Φ. Κουντούρη: Έτσι θα γίνει ξανά ηγεμονικός ο προοδευτικός χώρος

Διαβάζεται σε 16'
Φ. Κουντούρη: Έτσι θα γίνει ξανά ηγεμονικός ο προοδευτικός χώρος
H Φανή Κουντούρη

H Φανή Κουντούρη, καθηγήτρια Πολιτικής Επικοινωνίας και μέλος της επιστημονικής ομάδας του Ινστιτούτου Τσίπρα εξηγεί την αξία της πολιτικής επικοινωνίας στην εποχή των social media.

Μία μέρα μετά τη δημοσιοποίηση του μανιφέστου από το Ινστιτούτο Αλέξης Τσίπρας, η Φανή Κουντούρη, Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης και Πολιτικής Επικοινωνίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και μέλος της επιστημονικής ομάδας του Ινστιτούτου, μιλά στο NEWS 24/7, αναλύει την έννοια της πολιτικής επικοινωνίας και καταθέτει την οπτική της για το πως μπορεί ο προοδευτικός χώρος να αποκτήσει και πάλι την πολιτική ηγεμονία αλλά και την πρωτοβουλία των κινήσεων.

Yπάρχει πολιτική χωρίς επικοινωνία; Ποια είναι η σωστή αναλογία μεταξύ των δύο;

Υπάρχει μια πολύ διαδεδομένη αντίληψη που βλέπει την επικοινωνία ως συμπλήρωμα της πολιτικής, ως ένα εργαλείο που έρχεται εκ των υστέρων για να «ντύσει» ή να προβάλει τις πολιτικές επιλογές. Συχνά μάλιστα ταυτίζεται με τη διαχείριση της εικόνας ή με μια μορφή σκηνοθεσίας της πολιτικής.

Αυτό που προσπαθώ να δείξω στο βιβλίο μου (σσ “Από το ιδανικό της χειραφέτησης στην αγωνία της χειραγώσης”, εκδόσεις Gutenberg) είναι ότι αυτή η διάκριση είναι παραπλανητική. Η επικοινωνία δεν αποτελεί υποκατάστατο της πολιτικής, αλλά καταστατική της συνθήκη. Δεν υπάρχει πολιτική χωρίς επικοινωνία, γιατί η πολιτική είναι απεύθυνση, λόγος, περιεχόμενο, μήνυμα. Είναι ο τρόπος με τον οποίο συγκροτούνται ταυτότητες, οργανώνονται συγκρούσεις, παράγεται συναίνεση ή πόλωση.

Άρα δεν έχουμε δύο διακριτά πεδία που απλώς συνεργάζονται — έχουμε δύο έννοιες που είναι συνυφασμένες. Υπό αυτή την έννοια, δεν θα έλεγα ότι η επικοινωνία έχει «υπερτιμηθεί». Αυτό που έχει υπερτιμηθεί είναι μια συγκεκριμένη, εργαλειακή εκδοχή της: η εικόνα, η επιφάνεια, η τεχνική διαχείρισης της ορατότητας. Το βιβλίο ακριβώς επιχειρεί να απομακρυνθεί τόσο από τις μιντιοκεντρικές ερμηνείες, που υπερεκτιμούν τη δύναμη των μέσων, όσο και από τις απλουστευτικές αντιθέσεις ανάμεσα στην «ουσία» της πολιτικής και την «εικόνα» της επικοινωνίας.

Το κρίσιμο ερώτημα, επομένως, δεν είναι ποια είναι η «σωστή αναλογία» μεταξύ πολιτικής και επικοινωνίας, αλλά τι αποτύπωμα έχει αυτή η συνύφανση στη δημοκρατία. Γιατί η πολιτική επικοινωνία δεν είναι ουδέτερη: ταλαντώνεται ανάμεσα από τη μία στη χειραφέτηση, τον κριτικό έλεγχο της εξουσίας, τη συμμετοχή και από την άλλη στην προπαγάνδα, την παραπληροφόρηση, την πόλωση και την τοξικότητα. Και αυτό το εκκρεμές είναι που έχει ενδιαφέρον να μελετήσουμε.

Βλέπετε, όμως, επικοινωνιακές “υπερβολές” στον πολιτικό περίγυρο; Όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και στο εξωτερικό…

Αυτή η συζήτηση δεν είναι καινούργια — την κάνουμε εδώ και δεκαετίες. Στην Ελλάδα ξεκινά ουσιαστικά με την έλευση της ιδιωτικής τηλεόρασης στα τέλη της δεκαετίας του ’80 και τις αρχές του ’90. Στις ΗΠΑ, πολύ νωρίτερα, ήδη από τη δεκαετία του ’50 με τα πρώτα πολιτικά σποτ και τα τηλεοπτικά debates.

Αφορά συνολικά τον τρόπο με τον οποίο «σκηνοθετείται» η πολιτική, αυτό που η θεωρία ονομάζει και ψευδογεγονότα — δηλαδή γεγονότα που δημιουργούνται για να γίνουν ορατά και η συζήτηση αυτή αφορά και τις εφημερίδες.

Σήμερα, με τα social media, τον λεγόμενο “TikTokισμό”, τα shorts, ενισχύεται η αίσθηση της υπερβολής, της απλοποίησης και της συναισθηματικής φόρτισης. Παράλληλα όμως, θα έλεγα ότι αυτή η δραματοποίηση σε κάποιο βαθμό μας έχει δημιουργήσει μία εξοικείωση. Έχει γίνει μέρος της μιντιακής μας κανονικότητας.

Αλέξης Τσίπρας και Κυριάκος Μητσοτάκης σε debate INTIME

Τα σύγχρονα μέσα, και ιδιαίτερα τα social media, πως αλλάζουν την πολιτική επικοινωνία κατά τη γνώμη σας; Υπάρχει η αίσθηση ότι από την καμπάνια του Ομπάμα το 2008 και μετά τίποτα δεν είναι το ίδιο…

Εχει ενδιαφέρον αυτό που επισημαίνετε για την καμπάνια του Μπάρακ Ομπάμα γιατί όντως είναι ένα εμβληματικό παράδειγμα στη βιβλιογραφία. Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι απλώς ότι αξιοποιήθηκαν νέες πλατφόρμες, αλλά ότι η χρήση τους συνδέθηκε με απτό πολιτικό αποτέλεσμα. Δεν μιλάμε μόνο για επικοινωνία, αλλά για κινητοποίηση: ενεργοποιήθηκαν μαζικά εθελοντές, συγκεντρώθηκαν πόροι, οργανώθηκε ένα νέο μοντέλο πολιτικής συμμετοχής.

Αυτό δείχνει κάτι βαθύτερο: η πολιτική επικοινωνία δεν επηρεάζει μόνο το πώς παρουσιάζεται η πολιτική, αλλά παρεμβαίνει και στο πώς οργανώνεται. Επηρεάζει τα κόμματα, τις στρατηγικές τους, τα προγράμματά τους και, τελικά, την ίδια τη στρατολόγηση του πολιτικού προσωπικού. Μετατρέπεται σε μορφή πολιτικού κεφαλαίου. Πολλοί δημοσιογράφοι καταλαμβάνουν πλέον βουλευτικά έδρανα, αποτελώντας μία από τις πιο ανερχόμενες επαγγελματικές ομάδες στο κοινοβούλιο. Αυτό δεν είναι ένα τυχαίο ή συγκυριακό φαινόμενο, αποτυπώνει μια βαθύτερη μετατόπιση στο πολιτικό πεδίο.

Με την έννοια αυτη, η πολιτική επικοινωνία δεν επηρεάζει απλώς την εικόνα της πολιτικής, αλλά αναδιαμορφώνει τα ίδια τα κριτήρια πολιτικής εκπροσώπησης. Οι επικοινωνιακές δεξιότητες, η αναγνωρισιμότητα και η ικανότητα διαχείρισης του δημόσιου λόγου μετατρέπονται σε μορφές πολιτικού κεφαλαίου, που σε ορισμένες περιπτώσεις αποδεικνύονται πιο καθοριστικές από τις παραδοσιακές κομματικές διαδρομές.

Έτσι, η πολιτική επικοινωνία μεταβάλλει συνολικά το πλαίσιο μέσα στο οποίο αντιλαμβανόμαστε τον πολιτικό ανταγωνισμό. Δεν αλλάζει μόνο το «πώς» παρουσιάζεται η πολιτική, αλλά και το «ποιος» θεωρείται κατάλληλος να την ασκήσει.

