Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΕΤΡΟΥ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΕΚΕΙ ΟΠΟΥ Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΥΝΑΝΤΑ ΤΗ ΜΥΣΤΑΓΩΓΙΑ
Με αφορμή την επιστροφή της Καμεράτα στην Αρχαία Μεσσήνη, ο διεθνώς αναγνωρισμένος μαέστρος Γιώργος Πέτρου μιλά για τη μαγεία των ανοιχτών χώρων, τον επαναστατικό “Ορφέα και Ευρυδίκη” του Γκλουκ και το μέλλον μιας ορχήστρας που επιμένει να ανοίγει νέους δρόμους.
Ο Γιώργος Πέτρου επιστρέφει στην Αρχαία Μεσσήνη με την Καμεράτα, σε μια συνάντηση που μοιάζει να συνοψίζει ιδανικά όσα χαρακτηρίζουν τη διαδρομή του: βαθιά γνώση του ρεπερτορίου, διεθνές εκτόπισμα, ιστορική ευαισθησία και μια διαρκή ανάγκη να φωτίζει τα μεγάλα έργα από νέα γωνία.
Με υποψηφιότητα για Grammy, βραβείο ECHO Klassik, πολυάριθμες δισκογραφικές διακρίσεις και εμφανίσεις σε κορυφαία λυρικά θέατρα και φεστιβάλ του κόσμου, ο Έλληνας μαέστρος θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ερμηνευτές της μουσικής του 18ου αιώνα και της όπερας της εποχής του μπελκάντο. Από το 2012 διευθύνει την Καμεράτα – Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής εντός και εκτός Ελλάδας, ενώ από το 2022 είναι καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Χαίντελ του Γκέτινγκεν.
Αυτή τη φορά, ο Γιώργος Πέτρου οδηγεί την Καμεράτα σε έναν από τους πιο εμβληματικούς αρχαιολογικούς χώρους της χώρας. Για τρίτη συνεχόμενη χρονιά, το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών επιστρέφει στο εντυπωσιακό Αρχαίο Θέατρο της Μεσσήνης, παρουσιάζοντας ένα καλλιτεχνικό γεγονός που αξίζει το ταξίδι.
Το Σάββατο 11 Ιουλίου, στις 20:30, η μοναδική ατμόσφαιρα του αρχαίου θεάτρου γίνεται το ιδανικό σκηνικό για την όπερα «Ορφέας και Ευρυδίκη» του Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ, ένα από τα πιο διαχρονικά και συγκινητικά έργα του λυρικού ρεπερτορίου. Στους ρόλους του έργου εμφανίζονται οι Teresa Iervolino, Μαρία Κοσοβίτσα και Μαριλένα Στριφτόμπολα, ενώ συμμετέχει η Χορωδία Δωματίου Αθηνών υπό τη διεύθυνση του Αγαθάγγελου Γεωργακάτου.
Για τον ίδιο, η επιστροφή στην Αρχαία Μεσσήνη έχει ιδιαίτερη σημασία. «Η περσινή εμπειρία ήταν πραγματικά μαγική. Η Αρχαία Μεσσήνη είναι, για μένα, ένας από τους ωραιότερους αρχαιολογικούς χώρους που γνωρίζω και χαίρομαι ιδιαίτερα που αυτή η συνεργασία τείνει να γίνει θεσμός», λέει ο Γιώργος Πέτρου στο NEWS 24/7.
Και συνεχίζει: “Βέβαια, πρέπει να αποδεχτούμε και τη φύση ενός τέτοιου χώρου. Δεν υπάρχει υπαίθριο θέατρο που να διαθέτει την ιδανική ακουστική μιας κλειστής αίθουσας συναυλιών”.
Πέρυσι, πάντως, είχατε και τα… βατράχια που κατά τη διάρκεια της συναυλίας κόαζαν δυνατά.
(γέλια) Είχαμε και τα βατράχια. Για να δούμε τι θα μας επιφυλάξει η φύση φέτος. Στην πραγματικότητα, όμως, όλα αυτά είναι μέρος της εμπειρίας. Όπως είναι ένας σκύλος που μπορεί να ακουστεί στο Ηρώδειο, η ζέστη μιας καλοκαιρινής βραδιάς ή οι ήχοι που συνοδεύουν μια παράσταση στην Αρένα της Βερόνα. Κάτι κερδίζεις και κάτι χάνεις.
Η μαγεία, όμως, του να ζεις μια μουσική παράσταση σε έναν ανοιχτό χώρο, και μάλιστα σε έναν τόπο τόσο φορτισμένο ιστορικά όσο η Αρχαία Μεσσήνη, υπερκαλύπτει οποιαδήποτε έλλειψη στην ακουστική. Ευτυχώς έχουμε το Μέγαρο Μουσικής, όπου απολαμβάνουμε ιδανικές συνθήκες όλο τον χειμώνα. Από την άλλη, η Ελλάδα διαθέτει μοναδικούς τόπους και θα ήταν κρίμα να μην τους αξιοποιούμε μόνο και μόνο επειδή οι συνθήκες δεν είναι απολύτως ιδανικές.
Πάντως, πέρυσι δεν ένιωσα ότι σας αποσυντόνισε τίποτα. Ούτε εσάς ούτε τη σοπράνο. Το λέω γιατί, πάνω στο Casta Diva, τα βατράχια είχαν τη δική τους άποψη…
Αυτή είναι η δουλειά μας ως καλλιτέχνες: να μπορούμε να προσαρμοζόμαστε και να αποδίδουμε το καλύτερο δυνατό σε κάθε χώρο. Στην Αρχαία Μεσσήνη η ίδια η τοποθεσία λειτουργεί ως πηγή έμπνευσης. Ο ουρανός, το φεγγάρι, οι ήχοι της φύσης δημιουργούν μια συγκλονιστική ατμόσφαιρα.
Αυτή η μυσταγωγία καλύπτει οποιοδήποτε κενό μπορεί να αφήνει η ακουστική. Οι πρόβες της Νόρμα έγιναν στην αίθουσα «Χρήστος Λαμπράκης», όπου οι συνθήκες είναι φυσικά ιδανικές. Το πρώτο σοκ όταν μεταφέρεσαι στην Αρχαία Μεσσήνη είναι μεγάλο, όμως στην πράξη όλα λειτουργούν πολύ φυσικά.
Το ίδιο ισχύει και για την Επίδαυρο. Υπάρχει ένας μύθος γύρω από την ακουστική της, όμως πρόκειται κυρίως για έναν χώρο ιδανικό για τον λόγο, για το θέατρο. Η αρχιτεκτονική του εξυπηρετεί έναν συγκεκριμένο τρόπο εκφοράς του λόγου, όπως συνέβαινε στην αρχαιότητα, όταν ο ηθοποιός απευθυνόταν ευθέως στο κοινό.
Σήμερα, οι περισσότεροι χρησιμοποιούν μικρόφωνα. Το μικρόφωνο προσφέρει τεράστιες δυνατότητες: προστατεύει τη φωνή, μειώνει τη σωματική καταπόνηση και επιτρέπει πολύ μεγαλύτερη χρωματική ελευθερία στην ερμηνεία. Δεν είναι όμως αυτό το ζητούμενο.
Αν θέλει κανείς να βιώσει πραγματικά την εμπειρία ενός αρχαίου θεάτρου, πιστεύω πως πρέπει να τολμήσει να επικοινωνήσει μέσα από τον φυσικό ήχο και τη φυσική ακουστική του χώρου. Εκεί βρίσκεται η πραγματική μυσταγωγία.
Η επιλογή του έργου “Ορφέας και Ευριδίκη”
Πώς επιλέξατε το φετινό έργο;
Η Νόρμα πέρυσι ήταν ένας φόρος τιμής στη Μαρία Κάλλας, η οποία είχε καταγωγή από τη Μεσσηνία. Είναι, άλλωστε, το έργο που ταυτίστηκε όσο κανένα άλλο με τη μεγάλη ντίβα και σφράγισε την καριέρα της. Θυμάμαι ότι είχαμε σκεφτεί πως η στιγμή που θα ανέβαινε το φεγγάρι κατά τη διάρκεια της παράστασης θα δημιουργούσε έναν ιδιαίτερο συμβολισμό. Και πράγματι συνέβη. Ήταν μια από εκείνες τις σπάνιες στιγμές όπου ο τόπος, η φύση και η μουσική συναντήθηκαν με τρόπο σχεδόν μαγικό.
Φέτος θελήσαμε να στραφούμε σε ένα έργο ακόμη πιο στενά συνδεδεμένο με την ελληνική παράδοση: τον «Ορφέα και Ευρυδίκη», εμπνευσμένο από έναν από τους πιο διαχρονικούς μύθους της αρχαιότητας.
Πρόκειται για ένα έργο που ουσιαστικά άλλαξε την ιστορία της όπερας. Με τον Ορφέα και Ευρυδίκη, ο Γκλουκ πραγματοποίησε τη μεγάλη μεταρρύθμιση του είδους, απομακρύνοντάς το από τη διακοσμητική αισθητική του όψιμου μπαρόκ.
Από τη μία στράφηκε προς το παρελθόν, προς τον Μοντεβέρντι και την αναγεννησιακή προσπάθεια αναβίωσης της αρχαίας τραγωδίας – άλλωστε από εκεί γεννήθηκε η όπερα. Από την άλλη, κοίταξε αποφασιστικά προς το μέλλον, ανοίγοντας τον δρόμο στον ρομαντισμό και σε μια νέα αντίληψη για τη μουσική δραματουργία.
Ο Γκλουκ αφαίρεσε κάθε περιττό διακοσμητικό στοιχείο, αφήνοντας στο επίκεντρο τον μύθο και, κυρίως, το ανθρώπινο συναίσθημα. Αυτό είναι που κάνει το έργο τόσο σύγχρονο ακόμη και σήμερα.
Παράλληλα, η μουσική του Ορφέα και Ευρυδίκης είναι βαθιά συνδεδεμένη με τη φύση. Μέσα της ακούς την ηχώ, τα πουλιά, τα ρυάκια, τον άνεμο. Γι’ αυτό πιστεύω ότι στην Αρχαία Μεσσήνη θα αποκτήσει μια ξεχωριστή διάσταση. Οι φυσικοί ήχοι του τόπου δεν θα ανταγωνίζονται τη μουσική· θα συνομιλούν μαζί της. Και αυτή είναι μια εμπειρία που δύσκολα μπορεί να προσφέρει ένας κλειστός συναυλιακός χώρος.
Ας περάσουμε λίγο στην Καμεράτα. Πώς βλέπετε την ανταπόκριση του κοινού μετά τη μεγάλη επιστροφή της; Και πόσο σημαντικό είναι για την ορχήστρα να βγαίνει πλέον και σε ανοιχτούς χώρους, όπως η Αρχαία Μεσσήνη;
Είναι κάτι πολύ σημαντικό, αλλά και πολύ ευχάριστο για όλους μας. Το ταξίδι στη Μεσσήνη έχει εξελιχθεί σε μια εμπειρία που περιμένουμε κάθε χρόνο. Είναι σαν μια μικρή καλοκαιρινή απόδραση, λίγο πριν ξεκινήσουν οι πραγματικές διακοπές.
Το πιο σημαντικό, όμως, είναι ότι ο κόσμος έχει αγκαλιάσει την Καμεράτα. Οι περισσότερες συναυλίες μας πραγματοποιούνται στο Μέγαρο Μουσικής και πλέον υπάρχει ένα κοινό που μας εμπιστεύεται, μας στηρίζει και γνωρίζει τι θα συναντήσει σε κάθε μας εμφάνιση. Αυτή είναι μια πολύ μεγάλη κατάκτηση.
Ο θεατής ξέρει ότι θα ακούσει μια ορχήστρα με συγκεκριμένη αισθητική, με ιδιαίτερη φροντίδα στο ρεπερτόριο και, φυσικά, με έμφαση στην ιστορική ερμηνευτική. Είμαστε η μοναδική ορχήστρα στην Ελλάδα που υπηρετεί συστηματικά αυτό το πεδίο και αποτελεί βασικό κομμάτι της ταυτότητάς μας.
Από τον Γκλουκ στον Μπερλιόζ
Μιλώντας για την ιστορική ερμηνευτική, ο «Ορφέας και Ευρυδίκη» έχει κι ο ίδιος μια συναρπαστική ιστορία.
Πράγματι. Πρόκειται για ένα έργο που γνώρισε πολλές ζωές. Η πρώτη εκδοχή παρουσιάστηκε στη Βιέννη, με τον ρόλο του Ορφέα γραμμένο για τον σπουδαίο καστράτο Γκαετάνο Γκουαντάνι, ο οποίος είχε διακριθεί και σε όπερες του Χέντελ.
Εκείνη η πρώτη εκδοχή κοιτούσε έντονα προς το παρελθόν. Ο Γκλουκ χρησιμοποίησε ακόμη και όργανα που ήταν ήδη σπάνια για την εποχή του, όπως το κορνέτο (cornetto), ένα αναγεννησιακό πνευστό, κάτι ανάμεσα σε τρομπέτα και ξύλινο πνευστό, με έναν εντελώς ιδιαίτερο ήχο. Είναι μάλιστα εντυπωσιακό ότι το κορνέτο είχε σχεδόν εξαφανιστεί ήδη τον 18ο αιώνα και πραγματικά αναρωτιέμαι πού βρέθηκαν μουσικοί για να το παίξουν στην πρώτη παρουσίαση του έργου.
Λίγα χρόνια αργότερα, όταν ο Ορφέας παρουσιάστηκε στο Παρίσι, ο Γκλουκ αναθεώρησε ριζικά την όπερα. Αντικατέστησε τον καστράτο με έναν haute-contre, τον ιδιαίτερα ψηλό γαλλικό τενόρο, προσαρμόζοντας το έργο στο γαλλικό μουσικό γούστο. Παράλληλα, πρόσθεσε ορισμένες από τις πιο διάσημες σελίδες της όπερας, όπως τον Χορό των Ερινύων και τον Χορό των Μακαρίων Πνευμάτων, ενώ εκσυγχρόνισε την ενορχήστρωση, εγκαταλείποντας όργανα όπως το κορνέτο και αξιοποιώντας τις δυνατότητες της ορχήστρας της Όπερας του Παρισιού. Αυτή είναι η εκδοχή που γνώρισε και τη μεγαλύτερη επιτυχία.
Στη συνέχεια, όπως συνέβη με πολλές όπερες του 18ου αιώνα, το έργο έπαψε ουσιαστικά να παρουσιάζεται, καθώς μέχρι και τον 20ό αιώνα τα περισσότερα λυρικά θέατρα προτιμούσαν σχεδόν αποκλειστικά σύγχρονο ρεπερτόριο.
Η μεγάλη αναβίωση ήρθε χάρη στον Έκτορ Μπερλιόζ, ο οποίος υπήρξε φανατικός θαυμαστής του Γκλουκ. Ο ίδιος έλεγε πως η γνωριμία του με τη μουσική του ήταν ένας από τους λόγους που αποφάσισε να γίνει συνθέτης.
Το 1859 ο Μπερλιόζ κλήθηκε να δημιουργήσει μια νέα εκδοχή του έργου για τη θρυλική Πολίν Βιαρντό, συνδυάζοντας στοιχεία από τις δύο αυθεντικές εκδοχές. Αυτή είναι και η εκδοχή που παρουσιάζουμε στη Μεσσήνη.
Την επέλεξα γιατί αποτελεί ένα μοναδικό πάντρεμα του κλασικισμού με τον ρομαντισμό. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, ο Γκλουκ ιδωμένος μέσα από το βλέμμα του Μπερλιόζ. Ο Μπερλιόζ σεβάστηκε απόλυτα την παρτιτούρα, παρεμβαίνοντας μόνο όπου ήταν πραγματικά απαραίτητο, δημιουργώντας μια εκδοχή που πιστεύω ότι ταιριάζει ιδανικά στη μοναδική ατμόσφαιρα της Αρχαίας Μεσσήνης.
Ένα ακόμη στοιχείο που κάνει τη φετινή παραγωγή ξεχωριστή είναι η παρουσία της Teresa Iervolino στον ρόλο του Ορφέα. Πρόκειται για μία από τις σημαντικότερες σύγχρονες μεσοφώνους, η οποία αναμετράται για πρώτη φορά με τον ρόλο όπως ακριβώς τον διαμόρφωσε ο Μπερλιόζ για τη θρυλική κοντράλτο Pauline Viardot. Η Iervolino θεωρείται διεθνώς κορυφαία ερμηνεύτρια του μπελκάντο και του μπαρόκ, με τακτικές εμφανίσεις στα σημαντικότερα λυρικά θέατρα του κόσμου, όπως η Teatro alla Scala, η Opéra de Paris, η Bayerische Staatsoper, το Teatro Real της Μαδρίτης, το Teatro San Carlo, η Arena di Verona, το Liceu της Βαρκελώνης, το Rossini Opera Festival και το Salzburg Festival. Η παρουσία της προσδίδει ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα σε μια παραγωγή που φιλοδοξεί να αναδείξει τον Ορφέα και Ευρυδίκη μέσα από μία από τις σημαντικότερες ιστορικές εκδοχές του έργου.
Πώς βλέπεις το μέλλον της Καμεράτα σε μια εποχή όπου η Τεχνητή Νοημοσύνη εξελίσσεται με τόσο γρήγορους ρυθμούς;
Το μόνο πράγμα που, προς το παρόν τουλάχιστον, δεν μπορεί να κάνει η Τεχνητή Νοημοσύνη είναι μια ζωντανή συναυλία. Εκεί εξακολουθούμε να έχουμε το προβάδισμα. (γέλια)
Πέρα από αυτό, δυσκολεύομαι να κάνω προβλέψεις για το πώς θα είναι ο κόσμος σε δέκα ή δεκαπέντε χρόνια. Προτιμώ να βλέπω το μέλλον της Καμεράτα πιο βραχυπρόθεσμα.
Εκείνο που θεωρώ πραγματικά σημαντικό είναι να συνεχίσουμε να πείθουμε το κοινό μέσα από τις επιλογές του ρεπερτορίου και την ποιότητα της δουλειάς μας. Θέλω η Καμεράτα να παραμείνει μια ορχήστρα που εγγυάται το υψηλότερο δυνατό καλλιτεχνικό επίπεδο, αλλά ταυτόχρονα προτείνει ερευνητικές προσεγγίσεις και ανοίγει δρόμους που εξακολουθούν να λείπουν από τη μουσική ζωή της χώρας.
Θα δούμε στο μέλλον τολμηρές ή πιο ριζοσπαστικές επιλογές; Μας έχετε συνηθίσει σε αυτές άλλωστε…
Δεν νομίζω ότι η τόλμη ταυτίζεται απαραίτητα με τις μίξεις ή τις ανατροπές. Αυτά τα έχουμε δοκιμάσει κατά καιρούς και έχουν το ενδιαφέρον τους. Στο τέλος, όμως, διαπιστώνουμε ότι το κοινό επιστρέφει πάντα στα πραγματικά μεγάλα έργα του ρεπερτορίου.
Εγώ πάντως θα ήθελα να ξανακούσω τα Βρανδεμβούργια Κοντσέρτα. Είναι από τις αγαπημένες μου παραγωγές σας.
Ναι, τα παρουσιάσαμε το 2024. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι μένουμε μόνο στα γνωστά έργα. Αντιθέτως, θεωρώ πως μία από τις βασικές αποστολές της Καμεράτα είναι να δίνει στο ελληνικό κοινό την ευκαιρία να γνωρίζει σημαντικά έργα του διεθνούς ρεπερτορίου, τα οποία, για διάφορους λόγους, δεν είχαν παρουσιαστεί ποτέ στη χώρα μας.
Φέτος, για παράδειγμα, παρουσιάσαμε τον «Καντίντ» του Λέοναρντ Μπέρνσταϊν, ένα έργο που δεν είχε ανέβει ποτέ στην Ελλάδα. Δεν αρκεί να ερμηνεύουμε τα μεγάλα κλασικά έργα. Οφείλουμε παράλληλα να ανακαλύπτουμε, να ερευνούμε και να συστήνουμε στο κοινό δημιουργίες που αξίζουν να ακουστούν.
Άρα, με έναν τρόπο, εκπαιδεύετε και το κοινό.
Γ.Π.: Προτιμώ να πω ότι το προσκαλούμε σε νέες μουσικές εμπειρίες. Και είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικό όταν αυτό ανταποκρίνεται. Ο Καντίντ γνώρισε μεγάλη επιτυχία και γι’ αυτό αποφασίσαμε να τον επαναλάβουμε και φέτος, με δύο παραστάσεις τον Δεκέμβριο.
Το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών στην Αρχαία Μεσσήνη
«Ορφέας και Ευρυδίκη» – Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ / Εκτόρ Μπερλιόζ
Καμεράτα Ορχήστρα των Φίλων της Μουσικής
Μουσική Διεύθυνση: Γιώργος Πέτρου
Πρωταγωνιστούν: Teresa Iervolino, Μαρία Κοσοβίτσα, Μαριλένα Στριφτόμπολα
Χορωδία Δωματίου Αθηνών – Διεύθυνση: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος
Σάββατο 11 Ιουλίου | 20:30 | Αρχαίο Θέατρο Μεσσήνης
Με ελληνικούς και αγγλικούς υπέρτιτλους
Η προπώληση έχει αρχίσει