Glen Wilson

ΕΧΕΙ ΗΘΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΜΙΑ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΣΑΝ ΤΟ “MICHAEL”;

Το σίκουελ(!) της εμπορικά υπερ-πετυχημένης βιογραφίας είναι ήδη στον ορίζοντα. Πώς θα καλύψει την πιο σκοτεινή περίοδο της ζωής του σούπερ σταρ;

Σε μια γωνιά του Μαραί, της πιο κουλ ιστορικής γειτονιάς του Παρισιού, αντικρίζω μπροστά μου μια βιτρίνα που γρήγορα διαπιστώνω πως δεν είναι κάποιου μαγαζιού.

Οθόνες πάνω σε οθόνες, μουσική να παίζει στον δημόσιο χώρο γύρω από τη γωνία, φιλμάκια και βιντεο-κλιπ του Μάικλ Τζάκσον γεμίζουν τις δύο βιτρίνες σε διαρκή λούπα. Περισσότερο από pop-up, αυτό το γωνιακό installation θα μπορούσε νομίζω να χαρακτηριστεί ως μνημείο. Ή ίσως, προσκύνημα.

Αυτή η ιερή διάσταση της όλης εμπειρίας είναι αρκετά ταιριαστή απέναντι σε ένα φαινόμενο που έχει έτσι κι αλλιώς θρησκευτικές διαστάσεις – κι όχι μόνο επειδή η ταινία Michael του Αντουάν Φουκουά τοποθετεί τον νεαρό Μάικλ Τζάκσον ως μια φιγούρα α λα Ιησού, να προσπαθεί να ξεφύγει από έναν αυστηρό, τιμωρητικό Πατέρα για να φέρει την έκσταση στα πλήθη.

Το pop-up, μέρος διεθνών προωθητικών ενεργειών γύρω από κυκλοφορία της ταινίας, λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που θα σκεφτόμασταν και για κάποιο θρησκευτικό αξιοθέατο: Οι περαστικοί στέκονται, χαζεύουν για λίγο, παίρνουν φωτογραφίες και βίντεο, κάνουν stories, ενώ οι πιστοί αφουγκράζονται και αφήνουν την εμπειρία να τους διαπεράσει.

Είναι τέτοια χαρακτηριστικά τυφλής πίστης που συναντάμε έτσι κι αλλιώς στη μεγάλη μερίδα του σύγχρονου fandom του Τζάκσον, με την έννοια πως είναι μια φιγούρα που έχει ανάγκη τον άκριτο φανατισμό και τα άλματα πίστης. Και η ταινία Michael δεν είναι παρά το νέο ιερό κείμενο.

***

Είναι απλώς μια ταινία, θα πει κανείς. Πόσω μάλλον, μια ταινία γεμάτη σπουδαία μουσική, εντυπωσιακά μουσικά περφόρμανς, που πας, βλέπεις, απολαμβάνεις.

Αξίζει όμως να επιχειρήσουμε να συναντήσουμε την ταινία στο επίπεδο και στους όρους της – αξίζει πάντα να το κάνουμε αυτό στην τέχνη αλλά και σε κάθε έκφραση δημόσιου λόγου και εικονογραφίας.

Η ταινία Michael, πίσω από την οποία βρίσκονται οι διαχειριστές της κληρονομιάς του τραγουδιστή, δεν θέλει πρωτίστως ούτε αξιοσημείωτο σινεμά να είναι, ούτε concert movie – αν ήθελε να είναι κάτι τέτοιο, θα μπορούσε απλά να είναι διαδοχή τραγουδιών και ερμηνειών.

Αντιθέτως, θέλει ξεκάθαρα να είναι προπαγάνδα. Ένα νέο κεντρικής αναφοράς κείμενο, για επαναπλασάρισμα στο ευρύ κοινό μιας αμφιλεγόμενης φιγούρας με ανάγκη το νέο branding.

Έζησα την εφηβεία μου στα ‘90s και μεγάλωσα στη διάρκεια των ‘00s. Ο Τζάκσον που πρόλαβε η γενιά μου (και που κληρονόμησε η επόμενη) ήταν μια βαθιά διχαστική και αλλόκοτη προσωπικότητα, με πιο καθοριστική εικόνα το να κρατά ένα μωρό πάνω από το μπαλκόνι, με την παραφιλολογία για την αλλαγή του χρώματός του να είναι πιο επικρατούσα από τον θαυμασμό για τη μουσική του, και με τις όλο και πιο θορυβώδεις κατηγορίες εναντίον του να γίνονται ένα με το όνομά του.