Παράλληλα, επαναπροσδιορίζει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη φθορά και τους συσχετισμούς δύναμης. Η φθορά δεν εκδηλώνεται πλέον μόνο μέσα από εκλογικούς κύκλους ή θεσμικές διαδικασίες, αλλά και μέσα από τη συνεχή έκθεση, την αδιάκοπη ροή πληροφορίας και τη δυναμική της δημόσιας εικόνας.

Σήμερα, με την κυριαρχία των social media, αυτή η δυναμική εντείνεται. Οι πλατφόρμες δεν λειτουργούν απλώς ως δίαυλοι μετάδοσης, αλλά ως μηχανισμοί ιεράρχησης της πληροφορίας. Οι αλγόριθμοι ευνοούν το σύντομο, το συναισθηματικό και συχνά το διχαστικό περιεχόμενο, πολλαπλασιάζοντας την ορατότητα συγκεκριμένων τύπων λόγου.

Έτσι, η ψυχαγωγία εισέρχεται πιο έντονα στην πολιτική και διαμορφώνεται ένα νέο «format» πολιτικής επικοινωνίας — πιο άμεσο, πιο προσωποκεντρικό, πιο συναισθηματικά φορτισμένο. Ταυτόχρονα, όμως, δεν πρέπει να υπερβάλλουμε. Φαινόμενα όπως η πόλωση δεν γεννήθηκαν με τα social media, προϋπήρχαν, ας θυμηθούμε την ελληνική πολιτική της δεκαετίας του 80. Τα νέα μέσα τα επιταχύνουν, τα εντείνουν και τα καθιστούν πιο ορατά.

Όλα αυτά τα στοιχεία οι Ελληνες πολιτικοί και η ελληνική πολιτική πώς τα ενσωματώνουν;

Θα έλεγα ότι τα ενσωματώνουν μέσα από μια διαδρομή διαδοχικών μετασχηματισμών. Η ελληνική περίπτωση είναι πολύ χαρακτηριστική, γιατί μπορούμε να δούμε καθαρά τις τομές.

Στη δεκαετία του ’80, έχουμε το μαζικό κόμμα και ένα συγκεντρωτικό μιντιακό περιβάλλον, με κυρίαρχη την κρατική τηλεόραση, σε μεγάλο βαθμό ευθυγραμμισμένη με την εξουσία. Είναι μια περίοδος υψηλής πολιτικοποίησης, με έντονη συμμετοχή και μεγάλο ενδιαφέρον. Αξίζει να θυμηθούμε ότι ο έντυπος Τύπος καταγράφει τότε τις υψηλότερες πωλήσεις του, παρότι η ροή της πληροφορίας είναι πολύ πιο περιορισμένη.

Η πρώτη μεγάλη τομή έρχεται με το σκάνδαλο Κοσκωτά, που αναδιατάσσει τις σχέσεις πολιτικής και μέσων και αποκαλύπτει τις εντάσεις του πολιτικο-μιντιακού συστήματος. Από εκεί και μετά, τα κόμματα αρχίζουν να μετασχηματίζονται: απευθύνονται σε ευρύτερα ακροατήρια, γίνονται πιο πολυσυλλεκτικά και σταδιακά επαγγελματοποιούνται. Ήδη από εκείνη την περίοδο, πολιτικοί όπως ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης εισάγουν πρακτικές στρατηγικής ανάλυσης και συμβουλευτικής από το εξωτερικό — μια παράδοση που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Σταδιακά, η επικοινωνία ενσωματώνεται στον πυρήνα της διακυβέρνησης. Γίνεται μέρος της καθημερινής στρατηγικής και του πολιτικού σχεδιασμού. Οι ηγεσίες αποκτούν πιο επιτελικό χαρακτήρα, συγκροτούνται μικρότεροι, ευέλικτοι πυρήνες λήψης αποφάσεων — χαρακτηριστικό παράδειγμα ο «πρωινός καφές» του Κώστα Σημίτη, όπου συμμετέχουν δημοσκόποι, δημοσιογράφοι και σύμβουλοι. Ταυτόχρονα, αποδυναμώνεται σταδιακά η σημασία της κομματικής βάσης και των παραδοσιακών μηχανισμών συμμετοχής. Οι εκδοτικοί όμιλοι, έχοντας ήδη επεκταθεί στην τηλεόραση, ενισχύουν τη θέση τους και διευρύνουν την επιρροή τους σε πολλαπλά πεδία.

Η επόμενη μεγάλη καμπή έρχεται μετά το 2010. Η οικονομική κρίση και ο εκλογικός σεισμός του 2012 δεν αλλάζουν μόνο το κομματικό σύστημα — προκαλούν και έναν «μιντιακό σεισμό». Εφημερίδες κλείνουν, όμιλοι αναδιαρθρώνονται ή καταρρέουν, και διαταράσσεται η μέχρι τότε ευθυγράμμιση πολιτικής και μέσων. Σε αυτό το περιβάλλον, ενισχύεται η δυσπιστία απέναντι τόσο στην πολιτική όσο και στα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης. Οι πολίτες μετακινούνται σταδιακά στον ψηφιακό χώρο, ενώ εμφανίζονται νέα, πιο ευέλικτα και συχνά εναλλακτικά μιντιακά εγχειρήματα.

Συνολικά, αυτό που βλέπουμε είναι ότι η πολιτική επικοινωνία στην Ελλάδα δεν ενσωματώνεται γραμμικά, αλλά μέσα από κρίσεις και τομές που μετασχηματίζουν ταυτόχρονα τα κόμματα, τα μέσα και τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η δημοκρατική αντιπαράθεση.

Πλάνο από τη Βουλή INTIME

Άρα η σημασία της επικοινωνίας με τον καιρό αυξάνεται…

Αναμφίβολα, αλλά όχι απλώς ποσοτικά — κυρίως ποιοτικά και δομικά. Τα μέσα δεν πολλαπλασιάζονται μόνο, μετασχηματίζουν τον ίδιο τον τρόπο άσκησης της πολιτικής.

Τα παραδοσιακά μέσα περνούν σε ψηφιακές μορφές χωρίς να εγκαταλείπουν πλήρως τις παλαιές τους λειτουργίες. Από το 2015–2016 και μετά, τα κοινωνικά δίκτυα —όπως το Facebook και το Twitter— αρχίζουν να παίζουν πιο συστηματικό ρόλο, όχι μόνο ως δίαυλοι διάχυσης αλλά ως πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης.

Παράλληλα, αναπτύσσονται δυναμικές που συχνά διαφεύγουν του άμεσου ελέγχου των κομμάτων, δημιουργώντας ένα πιο ανοιχτό αλλά και πιο απρόβλεπτο επικοινωνιακό περιβάλλον.

Η πανδημία λειτουργεί ως σημείο καμπής. Από εκεί και μετά, διαμορφώνεται ένα πιο συγκεντρωτικό μοντέλο διαχείρισης της πληροφορίας, όπου η επικοινωνία ενσωματώνεται ακόμη πιο στενά στη διακυβέρνηση, ιδίως ως εργαλείο διαχείρισης κρίσεων. Σε ένα περιβάλλον διαδοχικών κρίσεων —υγειονομικών, οικονομικών, γεωπολιτικών— η επικοινωνία δεν είναι απλώς συνοδευτική της πολιτικής· γίνεται πυλώνας της.

Την ίδια στιγμή, όμως, αυτό το σύστημα δεν είναι κλειστό. Αντίθετα, λειτουργεί μέσα σε ένα ανοιχτό, ανταγωνιστικό και τεχνολογικά σύνθετο περιβάλλον, όπου εμφανίζονται διαρκώς «ρωγμές». Νέοι δρώντες, νέες πλατφόρμες, νέες μορφές λόγου παρεμβαίνουν και αναδιατάσσουν τη ροή της πληροφορίας, περιορίζοντας την πλήρη ελέγξιμότητα της ατζέντας.

Είναι τυχαίο ότι σ’ όλο αυτό το διάστημα (2016–2026) ο Κυριάκος Μητσοτάκης και η Νέα Δημοκρατία παραμένουν δημοσκοπικά και πολιτικά κυρίαρχοι; Μήπως διάβασαν καλύτερα τις εξελίξεις;

Θα έλεγα ότι σε μεγάλο βαθμό ναι, διάβασαν σωστά την κοινωνία, ιδίως σε μια κρίσιμη ιστορική συγκυρία. Το βασικό τους πλεονέκτημα δεν ήταν απλώς η χρήση των επικοινωνιακών εργαλείων, αλλά η ικανότητα συγκρότησης και επιβολής μιας συνεκτικής ατζέντας.

Αυτό που στη θεωρία ονομάζουμε agenda setting εφαρμόστηκε με ιδιαίτερη συνέπεια. Ζητήματα όπως η τάξη, η ασφάλεια, η σταθερότητα και το μεταρρυθμιστικό προφίλ δεν εμφανίστηκαν αποσπασματικά, αλλά συγκροτήθηκαν ως κεντρικοί άξονες ενός συνεκτικού αφηγήματος, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον έντονης αβεβαιότητας μετά την πανδημία και τις διαδοχικές κρίσεις.

Παράλληλα, αναπτύχθηκε ένα έντονα αρχηγοκεντρικό μοντέλο διακυβέρνησης και συγκεντρωτικό μοντέλο επικοινωνίας, το οποίο ενίσχυσε τη συνοχή του μηνύματος και την πειθαρχία της επικοινωνίας. Η ηγεμονία που διαμορφώθηκε δεν ήταν αποτέλεσμα επιφανειακών πρακτικών —δεν εξηγείται, για παράδειγμα, από τη χρήση πλατφορμών όπως το TikTok— αλλά από τη σταθερότητα και τη συνέπεια της ατζέντας στο χρόνο.

Με άλλα λόγια, η επικοινωνιακή επιτυχία δεν προέκυψε από την «τεχνική» υπεροχή, αλλά από τη στρατηγική συνοχή: όταν ελέγχεις την ατζέντα με συνέπεια, το αφήγημα αποκτά ηγεμονικά χαρακτηριστικά.

Η κεντροαριστερά άργησε να μπει σ’ αυτό το παιχνίδι; Δεν διάβασε έγκαιρα τα σημεία των καιρών; Μήπως είχε μία ελιτίστικη στάση απέναντι στην επικοινωνία;

Θα ήμουν προσεκτική με την έννοια της «καθυστέρησης» ή της «ελιτίστικης στάσης», γιατί το ζήτημα δεν είναι πρωτίστως επικοινωνιακό αλλά βαθιά πολιτικό. Τα επικοινωνιακά εργαλεία δεν λειτουργούν αυτόνομα. Αποκτούν αποτελεσματικότητα μόνο όταν υπηρετούν ένα συνεκτικό πολιτικό αφήγημα. Όταν αυτό υπάρχει, η επικοινωνία επιταχύνει τη διάδοση, δημιουργεί συντονισμό και μειώνει τον επικοινωνιακό θόρυβο. Όταν δεν υπάρχει, ακόμη και τα πιο εξελιγμένα εργαλεία αποδεικνύονται ανεπαρκή.

Το βασικό πρόβλημα της αντιπολίτευσης τα τελευταία χρόνια δεν ήταν ότι «δεν επικοινώνησε καλά», αλλά ότι βρέθηκε σε θέση agenda taker — ακολουθούσε την ατζέντα που έθετε η κυβέρνηση ή άλλοι παίκτες όπως τα ΜΜΕ και η επικαιρότητα, αντί να τη διαμορφώνει. Και αυτό είναι στρατηγικό μειονέκτημα. Διότι όταν κινείσαι διαρκώς εντός των όρων που θέτει ο αντίπαλος ή η επικαιρότητα ή ακόμα άλλες πηγές, δεν μπορείς να ορίσεις το πλαίσιο της σύγκρουσης.

Δεν ισχυρίζομαι ότι δεν υπάρχουν προγραμματικές θέσεις, οι οποίες είναι αξιόλογες, αλλά δεν κατάφερε η αντιπολίτευση να τις μετατρέψει σε κυρίαρχο πολιτικό λόγο, να τις κάνει το κυρίαρχο πλαίσιο της σύγκρουσης. Με μια μεταφορά: μπορεί να έχεις καλούς «παίκτες», αλλά αν δεν έχεις οριοθετήσει το «γήπεδο», παίζεις πάντα εκτός έδρας.

Να ρωτήσω κάτι απλό: Το χρήμα τι ρόλο παίζει στην επικοινωνία;

Ο ρόλος του χρήματος είναι σημαντικός, αλλά όχι με τον τρόπο που συχνά φανταζόμαστε. Στη βιβλιογραφία υπάρχει μια μακρά συζήτηση γύρω από τα όρια της επιρροής της πολιτικής επικοινωνίας. Δεν είναι εύκολο να μετρήσουμε με ακρίβεια τι «δουλεύει» και τι όχι, την πραγματική επίδραση της πολιτικής επικοινωνίας.

Είμαστε σίγουροι ότι υπάρχει επίδραση αλλά δεν γνωρίζουμε το βαθμό της. Ακόμη και σήμερα, σε ένα περιβάλλον έντονης ψηφιοποίησης, παραμένει ανοιχτό το ερώτημα: γιατί επενδύονται τόσο μεγάλοι πόροι σε επικοινωνιακές καμπάνιες, όταν η αιτιώδης σχέση με το εκλογικό αποτέλεσμα δεν είναι πάντα σαφής;

Από εμπειρική σκοπιά, αυτό που μπορούμε να πούμε με μεγαλύτερη βεβαιότητα είναι ότι η επικοινωνία —και οι πόροι που επενδύονται σε αυτή— δεν «επηρεάζουν» απευθείας τις πολιτικές συμπεριφορές, αλλά συμβάλλουν στη διαμόρφωση αντιλήψεων περί των προγραμμάτων και της αξιοπιστίας των προσώπων.

Το κρίσιμο, λοιπόν, δεν είναι μόνο πόσα χρήματα δαπανώνται, αλλά πώς μεταφράζονται αυτά σε πολιτικό κεφάλαιο. Και εκεί η έννοια της «αυθεντικότητας», της συνέπειας και της αξιοπιστίας φαίνεται να αποκτά μεγαλύτερη σημασία από την ίδια την ένταση της προβολής.

Με άλλα λόγια, το χρήμα μπορεί να αυξήσει την ορατότητα — δεν εγγυάται όμως την πειθώ. Ένα απλό παράδειγμα είναι η συζήτηση γύρω από το TikTok. Πολλοί νέοι χρήστες δηλώνουν ότι απορρίπτουν το «στημένο» ή υπερπαραγωγικό περιεχόμενο και προτιμούν κάτι πιο αυθεντικό, πιο άμεσο. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επικοινωνία δεν λειτουργεί — σημαίνει ότι αλλάζουν τα κριτήρια με τα οποία γίνεται αποδεκτή.

AP

Πιστεύετε ότι οι δεξιές/ακροδεξιές πολιτικές “πουλάνε” περισσότερο από τις αριστερές; Μήπως είναι πιο απλό το αφήγημα της Δεξιάς;

Αυτό που μπορούμε να πούμε με μεγαλύτερη ακρίβεια είναι ότι ορισμένες μορφές δεξιού —και ιδίως ακροδεξιού— λόγου διαθέτουν χαρακτηριστικά που ευνοούν τη διάχυσή τους στο σύγχρονο επικοινωνιακό περιβάλλον. Συγκεκριμένα, τείνουν να είναι πιο εκλαϊκευτικές, πιο συναισθηματικά φορτισμένες και συχνά πιο διχαστικές. Δημιουργούν σαφείς διαχωρισμούς, «εμείς» και «οι άλλοι», και άρα παράγουν πιο εύκολα ταυτότητες και συσπειρώσεις.

Ωστόσο, το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι η «απλότητα» αυτή καθ’ αυτή, αλλά η θεματική ιδιοκτησία. Όταν ένα πολιτικό ρεύμα καταφέρνει να ταυτιστεί με συγκεκριμένα ζητήματα —όπως η ασφάλεια, η μετανάστευση ή η τάξη— τότε δεν καθορίζει μόνο τη συζήτηση, αλλά και την αντίληψη ότι αποτελεί τον πιο αξιόπιστο διαχειριστή αυτών των ζητημάτων. Άρα, το ζήτημα δεν είναι ότι «η Δεξιά είναι πιο απλή», αλλά ότι σε ορισμένα πεδία έχει κατορθώσει να επιβάλλει τους όρους της ατζέντας.

Το κοινό ψηφίζει με βάση την ιδεολογία και τις ιδέες ή αυτά αποτελούν παρελθόν;

Οι εμπειρικές έρευνες των τελευταίων ετών δείχνουν δύο παράλληλες τάσεις. Η πρώτη είναι η σχετική αποδυνάμωση της παραδοσιακής κλίμακας Αριστεράς–Δεξιάς ως μοναδικού άξονα ταύτισης. Πολλοί πολίτες δεν αυτοπροσδιορίζονται πλέον με σαφήνεια μέσα σε αυτό το δίπολο.

Η δεύτερη είναι η ανάδυση αξιακών αξόνων, που τέμνουν την παραδοσιακή ιδεολογική διαίρεση. Ζητήματα όπως η παγκοσμιοποίηση, η ταυτότητα, η ασφάλεια, τα δικαιώματα ή η οικονομική ανασφάλεια δημιουργούν νέους συνδυασμούς στάσεων.

Αυτό οδηγεί σε αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε εκλεκτική ή υβριδική πολιτική ταυτότητα. Ένας πολίτης μπορεί, για παράδειγμα, να υποστηρίζει πολιτικές κοινωνικού κράτους, αλλά ταυτόχρονα να υιοθετεί πιο «αμυντικές» ή περιοριστικές στάσεις σε ζητήματα όπως η μετανάστευση ή η ασφάλεια. Συνεπώς, η ιδεολογία δεν έχει εξαφανιστεί — αλλά λειτουργεί πλέον με πιο σύνθετο, λιγότερο συνεκτικό και περισσότερο εξατομικευμένο τρόπο.

Μια ερώτηση τέλος που αφορά και τη συμμετοχή σας στην ομάδα του Ινστιτούτου Τσίπρα. Ο προοδευτικός, κεντροαριστερός λόγος πως μπορεί να ξαναγίνει ηγεμονικός;

Βλέπω, κυρίως, τρία πράγματα.

Πρώτον, να επανακαθορίσει την ατζέντα με δικούς του όρους — όχι ως απάντηση στην ατζέντα των άλλων. Η συνεχής προσαρμογή σε μια ξένη θεματοθεσία οδηγεί σε στρατηγική αδυναμία.

Δεύτερον, να επανασυνδέσει το πολιτικό του σχέδιο με έναν σαφή αξιακό κώδικα. Οι κοινωνικές ανάγκες είναι σε μεγάλο βαθμό γνωστές: οικονομική ασφάλεια, πρόσβαση στη στέγη, ποιότητα ζωής, θεσμική αξιοπιστία, κράτος δικαίου. Το ζήτημα είναι η πειστική αποκωδικοποίηση και ιεράρχησή τους και η νοηματοδότησή τους μέσα από αξίες που δίνουν νόημα στις ζωές των ανθρώπων.

Τρίτον, να απαντήσει στο κεντρικό αίτημα της εποχής, που είναι η προοπτική. Σήμερα, ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας —και ιδίως οι νεότερες γενιές— δεν βιώνει απλώς οικονομική πίεση, αλλά μια ευρύτερη αίσθηση στασιμότητας και αβεβαιότητας, μία αίσθηση καθήλωσης.

Το αφήγημα της «σταθερότητας», όπως διατυπώθηκε τα προηγούμενα χρόνια, εξαντλεί τα όριά του καθώς δεν συνοδεύεται από την απτή βελτίωση της καθημερινής ζωής των πολιτών αλλά από την αντίληψη φθοράς σε θεσμικό, δημοκρατικό και κοινωνικό επίπεδο. Και εκεί ακριβώς ανοίγει ένας χώρος πολιτικής επανανοηματοδότησης.

Ο προοδευτικός χώρος μπορεί να γίνει ξανά ηγεμονικός. Αλλά αυτό δεν είναι ζήτημα απλής ανασύνταξης ή καλύτερης επικοινωνίας. Προϋποθέτει να καταστεί κατανοητός, συνεκτικός και πειστικός ως προοπτική μετασχηματισμού. Γιατί στο τέλος της ημέρας, οι πολίτες δεν αναζητούν απλώς διαχείριση. Αναζητούν νόημα, κατεύθυνση και ένα αφήγημα που να απαντά στις πραγματικές τους αγωνίες.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Μανιφέστο δεν είναι μία αφηρημένη άσκηση λόγου, αλλά επιχειρεί ακριβώς αυτό: να συμβάλει στη συγκρότηση ενός τέτοιου αφηγήματος. Να βρει τις συγκλίσεις της σοσιαλδημοκρατιας, της ριζοσπαστικής Αριστεράς και της πολιτικής οικολογίας, να επαναπροσδιορίσει τις προτεραιότητες στη σύγχρονη συγκυρία και να τις εντάξει σε μια συνεκτική στρατηγική, με ορίζοντα μια ευρύτερη αριστερή και προοδευτική συμπαράταξη.

Σχετικό Άρθρο

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα