Γιατί η απόσυρση 5.000 Αμερικανών στρατιωτών είναι μόνο η “κορυφή του παγόβουνου” για την ΕΕ
Διαβάζεται σε 3'
Η μερική αποχώρηση αμερικανικών στρατιωτών από τη Γερμανία αποκαλύπτει βαθύτερες εντάσεις στις σχέσεις ΗΠΑ – Ευρώπης, με επιπτώσεις στην ασφάλεια της ηπείρου.
- 02 Μαΐου 2026 22:17
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να αποσύρει 5.000 Αμερικανούς στρατιώτες από τη Γερμανία αντιμετωπίστηκε από το Βερολίνο περισσότερο ως μια συμβολική κίνηση.
Αξιωματούχοι του Πενταγώνου ανακοίνωσαν ότι μια αμερικανική ταξιαρχία θα αποχωρήσει από τη Γερμανία μέσα στους επόμενους 6 έως 12 μήνες. Η εν λόγω εξέλιξη αυτή ήρθε λίγες ημέρες μετά τις δηλώσεις του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, ο οποίος εξέφρασε αμφιβολίες για τη στρατηγική των ΗΠΑ στο Ιράν.
Ωστόσο, αναλυτές προειδοποιούν ότι η συνολική επιδείνωση των σχέσεων μεταξύ ΗΠΑ και Ευρώπης μπορεί να αφήσει την ήπειρο εκτεθειμένη, τόσο οικονομικά όσο και σε επίπεδο ασφάλειας.
Η αύξηση των αμερικανικών δασμών στα ευρωπαϊκά αυτοκίνητα, η αβεβαιότητα γύρω από την ανάπτυξη πυραυλικών συστημάτων στη Γερμανία και οι συνέπειες του πολέμου με το Ιράν εκτιμάται ότι θα έχουν μεγαλύτερο αντίκτυπο από τη μείωση των στρατευμάτων.
«Όλα αυτά είναι πιο σημαντικά από μια συμβολική μείωση 5.000 στρατιωτών», δήλωσε στη Wall Street Journal ο Τόρστεν Μπέννερ, διευθυντής του Global Public Policy Institute στο Βερολίνο, επισημαίνοντας και την πίεση που δέχονται τα αμερικανικά στρατιωτικά αποθέματα λόγω των επιχειρήσεων στο Ιράν.
Ο ρόλος της Γερμανίας στο αμερικανικό δίκτυο
Η Γερμανία αποτελεί βασικό κόμβο για την παρουσία περίπου 85.000 Αμερικανών στρατιωτών στην Ευρώπη. Από εκεί, οι ΗΠΑ συντονίζουν επιχειρήσεις σε διάφορα σημεία του κόσμου.
Η αεροπορική βάση Ράμσταϊν, στη νότια Γερμανία, έχει διαδραματίσει σημαντικό ρόλο σε αποστολές στο Αφγανιστάν, το Ιράκ και πιο πρόσφατα στο Ιράν.
Η αποχώρηση των 5.000 στρατιωτών αντιστοιχεί περίπου στο 14% των αμερικανικών δυνάμεων που βρίσκονται σήμερα στη χώρα. Πρόκειται για ποσοστό σχετικά μικρό, που δεν ξεφεύγει από τις συνήθεις μετακινήσεις στρατευμάτων.
Επιπλέον, οι περισσότερες από αυτές τις δυνάμεις δεν έχουν αποστολή την άμυνα της Γερμανίας, αλλά τη στήριξη επιχειρήσεων σε άλλα μέτωπα.
Ο υπουργός Άμυνας της Γερμανίας, Μπόρις Πιστόριους, χαρακτήρισε την εξέλιξη “αναμενόμενη”, σημειώνοντας ότι η Ευρώπη ήδη ενισχύει τις δικές της δυνατότητες.
Το ζήτημα των πυραύλων και η ανησυχία για τη Ρωσία
Μεγαλύτερη ανησυχία προκαλεί η απόφαση των ΗΠΑ να μην προχωρήσουν στην ανάπτυξη πυραύλων Tomahawk και υπερηχητικών Dark Eagle στη Γερμανία, ένα σχέδιο που είχε συμφωνηθεί το 2024 για την ενίσχυση της αποτροπής απέναντι στη Ρωσία.
Σύμφωνα με τον αναλυτή Νίκο Λάνγκε, η εξέλιξη αυτή αφήνει ένα σημαντικό κενό.
«Η Ευρώπη δεν διαθέτει ακόμη αυτή τη δυνατότητα», σημείωσε, τονίζοντας ότι πρόκειται για ουσιαστικό πρόβλημα ασφάλειας.
Παράλληλα, η στάση των ΗΠΑ ερμηνεύεται από ορισμένους ως ένδειξη πιο ήπιας προσέγγισης προς τη Ρωσία. Η αναστολή κυρώσεων στο ρωσικό πετρέλαιο, μετά τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ, ενισχύει αυτές τις εκτιμήσεις.
Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκφράζουν ανησυχία ότι τέτοιες κινήσεις μπορεί να δυσκολέψουν τις προσπάθειες για κατάπαυση του πυρός στην Ουκρανία.
Η Γερμανία, υπό την κυβέρνηση Μερτς, αυξάνει τις αμυντικές δαπάνες και επιταχύνει τα εξοπλιστικά της προγράμματα, με στόχο να ενισχύσει τον ρόλο της στην ευρωπαϊκή άμυνα.
Παράλληλα, έχει προχωρήσει σε συνεργασία με τη Γαλλία για την ενίσχυση της πυρηνικής αποτροπής, επιδιώκοντας να μειώσει την εξάρτησή της από τις Ηνωμένες Πολιτείες.