Θερμή υποδοχή Τραμπ από Σι με φιλοφρονήσεις – Αλλά τα ”αγκάθια” παραμένουν

Διαβάζεται σε 6'
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αριστερά, στέκεται με τον Κινέζο Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στον Ναό του Ουρανού - Πέμπτη 14 Μαΐου 2026, Πεκίνο.
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ αριστερά, στέκεται με τον Κινέζο Πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στον Ναό του Ουρανού - Πέμπτη 14 Μαΐου 2026, Πεκίνο. AP Photo/Mark Schiefelbein

Η θερμή υποδοχή του Τραμπ από τον Σι Τζινπίνγκ σηματοδοτεί προσπάθεια σταθεροποίησης των σχέσεων ΗΠΑ–Κίνας, όμως οι βαθιές γεωπολιτικές και οικονομικές ”συγκρούσεις” παραμένουν ανοιχτές.

 

Με ιδιαίτερη επισημότητα, συμβολισμούς και προσεκτικά διατυπωμένα μηνύματα συνεργασίας, ο Ντόναλντ Τραμπ έγινε δεκτός στην Κίνα από τον Σι Τζινπίνγκ, σε μια επίσκεψη που παρουσιάζεται ως προσπάθεια σταθεροποίησης των σχέσεων ανάμεσα στις δύο μεγαλύτερες παγκόσμιες δυνάμεις.

Η εικόνα που επιδίωξε να προβάλει το Πεκίνο ήταν αυτή μιας νέας εποχής συνεννόησης. Ωστόσο, πίσω από τις θερμές δηλώσεις και τη διπλωματική σκηνοθεσία, οι στρατηγικές συγκρούσεις ανάμεσα σε Ουάσιγκτον και Πεκίνο παραμένουν βαθιές.

Το BBC σημειώνει ότι η κινεζική ηγεσία επένδυσε έντονα στην εικόνα της επίσκεψης, με τελετές υψηλού συμβολισμού, θερμές δημόσιες δηλώσεις και προσωπικές φιλοφρονήσεις προς τον Τραμπ.

Ο Σι έκανε λόγο για «νέα τοποθέτηση» στις σχέσεις ΗΠΑ–Κίνας, σύμφωνα με το Reuters, τονίζοντας ότι οι δύο χώρες πρέπει να κινηθούν προς μια πιο σταθερή και προβλέψιμη σχέση μέσα σε ένα ιδιαίτερα ασταθές διεθνές περιβάλλον.

Η φρασεολογία αυτή θεωρείται ενδεικτική της προσπάθειας του Πεκίνου να παρουσιάσει την Κίνα ως δύναμη σταθερότητας και υπεύθυνο διεθνή παίκτη, σε αντίθεση με το κλίμα γεωπολιτικής αναταραχής που επικρατεί διεθνώς.

Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζινπίνγκ Kenny Holston/Pool Photo via AP

Ταϊβάν και Ιράν στο επίκεντρο 

Παρά το θερμό κλίμα και τις δημόσιες φιλοφρονήσεις, δύο από τα πιο δύσκολα γεωπολιτικά ζητήματα του πλανήτη βρέθηκαν στο επίκεντρο των συνομιλιών τους στο Πεκίνο: η Ταϊβάν και το Ιράν.

Οι δύο ηγέτες επιχείρησαν να διατηρήσουν ήπιους τόνους δημόσια, όμως πίσω από τις κλειστές πόρτες οι διαφωνίες παρέμειναν έντονες. Η Ταϊβάν παραμένει το πιο επικίνδυνο σημείο τριβής.

Το Πεκίνο επανέλαβε με σαφήνεια ότι θεωρεί την Ταϊβάν αναπόσπαστο μέρος της κινεζικής επικράτειας και ζήτησε από τις ΗΠΑ να περιορίσουν τη στρατιωτική και πολιτική στήριξη προς το νησί. Ο Σι φέρεται να προειδοποίησε ότι οποιαδήποτε αμερικανική κίνηση που θα μπορούσε να θεωρηθεί ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Ταϊβάν θα αποτελούσε «κόκκινη γραμμή» για την Κίνα.

Από την πλευρά του, ο Τραμπ δεν εγκατέλειψε τη θέση της Ουάσιγκτον υπέρ της διατήρησης της σταθερότητας στα Στενά της Ταϊβάν, ενώ φέρεται να επιχείρησε να αποφύγει περαιτέρω κλιμάκωση σε μια περίοδο ήδη αυξημένης διεθνούς έντασης.

Παρά το ήπιο ύφος των δημόσιων δηλώσεων, η Ταϊβάν εξακολουθεί να θεωρείται το πιο πιθανό σημείο μελλοντικής στρατιωτικής αντιπαράθεσης ανάμεσα στις δύο υπερδυνάμεις.

Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο Κινέζος Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ φτάνουν κατά τη διάρκεια κρατικού δείπνου στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού - Πέμπτη 14 Μαΐου 2026, Πεκίνο.
Ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ και ο Κινέζος Πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ φτάνουν κατά τη διάρκεια κρατικού δείπνου στη Μεγάλη Αίθουσα του Λαού - Πέμπτη 14 Μαΐου 2026, Πεκίνο. AP Photo/Mark Schiefelbein

Σημαντικό μέρος των συνομιλιών αφορούσε και τη σύγκρουση με το Ιράν, καθώς η Κίνα ανησυχεί ιδιαίτερα για τις επιπτώσεις της κρίσης στην παγκόσμια οικονομία και την ενεργειακή ασφάλεια.

Το Πεκίνο ζήτησε αποκλιμάκωση και επανέναρξη διαπραγματεύσεων, επισημαίνοντας ότι μια παρατεταμένη κρίση στο Στενό του Ορμούζ θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρό πλήγμα στις διεθνείς αγορές και στις εφοδιαστικές αλυσίδες.

Η Κίνα, ως ένας από τους μεγαλύτερους αγοραστές ιρανικού πετρελαίου, έχει άμεσο οικονομικό συμφέρον να αποκατασταθεί η σταθερότητα στην περιοχή.

Από την άλλη πλευρά, ο Τραμπ επέμεινε στην ανάγκη διατήρησης πίεσης προς την Τεχεράνη, κυρίως σε ό,τι αφορά το πυρηνικό πρόγραμμα και τον έλεγχο του Στενού του Ορμούζ.

Η συνάντηση έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία και οι δύο πλευρές έχουν ισχυρά οικονομικά κίνητρα να αποφύγουν νέα κλιμάκωση.

Η κινεζική οικονομία αντιμετωπίζει πιέσεις από την επιβράδυνση της ανάπτυξης, την κρίση στον κλάδο ακινήτων και τις διεθνείς εμπορικές εντάσεις. Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ επιχειρούν να περιορίσουν τις επιπτώσεις από την ενεργειακή και γεωπολιτική κρίση που έχει προκαλέσει η σύγκρουση με το Ιράν.

Αναλυτές εκτιμούν ότι τόσο η Ουάσιγκτον όσο και το Πεκίνο επιδιώκουν μια πιο ελεγχόμενη σχέση, ώστε να αποφευχθεί νέα διεθνής οικονομική αναταραχή.

Ντόναλντ Τραμπ και Σι Τζίνπινγκ Maxim Shemetov/Pool Photo via AP

Ανοιχτά ζητήματα στο τραπέζι

Παρά το θετικό κλίμα, τα βασικά μέτωπα αντιπαράθεσης όχι μόνο παραμένουν ανοιχτά, αλλά θεωρούνται στρατηγικής σημασίας.

Μεταξύ αυτών: οι αμερικανικοί περιορισμοί στις κινεζικές τεχνολογικές εταιρείες, ο ανταγωνισμός στην τεχνητή νοημοσύνη και τα μικροτσίπ, η Ταϊβάν, οι εμπορικοί δασμοί
και η κινεζική γεωπολιτική επιρροή σε Ασία, Αφρική και Μέση Ανατολή.

Οι διαφορές αυτές είναι τόσο βαθιές, ώστε η σημερινή διπλωματική προσέγγιση δύσκολα μπορεί να μετατραπεί σε πραγματική στρατηγική σύγκλιση.

Ένα από τα βασικά μηνύματα του Σι Τζινπίνγκ ήταν ότι η Κίνα δεν αποδέχεται πλέον έναν μονοπολικό κόσμο υπό αμερικανική ηγεσία.

Η κινεζική πλευρά επιδιώκει αναγνώριση της Κίνας ως ισότιμης υπερδύναμης, μεγαλύτερη επιρροή στους διεθνείς θεσμούς και περιορισμό των αμερικανικών πιέσεων στην τεχνολογία και το εμπόριο.

Αυτό δημιουργεί μια θεμελιώδη σύγκρουση συμφερόντων με την Ουάσιγκτον, η οποία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το Πεκίνο ως τον βασικό μακροπρόθεσμο στρατηγικό ανταγωνιστή της.

Ο Τραμπ εμφανίστηκε πιο ήπιος σε επίπεδο ύφους, χωρίς όμως να εγκαταλείπει τις βασικές αμερικανικές θέσεις. Η στρατηγική του φαίνεται να κινείται σε δύο παράλληλες κατευθύνσεις: διατήρηση οικονομικών και διπλωματικών διαύλων με την Κίνα αλλά ταυτόχρονα συνέχιση της πίεσης σε κρίσιμους τομείς όπως η τεχνολογία και η ασφάλεια.

Αυτή η ισορροπία αντικατοπτρίζει και το βασικό δίλημμα της αμερικανικής πολιτικής: πώς μπορεί να περιοριστεί η κινεζική επιρροή χωρίς να διαταραχθεί η παγκόσμια οικονομία.

 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα