ΜΠΗΚΑΜΕ ΣΤΟΝ ΠΑΡΑΔΕΙΣΟ ΤΟΥ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΒΟΡΡΕ – ΟΙ ΠΙΝΑΚΕΣ ΑΠΟ ΤΑ ΕΓΚΑΤΑ ΤΗΣ ΠΛΟΥΣΙΑΣ ΣΥΛΛΟΓΗΣ
Μπήκαμε στο Μουσείο Βορρέ και ξεναγηθήκαμε στην έκθεση «Αναδρομικά» – Από τη μόνιμη συλλογή μέχρι τον «ενδιάμεσο» διάδρομο με τα καινούργια έργα, η εμπειρία είχε ρυθμό, κίνηση και μια αίσθηση ότι το μουσείο ξανασυστήνεται μπροστά σου, κομμάτι κομμάτι.
Ένα «νέο» Μουσείο Βορρέ; Θα μπορούσες να το πεις και έτσι, ειδικά με αφορμή τη νέα Αναδρομική έκθεση, που εγκαινιάστηκε με πλήθος κόσμου και υπέροχο ανοιξιάτικο καιρό. Το Μουσείο Βορρέ, όμως, εδώ και χρόνια λειτουργεί αθόρυβα και με συνέπεια, κρατώντας ζωντανό έναν χώρο που, παρά την απόσταση από το κέντρο της Αθήνας, έχει διαμορφώσει τη δική του καρδιακή σχέση με το κοινό.
Σε ένα σπάνιο φυσικό περιβάλλον, στην Παιανία, με φροντισμένους κήπους, λιμνούλες και αυλές που αλλάζουν μυρωδιές με τις εποχές, φιλοξενεί σχολεία, εκδρομές, επισκέπτες κάθε ηλικίας και διατηρεί έναν ρυθμό δράσεων που δεν διακόπηκε ποτέ.
Η νέα αναδρομική έκθεση έρχεται να δώσει μια άλλη διάσταση σε αυτή τη διαδρομή. Οι αποθήκες ανοίγουν, έργα που παρέμεναν αθέατα βγαίνουν στην επιφάνεια και η συλλογή αποκαλύπτεται με τρόπο πιο άμεσο, σχεδόν εξομολογητικό. Το μουσείο αποκτά ξανά την αίσθηση ενός τόπου που σε καλεί να τον ανακαλύψεις από την αρχή. Μέσα και έξω.
Η έκθεση – Οι ενότητες και οι επιμελητικοί στόχοι
Μεσημέρι Σαββάτου, στα εγκαίνια της έκθεσης Αναδρομικά – ο χώρος αρχίζει να γεμίζει. Οι κήποι βρίσκονται στην πλήρη άνθισή τους – κυπαρίσσια, πεύκα, χαρουπιές, σχοίνοι, λεμονιές, λεβάντες, δεντρολίβανα και μπουκαμβίλιες συνθέτουν ένα τοπίο που μοιάζει να κρατά κάτι από διαφορετικές εκδοχές της ελληνικής υπαίθρου μέσα στον ίδιο χώρο.
Κάπου εκεί “κρύβεται” το ειδυλλιακό café, που λειτουργεί σαν φυσική προέκταση της επίσκεψης. Οι αίθουσες του μουσείου ψηλοτάβανες και clean-cut δημιουργούν μια εμπειρία που θυμίζει μεγάλους χώρους τέχνης του εξωτερικού. Με μια καθοριστική διαφορά: εδώ το ελληνικό φως και η παρουσία του τοπίου λειτουργούν ως ενεργό μέρος της διαδρομής.
Η έμπειρη επιμελήτρια Εβίτα Τσοκάντα μάς εξηγεί τους επιμελητικούς άξονες της έκθεσης σταχυολογώντας τα αριστουργήματα που έχουν συγκεντρωθεί από τα έγκατα και τις αποθήκες του μουσείου. Μας εξηγεί ότι η έκθεση προκύπτει μέσα από μια εκτενή έρευνα της συλλογής, η οποία αριθμεί περίπου 750 έργα, από τα οποία παρουσιάζονται 65. Τα υπόλοιπα φυλάσσονται σε υπόγειους, ειδικά διαμορφωμένους αποθηκευτικούς χώρους, έναν ολόκληρο «υπόγειο κόσμο», όπως τον περιγράφει, που εξασφαλίζει τις κατάλληλες συνθήκες για τη διατήρηση ενός μεγάλου όγκου έργων του Βορρέ. Αυτή η υποδομή δίνει στο μουσείο τη δυνατότητα να ανανεώνει διαρκώς την εικόνα του, στοιχείο που η ίδια χαρακτηρίζει καθοριστικό για τον πλούτο της συλλογής.
Μέσα από τη μελέτη της, η επιμελήτρια εντοπίζει ένα ευρύ συλλεκτικό φάσμα, χωρίς περιορισμούς σε μέσα, κλίμακες ή τεχνοτροπίες. Η συλλογή περιλαμβάνει έργα μεγάλης κλίμακας, όπως τα γλυπτά στον εξωτερικό χώρο, και ταυτόχρονα έργα λιγότερο «εμπορικά», επιλογές που μαρτυρούν διάθεση ρίσκου. Αναφέρεται ενδεικτικά σε αγορές που εκτείνονται από τον “Ζυγό” έως τον “Δεσμό” και από τις “Νέες Μορφές” έως τη “Γκαλερί Ζουμπουλάκη”, χωρίς εμφανή περιορισμό. Το βασικό της συμπέρασμα αφορά μια πρόθεση: την αποτύπωση κάθε δυνατής καλλιτεχνικής έκφρασης μιας συγκεκριμένης εποχής.
Όλα ξεκίνησαν από τον συλλέκτη Ίωνα Βορρέ
Ο Ίων Βορρές, γνωστός διεθνώς ως Ian Vorres, υπήρξε μία από τις πιο ιδιότυπες μορφές της ελληνικής πολιτιστικής ζωής. Γεννημένος το 1924, σπούδασε στον Καναδά και στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ κινήθηκε για χρόνια ανάμεσα στην Ελλάδα και το εξωτερικό. Συλλέκτης, φιλότεχνος και άνθρωπος με βαθιά σχέση με τη νεότερη ελληνική τέχνη, αφιέρωσε μεγάλο μέρος της ζωής του στη δημιουργία μιας συλλογής που ξεπερνούσε τη λογική της απλής συγκέντρωσης έργων. Για τον Βορρέ, η τέχνη, η λαϊκή παράδοση και η καθημερινή μνήμη αποτελούσαν κομμάτια της ίδιας πολιτιστικής συνέχειας.
Αντιμετώπιζε τη συλλογή σαν ζωντανό οργανισμό μνήμης και πολιτισμού, κάτι που εξηγεί γιατί στο μουσείο συνυπάρχουν έργα σύγχρονης ελληνικής τέχνης με λαϊκά αντικείμενα, παλιά έπιπλα, αρχιτεκτονικά στοιχεία, εργαλεία και καθημερινά ίχνη μιας Ελλάδας που χανόταν.
Αυτή η αντίληψη αποτυπώθηκε στο Μουσείο Βορρέ, που άνοιξε το 1983 στην Παιανία και εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο ξεχωριστούς μουσειακούς χώρους της Αττικής. Ανάμεσα σε κήπους, πέτρινα περάσματα, αυλές και αναπαλαιωμένα κτίσματα, ο επισκέπτης συναντά έργα σημαντικών Ελλήνων καλλιτεχνών δίπλα σε λαϊκά αντικείμενα, έπιπλα, εργαλεία και τεκμήρια μιας Ελλάδας που σταδιακά χανόταν. Ο ίδιος ο Βορρές είχε επιμεληθεί τον χώρο με σχεδόν σκηνογραφική ματιά, θέλοντας η περιήγηση να μοιάζει περισσότερο με προσωπικό βίωμα παρά με τυπική επίσκεψη μουσείου.
Παράλληλα με τη συλλεκτική του δραστηριότητα, ο Ίων Βορρές υπήρξε και δήμαρχος Παιανίας από το 1991 έως το 1998. Μέχρι τον θάνατό του, το 2015, παρέμεινε στενά συνδεδεμένος με το μουσείο και την ιδέα ότι η σύγχρονη ελληνική τέχνη αξίζει έναν ζωντανό χώρο συνάντησης με το κοινό, μακριά από την ψυχρότητα ενός συμβατικού εκθεσιακού μοντέλου.
Ο Ίων Βορρές πέθανε το 2015, όμως το μουσείο συνεχίζει να λειτουργεί σαν αντανάκλαση της προσωπικότητάς του: χαμηλόφωνο, ιδιόρρυθμο, γεμάτο λεπτομέρειες και βαθιά συνδεδεμένο με την ιδέα ότι η τέχνη και η μνήμη μπορούν να συνυπάρχουν μέσα στον ίδιο χώρο.
Στην έκθεση Αναδρομικά
Ο ίδιος ο Βορρές συμμετείχε ενεργά στη διαμόρφωση του χώρου. Δεν τον ενδιέφερε το «μουσείο-βιτρίνα». Ήθελε ο επισκέπτης να περιπλανιέται σαν να μπαίνει σε έναν ζωντανό λαβύρινθο μνήμης και ελληνικότητας.
Ιδιαίτερη σημασία είχε για εκείνον η στήριξη της μεταπολεμικής ελληνικής τέχνης. Η συλλογή του περιλαμβάνει έργα σημαντικών Ελλήνων δημιουργών του 20ού αιώνα και συνέβαλε καθοριστικά στη διατήρηση και ανάδειξη ενός μεγάλου μέρους της νεότερης καλλιτεχνικής παραγωγής της χώρας.
Η επιμελήτρια μας αναφέρει ότι όταν ο γνωστός συλλέκτης επιστρέφει στην Ελλάδα από τον Καναδά, όπου έζησε και εργάστηκε για περίπου είκοσι χρόνια, σε μια Αθήνα των τελών της δεκαετίας του ’60 που του φάνηκε πρωτόγνωρη. “Μεγαλωμένος στην επαρχία της Μεσσηνίας, βιώνει έντονα την αστικοποίηση και επιχειρεί να καταγράψει την εποχή του μέσα από τη συλλογή. Στην Παιανία βρίσκει τον χώρο που θα εξελιχθεί αρχικά σε κατοικία και σταδιακά σε έναν πυρήνα συγκρότησης της συλλογής, με τη ζωγραφική να προηγείται.“
Η έκθεση Αναδρομικά καλύπτει την περίοδο 1950–2000, μια ταραχώδη εποχή: από την έξοδο από τον Εμφύλιο έως τη δικτατορία, τη Μεταπολίτευση και την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, παράλληλα με το Κυπριακό, τον Ψυχρό Πόλεμο, την ενοποίηση της Ευρώπης και τη σταδιακή παγκοσμιοποίηση της τεχνολογίας και του εμπορίου. Σε αυτό το πλαίσιο, η ίδια επιλέγει να μην παρουσιάσει τα έργα χρονολογικά, αλλά να τα οργανώσει σε θεματικές ενότητες με βάση τον κοινωνικό αντίκτυπο και τον τρόπο με τον οποίο επηρέασαν την εικαστική παραγωγή.
Δίπλα σε εμβληματικά ονόματα όπως ο Εγγονόπουλος, ο Μόραλης και ο Τσαρούχης, συνυπάρχουν έργα πιο ριψοκίνδυνα και νεότερες μορφές έκφρασης. Έργα της Λιλής Αρλιώτη, του Γιώργου Ιωάννου, του Βαλέριου Καλούτση και του Δημήτρη Ντοκατζή – ενώ παράλληλα επαναπλαισιώνονται σημαντικά έργα καλλιτεχνών όπως ο Αλέξης Ακριθάκης, ο Πάνος Βαλσαμάκης, η Νίκη Καναγκίνη και ο Γιάννης Κουνέλλης.
Η εισαγωγική ενότητα επιχειρεί, σύμφωνα με την επιμελήτρια, να αποδώσει την αβεβαιότητα ενός έθνους σε μετάβαση, με επιστροφές στο παρελθόν και αναζητήσεις ταυτότητας, μαζί με έναν διάχυτο σκεπτικισμό απέναντι στους θεσμούς. Στη συνέχεια, η ενότητα του σώματος ανοίγει ζητήματα έμφυλων ταυτοτήτων και κοινωνικών ρόλων. Η ίδια υπενθυμίζει ότι το δικαίωμα ψήφου για τις Ελληνίδες κατοχυρώνεται το 1952 και η ισότητα των φύλων θεσμοθετείται το 1975, χρονικά αργά σε σχέση με άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Τα έργα καταγράφουν στερεότυπα, αλλά και μετατοπίσεις σε ζητήματα οικογένειας, επιθυμίας και εργασίας.
Μετά από τον ενδιάμεσο χώρο, η έκθεση συνεχίζει με την ενότητα «Άνθρωπος και μηχανή». Εκεί επιχειρείται μια σύνδεση με το παρόν, μέσα από τις ανησυχίες για την ψηφιοποίηση και την τεχνητή νοημοσύνη, που αντιστοιχούν σε παλαιότερες αγωνίες γύρω από την τεχνολογική πρόοδο, την τηλεόραση, τους υπολογιστές και τη ρομποτική. Οι καλλιτέχνες οικειοποιούνται τη νέα γλώσσα, ενώ ταυτόχρονα εκφράζεται φόβος για τις επιπτώσεις στη φύση του ανθρώπου, στην εργασία και στη δημιουργία. Στον αντίποδα, έργα χειροτεχνίας με υλικά όπως ύφασμα και κεραμική, όπως αυτά του Βαλσαμάκη, επιμένουν στην αυθεντικότητα του δημιουργού.
Η ενότητα «Πόλη και φύση» εστιάζει στις μαζικές μετακινήσεις από την επαρχία προς τα αστικά κέντρα και στη διαμόρφωση της Αθήνας μέσα από την αντιπαροχή. Συνυπάρχουν νοσταλγικές αποτυπώσεις του τοπίου και καταγραφές των νέων προβλημάτων. Η επιμελήτρια υπενθυμίζει ότι τη δεκαετία του ’80 εμφανίζεται για πρώτη φορά ο όρος «νέφος», ενώ αυξάνονται οι πυρκαγιές στην Αττική, με έργα που αναφέρονται άμεσα σε αυτά τα φαινόμενα.
Η τελευταία ενότητα, που η ίδια ονομάζει «δημόσια σφαίρα», εξετάζει τα μεταναστευτικά ρεύματα προς χώρες όπως η Αυστραλία, η Γερμανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες, και τις επιπτώσεις τους στην αίσθηση ταυτότητας. Παράλληλα, αναφέρεται στους καλλιτέχνες που έζησαν στο εξωτερικό λόγω της δικτατορίας, αποκτώντας ελευθερία έκφρασης και επαφή με διεθνή κινήματα, τα οποία αποτυπώνονται στα έργα τους με αναφορά στην ελληνική πραγματικότητα. Στην ενότητα περιλαμβάνονται έργα που καταγράφουν διαδηλώσεις και αντιδράσεις απέναντι στο καθεστώς, με αναφορές σε καλλιτέχνες όπως ο Βλάσσης Κανιάρης, ο Τάσος και η Χρύσα Ρωμανού.
«Το ζητούμενο είναι να μιλήσει η ίδια η έκθεση», μας λέει κλείνοντας, αφού προηγουμένως έχει μοιραστεί μαζί μας ένα πυκνό πλαίσιο σκέψης, που λειτουργεί ως οδηγός για την ανάγνωση της διαδρομής αυτής της συλλογής.
Αναστάσης Βορρές: Η συλλογή λειτουργεί ως ζωντανός οργανισμός
Ο εγγονός του Ίωνα Βορρέ, Αναστάσης Βορρές – που μαζί με τον Νεκτάριο Βορρέ συνεχίζουν το όραμα του παππού τους – μας εξηγεί, ενώ στέκεται μπροστά από την ξύλινη πόρτα που οδηγεί στο Πυργί : “Από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 ξεκινά μια συστηματική προσπάθεια συγκρότησης της συλλογής, η οποία εξελίσσεται σε μία από τις μεγαλύτερες στην Ελλάδα ως προς τη μεταπολεμική εικαστική παραγωγή. Σήμερα αριθμεί περίπου 600 καλλιτέχνες και 1.300 έργα και συνεχίζει να εμπλουτίζεται. Από τον πρώτο πίνακα του Νίκου Εγγονόπουλου έως νεότερες προσθήκες όπως έργα του Ηλία Παπαδάκη, η συλλογή παραμένει ανοιχτή, σε διαρκή εξέλιξη, ακολουθώντας τον ίδιο τον ρυθμό της τέχνης.”
Η αφετηρία αυτής της διαδρομής συνδέεται με μια προσωπική εμπειρία. Το 1962, έπειτα από είκοσι χρόνια στον Καναδά, ο Βορρές επιστρέφει μόνιμα στην Ελλάδα και βρίσκεται μπροστά σε μια Αθήνα που αλλάζει ραγδαία. Η πόλη που είχε αφήσει υποχωρεί μπροστά στην αστικοποίηση, με τις πολυκατοικίες να διαδέχονται η μία την άλλη και ένα νέο πρότυπο ζωής να διαμορφώνεται. Μέσα σε αυτή τη μετάβαση, διακρίνει τον κίνδυνο απώλειας στοιχείων παράδοσης, κουλτούρας και ιστορικής μνήμης. Αυτή η διαπίστωση λειτουργεί ως βασικό κίνητρο για τη συλλογή.
Η επιλογή της Παιανίας προκύπτει σχεδόν τυχαία. Ένα μικρό χωριό των Μεσογείων, άγνωστο τότε ακόμη και σε επίπεδο χάρτη, διατηρούσε χαρακτηριστικά ενός τόπου ανεπηρέαστου από τις αλλαγές της πόλης. Σε μια παλιά γειτονιά του οικισμού αρχίζει να διαμορφώνεται, με οργανικό τρόπο, το πρώτο του σπίτι. Σταδιακά προστίθενται το λαογραφικό τμήμα, το Πυργί και, μέσα από μια διαδρομή πενήντα ετών, συγκροτείται τελικά ένας πλήρης μουσειακός οργανισμός. Το Πυργί ήταν ουσιαστικά και η προσωπική κατοικία του Ίωνα Βορρέ μέσα στο συγκρότημα του Μουσείο Βορρέ.
Αυτό είναι και ένα από τα στοιχεία που κάνουν τον χώρο τόσο ιδιαίτερο: δεν σχεδιάστηκε σαν κλασικό μουσείο από απόσταση, αλλά σαν βιωμένος τόπος. Ο Βορρές ζούσε ανάμεσα στα αντικείμενα, στα έπιπλα, στους κήπους και στις συλλογές του, γι’ αυτό και το Πυργί διατηρεί ακόμη αυτή την αίσθηση κατοικημένου χώρου και όχι απλής έκθεσης.
Περπατώντας στο Πυργί καταλαβαίνεις πως ο Ίων Βορρές προσπαθούσε να διασώσει κάτι βαθύτερο από αντικείμενα και αρχιτεκτονικά στοιχεία. Ήθελε να διατηρήσει μια συνέχεια, μια αίσθηση ελληνικότητας που περνά μέσα από τα υλικά, τις χειρονομίες των τεχνιτών, τη χρήση των αντικειμένων και τη σχέση του ανθρώπου με τον χώρο. Γι’ αυτό και το Πυργί δεν λειτουργεί σαν στατική συλλογή. Μοιάζει περισσότερο με μια μεγάλη αφήγηση γύρω από τη μνήμη, την κατοίκηση και τη διάρκεια του ελληνικού πολιτισμού μέσα στον χρόνο.
Σήμερα, το μουσείο επιχειρεί να ενεργοποιήσει εκ νέου αυτό το αρχικό όραμα. Η στρατηγική εστιάζει στην επανασύνδεση με το νεότερο κοινό και στη διαμόρφωση ενός σύγχρονου, ουσιαστικού διαλόγου με την κοινωνία. Το εκθεσιακό πρόγραμμα συνδυάζεται με εκπαιδευτικές δράσεις που έχουν ήδη αποκτήσει σημαντική απήχηση, με 12.000 έως 13.000 μαθητές να επισκέπτονται τον χώρο ετησίως, προερχόμενοι από την Αττική και ευρύτερες περιοχές. Παράλληλα, ενισχύεται η παρουσία των περιοδικών εκθέσεων και αναπτύσσονται προγράμματα καλλιτεχνικής φιλοξενίας.
Η κατεύθυνση παραμένει σαφής: η συλλογή λειτουργεί ως ζωντανός οργανισμός, σε συνεχή αλληλεπίδραση με το παρόν. Οι σύγχρονοι καλλιτέχνες αντλούν από αυτήν, συνομιλούν με τη λαϊκή τέχνη, με το φυσικό περιβάλλον και με την ιστορία του τόπου, δημιουργώντας νέα έργα μέσα από ερευνητικές και καλλιτεχνικές διαδικασίες.
Το όραμα για τον ενδιάμεσο χώρο
Το πρόγραμμα του «ενδιάμεσου χώρου» στο Μουσείο Βορρέ – στο πλαίσιο του προγράμματος «The 365 Project»- είναι μια ιδέα που υιοθέτησε το μουσείο, με στόχο να ενεργοποιηθεί ένα πέρασμα μέσα στην Πινακοθήκη και να φιλοξενεί κάθε φορά ένα απολύτως σύγχρονο έργο. Ο χώρος λειτουργεί ως σημείο ανάθεσης: κάθε περίπου ενάμιση μήνα καλείται ένας καλλιτέχνης να δημιουργήσει ένα νέο έργο ειδικά για το συγκεκριμένο σημείο, σε άμεση σχέση με την Πινακοθήκη και τη μόνιμη συλλογή. Ο ενδιάμεσος χώρος είναι ουσιαστικά το σημείο όπου βρίσκεται η τζαμαρία του μουσείου, εκεί όπου ο επισκέπτης “βλέπει” προς την κεντρική “πλατεία” του κτιρίου.
Η Όλγα Δανιηλοπούλου, διευθύντρια του Μουσείου Σπυρόπουλου και υπεύθυνη για την επιμέλεια του ενδιάμεσου χώρου στο Μουσείο Βορρέ, μας περιγράφει το πρόγραμμα ως μια «ανάσα» μέσα στην κλασική διαδρομή της Πινακοθήκης. Το απίστευτα εντυπωσιακό έργο του Απόστολου Βέττα “Ατέρμονα Τοπία με Ιστορίες από χάρτινες Φιγούρες” είχε δημιουργηθεί ειδικά για τον χώρο, ύστερα από συζητήσεις, φωτογραφήσεις και μια διαδικασία σύνθεσης που έγινε επιτόπου. Ο καλλιτέχνης έφερε από τη Θεσσαλονίκη τα στοιχεία του έργου σε κιβώτια και εργάστηκε για περίπου δέκα ημέρες στον χώρο, συνθέτοντας ένα περιβάλλον από μικρές φιγούρες και ένα εκτεταμένο φόντο.
Το φόντο του έργου ήταν φτιαγμένο κομμάτι κομμάτι, σε χαρτιά μεγέθους Α4, και λειτουργούσε σχεδόν σαν φυσαρμόνικα. Ανοίγοντας διαμόρφωνε ένα τοπίο που οδηγούσε, συμβολικά και αφηγηματικά, από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Ο Βέττας αξιοποίησε την πολυετή εμπειρία του στο θέατρο και έστησε έναν κόσμο από μικρές ανθρώπινες μορφές, ιστορίες και τοπία, ειδικά για το σημείο όπου παρουσιάστηκε.
Η πρώτη σεζόν του προγράμματος ολοκληρώνεται με το επίσης ιδιαίτερο έργο του Michael Petry, ύψους δύο και μήκους δέκα μέτρων, που δημιουργήθηκε έπειτα από τρίμηνη παραμονή του καλλιτέχνη στο Μουσείο Βορρέ.
Μέσα από το νέο αυτό έργο, ο Petry συνεχίζει να εξερευνά τη σύγχρονη πολιτική βία και τον φόβο ενός πιθανού εμφυλίου διχασμού στις ΗΠΑ. Η εικόνα στρατευμάτων και ένοπλων μασκοφόρων που ελέγχουν πολίτες στους δρόμους παραπέμπει ευθέως σε σκοτεινές στιγμές της ευρωπαϊκής ιστορίας και ειδικότερα στο Βερολίνο του 1939. Το έργο συνομιλεί άμεσα με τη «Γκερνίκα» του Πικάσο, τόσο λόγω της μεγάλης κλίμακας όσο και της αντιπολεμικής θεματικής του, ενώ ταυτόχρονα αγγίζει τη μνήμη των εμφυλίων συγκρούσεων και της στρατιωτικής κατοχής στην Ελλάδα. Στην παλέτα του, ο Petry ενσωματώνει τρία χρώματα που συνδέονται συμβολικά με την Ελλάδα: την ώχρα της γης, το τερακότα των κεραμιδιών και το βαθύ μπλε του αιγαιοπελαγίτικου ουρανού.
Έργα από τη συλλογή Σπυρόπουλου
Παράλληλα, η Ο. Δανιηλοπούλου επιμελείται και την παρουσίαση της συλλογής του Μουσείου Σπυρόπουλου στον χώρο του Μουσείου Βορρέ. Η συνεργασία των δύο μουσείων ξεκινά το 2007, όταν το Μουσείο Βορρέ παραχωρεί έναν ειδικό χώρο για την παρουσίαση έργων του Γιάννη Σπυρόπουλου. Με τη γενικότερη ανανέωση της Πινακοθήκης, ανανεώθηκε και αυτή η ενότητα, με νέα επιλογή έργων από τη συλλογή. Η νέα παρουσίαση επιτρέπει στο κοινό να δει έργα που δεν παρουσιάζονταν στο προηγούμενο στήσιμο και να ξαναδιαβάσει τη σχέση του Σπυρόπουλου με τον χώρο.
Για τη Δανιηλοπούλου, το Μουσείο Βορρέ βρίσκεται σήμερα σε μια περίοδο ουσιαστικής ενεργοποίησης. Η νέα δυναμική του εκθεσιακού προγράμματος, τα εκπαιδευτικά προγράμματα, οι ξεναγήσεις, οι δράσεις για παιδιά και ενήλικες και το πρόγραμμα φιλοξενίας καλλιτεχνών συγκροτούν μια συνολική επανεκκίνηση. Όπως σημειώνει, το μουσείο δίνει πλέον την ευκαιρία στο κοινό να δει πράγματα που δύσκολα θα συναντήσει αλλού.
Όλα τελειώνουν στο café του μουσείου, βυθισμένο μέσα στους ζεν κήπους σαν μικρή μεσογειακή απόδραση. Εκεί όπου οι συζητήσεις για τα έργα συνεχίζονται πάνω από έναν καφέ, με τις λεβάντες, τα κυπαρίσσια και το αττικό φως να γίνονται μέρος της εμπειρίας. Κάπως έτσι λειτουργεί τελικά μια επίσκεψη στο Μουσείο Βορρέ: σαν ένας τόπος που επαναφέρει την τέχνη στη φυσική της θέση, μέσα σε έναν ζωντανό διάλογο με τον χώρο και την ανθρώπινη συναίσθηση.
Διάρκεια: Σάββατο 25 Απριλίου 2026 έως Κυριακή 25 Απριλίου 2027
Περισσότερες πληροφορίες στην ιστοσελίδα του Μουσείου: vorresmuseum.gr
Δείτε πληροφορίες για το Πρόγραμμα του Μουσείου – Εκδηλώσεις εδώ
Ώρες Λειτουργίας Μουσείου
Σάββατο & Κυριακή: 10:00 – 14:00
Καθημερινές: με ραντεβού, για οργανωμένες ομάδες άνω των 20 ατόμων.
Το μουσείο παραμένει κλειστό τον Αύγουστο.
Διεύθυνση: Μουσείο Βορρέ, Πάροδος Διαδόχου Κωνσταντίνου 1, Παιανία, Αττική 19002.