Glen Wilson

Έπρεπε να είσαι εκεί για να μπορείς να το κατανοήσεις αυτό ακριβώς, αλλά ειδικά στη διάρκεια των ‘00s, το όνομα Μάικλ Τζάκσον σήμαινε ένα πράγμα. Ο μόνος λόγος για τον οποίο μιλούσε κανείς για τον Τζάκσον ήταν για αυτό το ένα πράγμα: Για τις κατηγορίες.

Δεν έχει να κάνει αυτό με το μουσικό του μεγαλείο, που είναι νομίζω αδιαμφισβήτητο. Όμως η μουσική του δεν ήταν αυτό που τον καθόριζε. Σταδιακά, και για χρόνια ακόμα και μετά τον θάνατό του, το brand Μάικλ Τζάκσον ήταν καμμένο. Το ανατριχιαστικό ντοκιμαντέρ Leaving Neverland, με δύο άτομα να περιγράφουν τη σχέση τους μαζί του όταν ήταν παιδιά, ήταν κάτι σαν τελειωτικό χτύπημα.

Σε αυτό το context, η ταινία Michael ανακοινώνεται και δημιουργείται για να πετύχει πρωτίστως ένα πράγμα: Να ξαναγράψει την ιστορία του Μάικλ Τζάκσον από την αρχή.

Κάθε τι αλλόκοτο, ακόμα κι αν υπάρχει ή αναφέρεται στην ταινία, δεν εξετάζεται. Απλώς υπάρχει, και προχωράμε παρακάτω. Η ιστορία του Τζάκσον επαναλανσάρεται ως η αγωνιώδης προπάθεια ενός νεαρού αγοριού να ξεφύγει από το όριο επιρροής του σατανικού πατέρα του. Η ιστορία του Michael ολοκληρώνεται όταν η ταινία, πολύ απλά, δεν επιτρέπεται να πάει παρακάτω.

Δεν υπάρχει κάποια λογική ή ρυθμός στο στόρι. Η ταινία δεν τελειώνει όταν είναι στο απόγειο της φήμης του, όταν δίνει την πιο εμβληματική του ερμηνεία, όταν κυκλοφορεί το πιο μεγάλο του άλμπουμ, ή όταν αντιμετωπίζει την πιο μεγάλη του δυσκολία. Δεν έχει να κάνει με αποτυχία ή με επιτυχία. Ο Τζάκσον, με τη μορφή του ανιψιού του Τζαφάρ, ερμηνεύει το Bad, και πέφτουν οι τίτλοι τέλους.

Γιατί έτσι; Γιατί τότε; «Η ιστορία του συνεχίζεται», απειλούν οι τίτλοι τέλους, γενικώς κι αορίστως. Αλλά το σημερινό μάθημα έχει ολοκληρωθεί.

Glen Wilson/Lionsgate

Πολύς κόσμος εστίασε σε αυτή την επιλογή και το πόσο εξόφθαλμα παράλογη είναι, αν κρίνουμε το φιλμ ως οτιδήποτε άλλο πέρα από φυλλάδιο κατηχητικού: Το να κάνεις μια ταινία για τον Μάικλ Τζάκσον και να τελειώνεις με την κυκλοφορία του Bad, είναι σαν να κάνεις ταινία για τον Ο. Τζ. Σίμπσον και να τελειώνεις όταν κερδίζει τρόπαιο στο κολέγιο, γράφει ένας χρήστης στο twitter.

Είναι άδικο το να κρίνουμε μια ταινία για αυτά που επιλέγει να μην είναι; Φυσικά και όχι: Το τι λέμε βρίσκεται σε άμεση συζήτηση με το τι επιλέγουμε να μην πούμε. Κάθε τι που μένει εκτός κάδρου είναι μια επιλογή εξίσου συνειδητή με όσα βρίσκονται μέσα του. (Ή, στην περίπτωση κάποιων ταινιών, πολύ πιο συνειδητή.)

Παρόλα αυτά, γράφοντας για την ταινία κατά την κυκλοφορία της, προσπάθησα να μην εστιάσω καν αποκλειστικά σε αυτή τη συλλογιστική. Το Michael είναι μια αγιογραφία που αποφεύγει κάθε πιθανή αιχμή, καταλήγοντας να απομένει με κάτι τελείως άδειο και δραματικά αδρανές, κι αυτό θα ίσχυε ακόμα κι αν ο Τζάκσον δεν είχε τίποτα άλλο αξιοσημείωτο να ειπωθεί για αυτόν.

Τότε όμως γιατί να γινόταν αυτή η ταινία; Για τον ίδιο λόγο που στήθηκε και το pop-up προσκύνημα στο Παρίσι και σε άλλες 5 πόλεις ανά τον κόσμο: Για να υπάρχει κάτι νέο, λαμπερό, λείο, μπροστά στο οποίο ο κόσμος να μπορεί χωρίς δυσκολίες να προσκυνήσει.

***

Glen Wilson

Μετά το εντυπωσιακό άνοιγμα της ταινίας στα ταμεία, το Michael 2 είναι αναπόφευκτο. Πώς θα μοιάζει όμως μια τέτοια ταινία; Τι ιστορία είναι δυνατόν να πει;

Τα ρεπορτάζ αναφέρουν πως η αρχική 3η πράξη του Michael καταπιανόταν με τις κατηγορίες εναντίον του Τζάκσον, αλλά πήγαν όλα στα σκουπίδια για νομικούς λόγους, οδηγώντας σε εκτεταμένα reshoots και σε μια νέα 1η πράξη, με την παιδική ηλικία του Τζάκσον.

Θα είναι αυτή η κατεύθυνση του σίκουελ; Αν μιλήσει για τις κατηγορίες θα είναι δίχως αμφιβολία για να επιχειρήσει να τις καταρρίψει, ή για να παρουσιάσει τα θύματα ως οικονομικά υποκινούμενα. Δημοσιογράφοι που έχουν διαβάσει το αρχικό σενάριο του Michael, αναφέρουν πως ο Τζάκσον αποτυπωνόταν ως άδικα διωκόμενος και οι κατηγορίες εναντίον του για παιδική κακοποίηση, ως ένα όχι ιδιαίτερα περίπλοκο ζήτημα: Ο Μάικλ ήταν αθώος, και όσοι τον κατηγορούν, ψεύτες.

«Κάποιες φορές άνθρωποι κάνουν φρικτά πράγματα για τα λεφτά», δήλωσε λίγες μέρες πριν την κυκλοφορία της ταινίας ο σκηνοθέτης Αντουάν Φουκουά, ο οποίος σε συνδυασμό με τα reshoots που χρειάστηκαν για να αφαιρεθούν οι κατηγορίες εναντίον του Τζάκσον από την ταινία, φέρεται να έβγαλε συνολικά $25 εκατομμύρια.

Την ίδια στιγμή, το Leaving Neverland του ΗΒΟ, που το 2019 είχε αναζωπυρώσει την κουβέντα γύρω από τον σταρ και τις κατηγορίες κακοποίησης εναντίον του, είναι πρακτικά εξαφανισμένο από προσώπου γης. Οι διαχειριστές της κληρονομιάς του Τζάκσον εξάσκησαν μια ρήτρα μη δυσφήμισης σε ένα παλιότερο συμβόλαιο του ΗΒΟ με τον Τζάκσον για την μετάδοση μιας συναυλίας του το 1992(!).

Κατόπιν συμβιβασμού μεταξύ των δύο πλευρών, το σοκαριστικό ντοκιμαντέρ δεν διατίθεται πλέον νόμιμα με κανέναν απολύτως τρόπο, κι ούτε αναμένεται να γίνει πουθενά διαθέσιμο μέχρι τα δικαιώματα να γυρίσουν πίσω στον σκηνοθέτη Νταν Ριντ, το 2029 – όσος χρόνος χρειάζεται για να προλάβει πιθανότατα να βγει και το σίκουελ του Michael, ανενόχλητο από τέτοιες κακολογίες.

Αν ήθελε να κάνει τα πλήθη να απολαύσουν εκστατικά τις θρυλικές μουσικές του Τζάκσον –πιθανώς τον πιο χαρισματικό περφόρμερ που έχουν δει ποτέ τα μάτια μας–, η ταινία θα ήταν τότε ακριβώς αυτό. Αλλά το Michael δεν ήταν ποτέ για την μουσική: Ήταν πάντα για την προπαγάνδα.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα