είναι δυνατόν” να πιστεύουν τέτοια πράγματα και να έχουμε όλοι κάποιο δίκιο. Υπάρχει λοιπόν μία πραγματικότητα που κατασκευάζεται εντός ενός “γυάλινου πύργου” με τις δικές της προτεραιότητες, τις δικές της αξίες και τα δικά της αφηγήματα. Υπάρχει και μία άλλη, αυτή που είναι ορατή εκτός “γυάλινου πύργου” που αρκεί να αλλάξει κάποιος τις προτεραιότητες και θα δει τα πράγματα διαφορετικά.

Σε αυτή την πραγματικότητα θέλω να αναφερθώ, αφού εντέλει αυτό που αντιλαμβανόμαστε είναι ζήτημα οπτικής γωνίας.

Νεοφιλελεύθερες ρωγμές;

Το 2021 ξεκίνησε μία συζήτηση σε παγκόσμιο επίπεδο για την ανάγκη αλλαγής παραδείγματος οικονομικής πολιτικής. Ο νεοφιλελευθερισμός, μία έννοια που χρησιμοποιείται ευρύτατα για να περιγράψει την κυριαρχία των αγορών, την απορρύθμιση της εργασίας, την χαμηλή φορολογία του κεφαλαίου για την επίτευξη της ανταγωνιστικότητας κλονίστηκε περισσότερο από ποτέ από τα τέλη της δεκαετίας του 1970.

Η κριτική στα trickle-down economics, τον ακρογωνιαίο λίθο του νεοφιλελευθερισμού, που σύμφωνα με τα οποία πρέπει να δοθούν κίνητρα στους πλούσιους και τις επιχειρήσεις για να αυξήσουν τον πλούτο και την κερδοφορίας τους για να διαχυθούν στα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, ήταν τεράστιας ιστορικής σημασίας, ειδικότερα από τη στιγμή που έγινε από τον Μπάιντεν.

Και ενώ συμβαίνουν αυτά, στην Ελλάδα φαίνεται να έχει υψωθεί ένα τείχος προστασίας απέναντι σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου. Μετά από μία δεκαετία μνημονίων και δύο χρόνια πανδημίας, αν παρακολουθήσει κάποιος το δημόσιο διάλογο, το βασικότερο πρόβλημα της ελληνικής οικονομίας μοιάζει να είναι ότι είμαστε “η τελευταία Σοβιετίας της Ευρώπης”. Η μόνιμη επωδός για μικρότερο κράτος, περισσότερη φιλελευθεροποίηση, περισσότερα κίνητρα για τις επιχειρήσεις και τα υψηλά εισοδήματα εκτός από βαριές ιδεοληψίες καταδεικνύει και μία εμμονή που αντικρούει στη διεθνή πραγματικότητα.

Ποιοι κερδίζουν από την ανάπτυξη;

Ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ είναι ο βασικό δείκτης με βάση τον οποίο κρίνεται αν τα πράγματα πηγαίνουν καλά ή άσχημα. Ας αποφύγουμε σε αυτό το σημείο να μπούμε στην αντιπαράθεση για το αν η ανάπτυξη 7% του 2021 είναι αποτέλεσμα “ελατηρίου”, δηλαδή αν οφείλεται απλώς στην μεγάλη ύφεση του 2020 ή για το αν οι προοπτικές του 2022 είναι ευοίωνες με βάση έναν προϋπολογισμό λιτότητας. Η όποια ανάπτυξη όχι απλώς δεν φτάνει σε όλους, αλλά στην πραγματικότητα αποκλείει από τους καρπούς της όλο και πιο ευρεία τμήματα της ελληνικής κοινωνίας. Αυτό το επιβεβαιώνουν οι επίσημες στατιστικές για την εισοδηματική ανισότητα και την φτώχεια στην χώρα μας, που χρησιμοποιούν τους πιο συντηρητικούς ορισμούς για τα παραπάνω μεγέθη. Στρατιές εργαζομένων υποαπασχολούνται σε εργασιακές γαλέρες είτε αδήλωτοι σε συνθήκες “μαύρης” εργασίας είτε με μισθούς που δεν δίνουν καμία προοπτική. Και αυτό δεν αφορά μόνο τους νέους αλλά όλο και πιο ευρεία ηλικιακά στρώματα.

Πίσω από τους πηχυαίους τίτλους για τους ρυθμούς ανάπτυξης κρύβεται η πραγματική εικόνα μιας βαθιά πολωμένης κοινωνίας που καλείται να πανηγυρίσει για επιτυχίες δεν την ακουμπούν και μάλιστα εγκαλείται για “μιζέρια” όταν δεν το κάνει.

Ποια δικαιώματα είναι πιο σημαντικά;

Η συζήτηση για τα δικαιώματα είναι κρίσιμη σε αυτή την περίοδο αβεβαιότητας. Δεν είναι λίγοι αυτοί που αντιδρούν στις επικλήσεις σεβασμού των δικαιωμάτων, θεωρώντας πως αυτές οι συζητήσεις υποκρύπτουν άλλες ατζέντες. Όμως τα δικαιώματα δεν είναι τίποτα παραπάνω από ένα κανονιστικό πλαίσιο του “τί είναι σωστό και δίκαιο” στις κοινωνίες μας. Κι αν θεωρείται ότι χρησιμοποιούνται μόνο από αυτούς που τα στερούνται (που δεν είναι καθόλου κακό αυτό), ας αναλογιστεί κάποιος ότι μπορεί να περιέλθει σε κατάσταση που ο σεβασμός των δικαιωμάτων να αφορά τον ίδιο προσωπικά.

Το δικαίωμα στην υγεία -για παράδειγμα- στην εποχή της πανδημίας έγινε κεντρικό στη δημόσια συζήτηση. Η δυνατότητα παροχής υπηρεσιών υγείας που διασφαλίζουν την ανθρώπινη ζωή με όρους αξιοπρέπειας έγινε κρίσιμο διακύβευμα. Πολύ γρήγορα όμως τέθηκε στη ζυγαριά, αντιπαραθετικά με άλλα δικαιώματα; Είναι πιο σημαντικό από το δικαίωμα στη διαδήλωση και την ελευθερία έκφρασης; Είναι πιο σημαντικό από το δικαίωμα στο επιχειρηματικό κέρδος είτε αυτό αφορά τις ιδιωτικές κλινικές, είτε άλλες επιχειρηματικές δραστηριότητες;

Τις απαντήσεις σε αυτά τα ερωτήματα τις δίνουν οι κοινωνίες με βάση τις αξίες και τις προτεραιότητες τους. Και με βάση αυτές τις απαντήσεις πρέπει να κρίνονται και οι κυβερνήσεις.

Στην Ελλάδα ως τώρα έχουμε χάσει τη πιο σημαντική ευκαιρία να επενδύσουμε ενεργητικά στο εθνικό σύστημα υγείας και να δημιουργήσουμε δομές που να διασφαλίζουν το δικαίωμα στην υγεία σε όλους τους πολίτες με τρόπο ισότιμο και ποιοτικό. Η επιλογή ενίσχυσης του διαλυμένου ΕΣΥ, της δημιουργίας ενός ουσιαστικού συστήματος πρωτοβάθμιας περίθαλψης και η βελτίωση της μισθολογικής θέσης του υγειονομικού προσωπικού είναι ζήτημα πολιτική επιλογής που θα μπορούσε να αποτελέσει παρακαταθήκη για τις μελλοντικές γενιές.

Πώς κινητοποιείται μία κοινωνία;

Στις παραπάνω προκλήσεις ο ρόλος της κοινωνίας τίθεται επίμονα ως βασικός παράγοντας. Η κοινωνία όμως δεν εκφράζεται μέσα από τις εκλογές; Δεν καθορίζει ποιες είναι οι προτεραιότητές της όταν πηγαίνει στην κάλπη; Σίγουρα το κάνει και με αυτό τον τρόπο. Όμως το δημοκρατικό στοίχημα δεν τελειώνει εκεί, ούτε καν στο πλαίσιο της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η διεκδίκηση, ο δημόσιος διάλογος, η κριτική αμφισβήτηση είναι συστατικά κομμάτια μία δημοκρατίας. Κι αν πίνουμε νερό στο όνομα της δημοκρατίας είναι αντιφατικό να εξοβελίζουμε στο πυρ το εξώτερον τα συστατικά της.

Στα χρόνια της πανδημίας συναντήσαμε νέες μορφές κινητοποίησης μέσα από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, από κοινωνικά τμήματα που ήταν αόρατα στο πλαίσιο της μεγάλης εικόνας και τα οποία ξαφνικά απέκτησαν τη δύναμη να δημιουργούν πολιτικά γεγονότα κεντρικής σημασίας. Οι διεκδικήσεις των εργαζομένων στην e-food, η κινητοποίηση για τις γυναικοκτονίες και την έμφυλη κακοποίηση δίνουν τον τόνο, προειδοποιώντας πως ό,τι περνάει “κάτω από το ραντάρ” των παραδοσιακών ΜΜΕ δεν θα κρύβεται πλέον κάτω από το χαλάκι.

Κάποιοι μιλούν για την ανάγκη κανόνων και ρύθμισης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να “αποφεύγεται η παραπληροφόρηση”. Ας ρυθμιστεί το τοπίο των παραδοσιακών ΜΜΕ, ας διασφαλιστεί η πολυφωνία, η κριτική άποψη, ας διασφαλιστεί ένας δημόσιος χώρος που να δίνει βήμα στους πολίτες και έπειτα -βεβαίως- να δούμε και το τί συμβαίνει στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Όχι όμως το ανάποδο. Ειδάλλως υποκρύπτεται μία φοβία απέναντι στο ό,τι δεν μπορεί να ελεγχθεί και να χειραγωγηθεί.

Και ο λαϊκισμός; Μήπως τελικά λαϊκίζουμε;

Έχετε και εσείς παρατηρήσει ότι οποτεδήποτε κάποιος επικαλείται τις κοινωνικές προτεραιότητες κατατάσσεται αυτόματα στους “λαϊκιστές”; Ότι οποιαδήποτε αναφορά σε υπεράσπιση κοινωνικών δικαιωμάτων θεωρείται “αναχρονισμός”, “συντηρητισμός” και φυσικά λαϊκισμός; Ότι η ταμπέλα του “λαϊκιστή” που φοριέται με τόση ευκολία σε όσους αρθρώνουν έναν λόγο που εκφεύγει από τη στενότητα της κυρίαρχης πολιτικής, είναι το ιδεολογικό υπερόπλο για να λήξει μία δημόσια συζήτηση πριν καν αρχίσει; Ο λαϊκισμός μοιάζει όλο και περισσότερο να είναι μία επινοημένη κατασκευή για να προσφέρει επιχειρήματα σε όσους δεν θέλουν να αλλάξει τίποτα στις προτεραιότητες της κοινωνίας.

Σημαίνει αυτό ότι δεν υπάρχει λαϊκισμός; Υπάρχει, όταν οι ψευδείς ειδήσεις διαμορφώνουν πολιτικά επιχειρήματα στο δημόσιο λόγο. Όταν οι επικλήσεις αδιόρατων απειλών λειτουργούν για την προώθηση ηθικών πανικών (και δεν εννοούμε την πανδημία). Όταν η επιστήμη εργαλειοποιείται για να χωρέσει σε πολιτικές φόρμες που εξυπηρετούν.

Ας γίνει λοιπόν το 2022 η χρονιά που οι αξίες της κοινωνικής δικαιοσύνης, της αξιοπρέπειας και της αλληλεγγύης θα μπουν στο επίκεντρο. Και να είναι αυτές που θα καθοδηγήσουν τις κοινωνικές προτεραιότητες και θα κρίνουν τις πολιτικές επιλογές.

*Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης είναι Διευθυντής του Ινστιτούτου Έρευνας και Κοινωνικής Αλλαγής "Eteron"

27 άρθρα σημαντικών προσωπικοτήτων που μοιράζονται σκέψεις και απόψεις για την Ελλάδα και τη θέση της στο μέλλον. Ανακαλύψτε περισσότερα στο αφιέρωμα "2022: Η Ελλάδα Στο Μέλλον"

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Οικονομική Κρίση, Τράπεζες και Ανάπτυξη, ευρωζώνη, ανθρώπινα δικαιώματα, Κορονοϊός, Covid-19, ΕΣΥ, Τζο Μπάιντεν
SHARE: