Νέα αγωγή ισχυρίζεται ότι ο Έπσταϊν κατείχε “υλικό σεξουαλικής κακοποίησης αμέτρητων παιδιών”
Διαβάζεται σε 5'
Δύο γυναίκες προσέφυγαν στη δικαιοσύνη κατά των διαχειριστών της περιουσίας Έπσταϊν, ζητώντας αποζημιώσεις και τον άμεσο εντοπισμό όλων των θυμάτων που περιλαμβάνονται στο αρχείο του.
- 17 Σεπτεμβρίου 2026 23:54
Νέα αγωγή κατατέθηκε κατά της διαχείρισης της περιουσίας του Τζέφρι Έπσταϊν από δύο γυναίκες, οι οποίες καταγγέλλουν ότι ο καταδικασμένος για σεξουαλικά εγκλήματα πολυεκατομμυριούχος κατείχε υλικό σεξουαλικής κακοποίησης ανηλίκων (CSAM) με τις ίδιες.
Οι ενάγουσες ζητούν από τη δικαιοσύνη να διατάξει τη δημιουργία ενός ειδικού προγράμματος για τον εντοπισμό και την ειδοποίηση όλων των θυμάτων των οποίων “παράνομες, σεξουαλικοποιημένες εικόνες” περιλαμβάνονται στο αρχείο του, ενώ διεκδικούν και χρηματικές αποζημιώσεις.
Η προσφυγή κατατέθηκε στο Ομοσπονδιακό Δικαστήριο της Νότιας Περιφέρειας της Νέας Υόρκης εκ μέρους δύο γυναικών, οι οποίες διατηρούν την ανωνυμία τους στις δικογραφίες και περιγράφονται ως επιζήσες των εγκλημάτων του Έπσταϊν.
Η αγωγή στρέφεται κατά του πρώην δικηγόρου του, Ντάρεν Ίντυκ, και του πρώην λογιστή του, Ρίτσαρντ Καν, υπό την ιδιότητά τους ως εκτελεστών της διαθήκης και διαχειριστών της περιουσίας του.
Οι συνήγοροι των δύο ανδρών -οι οποίοι υποστηρίζουν σταθερά ότι δεν γνώριζαν τίποτα για την εγκληματική δραστηριότητα του Έπσταϊν όσο εργάζονταν για εκείνον- δεν σχολίασαν αμέσως τις εξελίξεις.
Το “άλμπουμ μοντέλων” και οι κλεμμένες φωτογραφίες
Στη μηνυτήρια αναφορά σημειώνεται ότι για περισσότερες από δύο δεκαετίες ο Έπσταϊν -ο οποίος αυτοκτόνησε σε φυλακή του Μανχάταν το 2019 ενώ ανέμενε τη δίκη του για ομοσπονδιακές κατηγορίες σωματεμπορίας- κατείχε, μετέφερε, παρήγαγε και διακινούσε υλικό σεξουαλικής κακοποίησης αμέτρητων ανηλίκων.
Παράλληλα, υποστηρίζεται ότι απέκτησε μέσω κλοπής γυμνές ή ημίγυμνες φωτογραφίες της πρώτης ενάγουσας (αναφέρεται ως Jane Doe), τις οποίες στη συνέχεια μετέφερε από πολιτεία σε πολιτεία και διατηρούσε στο αρχείο του.
Σύμφωνα με τους δικηγόρους των θυμάτων, πολλά από τα πρόσωπα που απεικονίζονται στο εν λόγω υλικό δεν έχουν ταυτοποιηθεί, ούτε ειδοποιηθεί μέχρι σήμερα μέσω των επίσημων προγραμμάτων του Εθνικού Κέντρου για τα Εξαφανισμένα και Εκμεταλλευόμενα Παιδιά.
Όσον αφορά τη δεύτερη ενάγουσα, η οποία εμφανίζεται με το ψευδώνυμο “Amy”, η αγωγή αναφέρει ότι υπάρχουν βάσιμες ενδείξεις πως ο Έπσταϊν είχε στην κατοχή του εικόνες σεξουαλικής κακοποίησης και με την ίδια.
Στη δικογραφία καταγγέλλεται ότι, ήδη από τη δεκαετία του 1990, ο Έπσταϊν φύλασσε στο κλειδωμένο χρηματοκιβώτιο της κατοικίας του στη Νέα Υόρκη ένα «”άλμπουμ μοντέλων” με σεξουαλικοποιημένες εικόνες παιδιών». Επιπλέον, αναφέρεται ότι, τουλάχιστον από τη δεκαετία του 2000, έβαζε τη βοηθό του να φωτογραφίζει γυμνά ανήλικα κορίτσια, τα οποία στη συνέχεια πληρώνε, χρησιμοποιώντας το υλικό για τη δική του σεξουαλική ικανοποίηση —και ενδεχομένως και τρίτων.
Η Jane Doe καταγγέλλει ότι ήταν μόλις 12 ετών όταν ο Έπσταϊν απέσπασε παράνομα ημίγυμνες φωτογραφίες της, οι οποίες είχαν αρχικά ληφθεί στο πλαίσιο καλλιτεχνικής μελέτης και φυλάσσονταν αριθμημένες σε ασφαλές αρχείο από τον ίδιο τον καλλιτέχνη.
Στην αγωγή σημειώνεται ακόμα ότι ο Έπσταϊν έκλεψε ανάλογο υλικό και από άλλον ανήλικο. Παρά το γεγονός ότι είχαν γίνει τότε επίσημες καταγγελίες στις αρχές επιβολής του νόμου, ενημερώνοντάς τες ρητά για την κατοχή αυτών των φωτογραφιών από τον Έπσταϊν, καμία αρμόδια υπηρεσία δεν κινητοποιήθηκε για να ερευνήσει την υπόθεση ή να ασκήσει διώξεις.
Όπως επισημαίνεται, όταν η Jane Doe πληροφορήθηκε ότι ο Έπσταϊν κατείχε σεξουαλικοποιημένες εικόνες από την παιδική της ηλικία, υπέστη βαρύ ψυχικό τραύμα.
Από την πλευρά της, η “Amy” δηλώνει θύμα υλικού CSAM που διακινείται συστηματικά από τα τέλη της δεκαετίας του 1990 έως και σήμερα. Βάσει των στοιχείων της προσφυγής, φωτογραφίες της περιλαμβάνονται στο υλικό που κατασχέθηκε από τις ιδιοκτησίες του Έπσταϊν.
Ανεπίδοτες ειδοποιήσεις και αίτημα για συλλογική δικαίωση
Σε δήλωσή της στον Guardian, η Μάργκαρετ Μέιμπι, συνήγορος των εναγουσών, τόνισε ότι από την εξέταση του αρχείου Έπσταϊν προέκυψαν τουλάχιστον 15 ταυτοποιήσεις από γνωστές σειρές υλικού, όπως αυτή της Amy.
«Εξ όσων γνωρίζουμε, κανένα από τα θύματα που ταυτοποιήθηκαν στην έκθεση αυτή δεν έχει λάβει μέχρι σήμερα καμία ειδοποίηση», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, στη δικογραφία υποστηρίζεται ότι πρόσβαση στο υλικό αυτό είχαν και άλλα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένων υπαλλήλων και συνεργών του Έπσταϊν, οι οποίοι προέβαλαν ή παρέλαβαν από τον ίδιο τις επίμαχες εικόνες.
Οι δύο γυναίκες κατέθεσαν την αγωγή τόσο ατομικά όσο και εκπροσωπώντας μια ευρύτερη συλλογική ομάδα θυμάτων. Η ομάδα αυτή καλύπτει όλα τα άτομα που ήταν ανήλικα (κάτω των 18 ετών) κατά τον χρόνο που φωτογραφήθηκαν ή βιντεοσκοπήθηκαν σε υλικό παιδικής πορνογραφίας, το οποίο εντοπίστηκε σε ψηφιακές συσκευές ή ακίνητα του Έπσταϊν – συμπεριλαμβανομένων των στοιχείων που δημοσιοποιήθηκαν στο πλαίσιο του νόμου για τη διαφάνεια των αρχείων Έπσταϊν και των ευρημάτων που περιγράφονται στο υπόμνημα του FBI και του Υπουργείου Δικαιοσύνης.
Η Χίλαρι Νάπι, επίσης συνήγορος των θυμάτων, υπογράμμισε ότι ο αντικειμενικός στόχος της δικαστικής προσφυγής είναι «η πλήρης λογοδοσία και η ταυτοποίηση των θυμάτων».
«Ζητάμε από τη διαχείριση της περιουσίας να διατηρήσει και να καταγράψει με ακρίβεια κάθε στοιχείο που κατασχέθηκε. Παράλληλα, διεκδικούμε μια θεσμική διαδικασία υπό την εποπτεία του δικαστηρίου, ώστε να εντοπιστεί και να ειδοποιηθεί κάθε επιζών που εμφανίζεται στη συλλογή», δήλωσε η Νάπι.
«Πολλοί από αυτούς τους ανθρώπους δεν γνωρίζουν καν ότι οι εικόνες τους βρίσκονται στα αρχεία του Έπσταϊν. Δικαιούνται να το μάθουν και πρέπει να έχουν την ευκαιρία να προσφύγουν στη δικαιοσύνη. Οι επιζώντες περιμένουν χρόνια για δικαίωση και αυτή η αγωγή ανοίγει τον δρόμο για όσους δεν γνωρίζουν ακόμα ότι υπήρξαν θύματά του».