AP Photo/John Locher

Ο ΠΙΤΕΡ ΤΖΑΚΣΟΝ ΓΙΑ ΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΤΟΥ “ΑΡΧΟΝΤΑ” ΚΑΙ ΤΟ ΠΩΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΕ ΤΗΝ ΚΕΙΤ ΓΟΥΙΝΣΛΕΤ

Το NEWS24/7 παρακολούθησε μια μεγάλη ομιλία του Πίτερ Τζάκσον στο φεστιβάλ Καννών, όπου μίλησε για όλη του την καριέρα, με αποκορύφωμα τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Αυτά είναι όσα μάθαμε.

Κάθε χρόνο στο πλαίσιο του φεστιβάλ Καννών, κάποια εξέχουσα προσωπικότητα – συνήθως χολιγουντιανής προέλευσης, για να τα λέμε όλα – συναντά το κοινό στα λεγόμενα «ραντεβού» της διοργάνωσης.

Για μία-μιάμιση ώρα, μεγάλοι σκηνοθέτες ή ηθοποιοί μοιράζονται τα μυστικά της τέχνης και της καριέρας τους με τον κόσμο που έχει γεμίσει την αίθουσα Lumiere, που συνήθως χρησιμοποιείται για τις μεγάλες πρεμιέρες. Κάποια χρόνια πριν ας πούμε, είχαμε μεταφέρει τα όσα είχε να πει ο Τομ Κρουζ σε ένα αντίστοιχο «ραντεβού».

Φέτος, τον τιμητικό Χρυσό Φοίνικα του φεστιβάλ πήρε ο Πίτερ Τζάκσον, πολυβραβευμένος με Όσκαρ σκηνοθέτης της τριλογίας του Άρχοντα των Δαχτυλιδιών. Σας γράφαμε μάλιστα για την γλυκιά του επανένωση με τον κεντρικό του πρωταγωνιστή, Ελάιζα Γουντ, ο οποίος ήταν αυτός που του απένειμε τον Φοίνικα.

Μια μέρα μετά, ο Τζάκσον κάθισε στη σκηνή της Lumiere και έκανε μαζί μας μια αναδρομή σε όλη του την καριέρα. Από τα ταπεινά ξεκινήματα με το no budget ακραίο gore του Bad Taste μέχρι την υπερφιλόδοξη παραγωγή της τριλογίας του Τόλκιν.

Αυτά είναι όσα ξεχωρίσαμε από τα είπε ο Τζάκσον για την καριέρα του. Ταινία προς ταινία.

BAD TASTE ΚΑΙ BRAINDEAD: ΟΤΑΝ ΤΟ “SPLATSTICK” ΠΗΓΕ ΚΑΝΝΕΣ

Όταν έκανα το Bad Taste, εγώ ο ίδιος έβλεπα αυτές τις ταινίες. Το The Evil Dead του Σαμ Ρέιμι, το Re-Animator, φυσικά το Dawn of the Dead του Τζορτζ Ρομέρο. Απορροφούσα αυτές τις ταινίες, τις έβλεπα ξανά και ξανά και προσπαθούσα να φτιάξω τη δική μου εκδοχή.

Γιατί ως δημιουργός, όποιο είδος ταινιών κι αν σε ελκύει, επηρεάζεσαι από τις ταινίες που προηγήθηκαν. Όπως κάθε καλλιτέχνης, είσαι το αποτέλεσμα των επιρροών σου. Και νομίζω ότι το horror είναι ένας πολύ φυσικός τρόπος για έναν νέο σκηνοθέτη να κάνει την πρώτη του ταινία. Γιατί όταν κάνεις πρώτη ταινία, δεν έχεις λεφτά. Είναι δύσκολο να πάρεις γνωστούς ηθοποιούς. Συχνά δεν έχεις καν ολοκληρωμένο σενάριο.

Αλλά ένα horror μπορείς να το κάνεις και χωρίς κανονικό σενάριο και χωρίς stars. Γιατί τότε πρέπει να ρίξεις όλη σου τη φαντασία στο πώς θα γίνεις όσο πιο ακραίος και αιματηρός γίνεται. Και όσο πιο gore είναι η ταινία, τόσο μεγαλύτερο αντίκτυπο έχει, ακόμα κι αν της λείπουν άλλα πράγματα.

***

Αυτές ήταν οι ταινίες τρόμου που μου άρεσαν. Μου άρεσε το horror που είναι τόσο υπερβολικό, τόσο εξωφρενικό, τόσο γεμάτο gore, ώστε η τελική αντίδραση που σου μένει είναι το γέλιο. Υπάρχει φυσικά το σοκ, αλλά φτάνει σε σημείο να γίνεται τόσο παράλογο που απλώς δεν μπορείς να κάνεις τίποτε άλλο παρά να γελάσεις.

Στο Braindead, ας πούμε, υπάρχουν στιγμές όπου το αίμα και τα κομμένα μέλη εκτοξεύονται παντού και το πράγμα φτάνει σε τέτοιο βαθμό υπερβολής που παύει να είναι πραγματικά αποκρουστικό. Γίνεται κάτι σχεδόν κωμικό. Τότε χρησιμοποιούσα τον όρο “splatstick”. Δηλαδή κάτι σαν ταινία του Μπάστερ Κίτον, αλλά με αίμα και σπλάτερ.

Έχεις αυτό το slapstick, τη σωματική κωμωδία των βωβών ταινιών, αλλά βουτηγμένη στο gore.

***

Γύριζα το Bad Taste τα Σαββατοκύριακα, ενώ εργαζόμουν ως φωτοχαράκτης, και μετά ξαφνικά πέρασα από εκείνη τη ζωή στο να βρίσκομαι στις Κάννες… χωρίς να έχω ζήσει τίποτα απολύτως από τον επαγγελματικό κόσμο του σινεμά. Γιατί η ταινία που είχα κάνει ήταν ουσιαστικά μια ερασιτεχνική ταινία, γυρισμένη από μένα και τους φίλους μου τις Κυριακές.

Οπότε ξαφνικά βρέθηκα από το μηδέν, χωρίς καμία εμπειρία από τη βιομηχανία, μέσα στις Κάννες. Και ήταν ακριβώς όπως το περιέγραψα: σαν να προσγειώνεσαι σε έναν εξωγήινο πλανήτη.

Αλλά βέβαια, με το Bad Taste, όπως συμβαίνει με πολλές τέτοιες ταινίες, μπορούσε πολύ εύκολα να μην είχε γίνει τίποτα. Πολλές πηγαίνουν σε markets, δεν πουλιούνται, κανείς δεν τις αγοράζει, χάνονται στην αφάνεια, και μαζί χάνονται και οι δημιουργοί τους. Θα μπορούσα λοιπόν πολύ εύκολα να έχω επιστρέψει στη Νέα Ζηλανδία και να ξαναγίνει φωτοχαράκτης. Αν η ταινία δεν είχε πουληθεί, αυτό θα είχε συμβεί. Ευτυχώς όμως πουλήθηκε.

***

Η πρώτη μου εμπειρία μέσα στο Παλαί ήταν η εξής: είχα φτάσει από τη Νέα Ζηλανδία με το Bad Taste. Είχα κάνει όλες τις διαδικασίες, είχα στείλει φωτογραφίες, φόρμες, όλα αυτά, και πήγαινα να παραλάβω το badge μου. Για μένα εκείνο το badge ήταν σαν το χρυσό εισιτήριο του Γουίλι Γουόνκα. Μπορούσες να δεις ταινίες, να μπεις παντού.

Οπότε μπαίνω στο Παλαί, προχωράω προς το γκισέ… και κάπου στη μέση εμφανίζεται ένας σεκιουριτάς και με πετάει έξω επειδή φορούσα σορτς. Άρα μπορώ να πω ότι την πρώτη φορά που πάτησα ποτέ το πόδι μου στο Παλαί, με πέταξαν έξω!

Χθες βράδυ [σσ. στην τελετή έναρξης, όπου του απονεμήθηκε τιμητικός Χρυσός Φοίνικας] μπήκα στον πειρασμό να εμφανιστώ με σμόκιν και σορτς, απλώς για τη δήλωση του όλου πράγματος. Αλλά αυτό θα απαιτούσε θάρρος… και δεν είμαι τόσο γενναίος.

HEAVENLY CREATURES: ΠΩΣ ΑΝΑΚΑΛΥΦΘΗΚΑΝ ΔΥΟ ΜΕΓΑΛΑ ΤΑΛΕΝΤΑ ΓΙΑ ΜΙΑ ΤΑΙΝΙΑ

Η Φραν Γουόλς είχε συνυπογράψει όλες εκείνες τις splatstick ταινίες, είχε βοηθήσει στο Bad Taste, στο Meet the Feebles και σε όλα αυτά, αλλά νομίζω ότι είχε αρχίσει λίγο να κουράζεται από εκείνο το είδος. Και τότε μου μίλησε για αυτή την πραγματική υπόθεση εγκλήματος από τη Νέα Ζηλανδία της δεκαετίας του ’50, με την οποία είχε παλιά μεγάλη εμμονή.

Ήταν η υπόθεση Πάρκερ-Χιουμ: δύο έφηβες κοπέλες δημιουργούν μια εξαιρετικά έντονη φιλία και αυτό τελικά οδηγεί στη δολοφονία της μητέρας της μίας από τις δύο. Και αυτό ήταν που μας ενδιέφερε περισσότερο: πώς γίνεται μια φιλία ανάμεσα σε δύο κορίτσια να οδηγήσει τελικά σε φόνο;

Μοιάζει αδιανόητο. Προσπαθήσαμε λοιπόν να το προσεγγίσουμε σχεδόν σαν ντετέκτιβ. Πήγαμε στο Κράισττσερτς, στη Νέα Ζηλανδία, όπου είχε συμβεί η υπόθεση, και αρχίσαμε να ερευνούμε τα πάντα. Μιλήσαμε με όσους ανθρώπους βρίσκονταν ακόμη στη ζωή και είχαν γνωρίσει τα κορίτσια ή τις οικογένειές τους. Μιλήσαμε με αστυνομικούς, δικηγόρους, ανθρώπους που είχαν εμπλακεί στην υπόθεση. Κάναμε τεράστια έρευνα.

Οπότε το Heavenly Creatures βασίζεται εξ ολοκλήρου στην έρευνα αυτή. Όλα στην ταινία είναι αληθινά. Ακόμη και οι fantasy σκηνές. Και λέω «αληθινές» γιατί μία από τις δύο κοπέλες, η Πολίν Πάρκερ, κρατούσε ημερολόγιο. Το ημερολόγιο βρέθηκε μετά τους φόνους και μέσα σε αυτό περιέγραφε όλον αυτόν τον φανταστικό κόσμο που είχαν δημιουργήσει μαζί.

Έγραφε για βασίλεια, χαρακτήρες, περιπέτειες, για όλα όσα φαντάζονταν. Προφανώς υπήρχε εκεί μια ψυχολογική ένταση, ίσως και κάτι σχεδόν παραισθησιογόνο στη σχέση τους. Η Πολίν ήταν ένα αρκετά ιδιαίτερο κορίτσι. Και οι δύο ήταν, στην πραγματικότητα. Προέρχονταν από πολύ διαφορετικά περιβάλλοντα, αλλά η σχέση τους έγινε τρομερά έντονη.

Οπότε όλα όσα βλέπετε στις fantasy σκηνές της ταινίας προέρχονται από το ημερολόγιο της Πολίν. Άρα, ακόμη και τα πιο φανταστικά στοιχεία της ταινίας έχουν αφετηρία στην πραγματικότητα.

***

Ήταν πραγματικά ενδιαφέρουσα διαδικασία η διαδικασία του κάστινγκ. Επειδή στη συγκεκριμένη ιστορία το ένα κορίτσι ήταν Αγγλίδα και το άλλο Νεοζηλανδή, πήγαμε πρώτα στην Αγγλία για casting.

Εκεί βρήκαμε αυτή τη νεαρή ηθοποιό, την Κέιτ Γουίνσλετ. Ήταν 17 χρονών και δεν είχε παίξει ποτέ σε ταινία. Αλλά ήταν αμέσως προφανές ότι ήταν καταπληκτική. Η οντισιόν της ήταν φοβερή. Οπότε την πήραμε.

Και μετά γυρίσαμε στη Νέα Ζηλανδία για να βρούμε την Πολίν Πάρκερ, και εκεί αρχίσαμε να δυσκολευόμαστε πολύ. Κάναμε αμέτρητες οντισιόν και δεν βρίσκαμε το σωστό άτομο. Θέλαμε κάποια που να ταιριάζει και σωματικά και ψυχολογικά στον χαρακτήρα.

Και καθώς πλησίαζε το γύρισμα, άρχισε να γίνεται τρομακτικό. Γιατί όταν είσαι έτοιμος να ξεκινήσεις ταινία και δεν έχεις βρει έναν από τους δύο βασικούς πρωταγωνιστές, ιδρώνεις κανονικά. Οπότε η Φραν και ένας συνεργάτης πήραν ένα αυτοκίνητο και άρχισαν να γυρνάνε σχολεία σε όλη τη Νέα Ζηλανδία.

Τηλεφωνούσαν λίγο πριν φτάσουν και έλεγαν: «Γυρίζουμε μια ταινία, ψάχνουμε αυτόν τον χαρακτήρα. Αν υπάρχει κάποια μαθήτρια που να θέλει να κάνει audition, θα είμαστε εκεί σε μισή ώρα». Και έτσι πήγαιναν από σχολείο σε σχολείο.

Κάποια στιγμή έφτασαν σε μια μικρή πόλη που λέγεται Πάλμερστον Νορθ και εκεί μία 15χρονη μαθήτρια σήκωσε το χέρι της και είπε ότι θέλει να δοκιμάσει. Και πήρε τον ρόλο! Και σήμερα είναι μια καταπληκτική ηθοποιός.

Ήταν πραγματικά υπέροχο. Ένα από τα πιο όμορφα πράγματα στον κινηματογράφο είναι ότι καμιά φορά μπορείς να είσαι η αρχή της καριέρας κάποιου άλλου. Και πάντα νιώθω πολύ περήφανος γι’ αυτό.

ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΩΝ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΩΝ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ ΕΝΟΣ ΜΕΓΑΛΟΥ ΕΠΟΥΣ

Είναι υπέροχο απλώς και μόνο που καταφέραμε να κάνουμε αυτές τις ταινίες και που απέκτησαν τέτοιο status. Πολλοί άνθρωποι περνούν όλη τους την καριέρα γυρίζοντας ταινίες χωρίς να ζήσουν κάτι τέτοιο.

Δεν περίμενα όταν τις έκανα ότι θα μιλούσαμε για αυτές 25 χρόνια μετά. Αλλά αυτό είναι κάτι που αγαπώ στον κινηματογράφο: οι ταινίες είναι μόνιμες. Με έναν περίεργο τρόπο συνεχίζουν να υπάρχουν για πάντα.

Ακόμη βλέπουμε και απολαμβάνουμε ταινίες από τη δεκαετία του ’30. Εγώ λατρεύω να βλέπω ταινίες του Μπάστερ Κίτον από τη δεκαετία του ’20. Μόλις μια ταινία ολοκληρωθεί, αποκτά υπόσταση. Γίνεται κάτι σταθερό, κάτι που θα σε ξεπεράσει χρονικά.

***

Είχα δει την ταινία του Μπάκσι όταν βγήκε. Και νομίζω ότι μετά από αυτή διάβασα τα βιβλία. Το θυμάμαι γιατί το αντίτυπο που είχα είχε στο εξώφυλλο εικόνα από το animated film. Άρα μάλλον η ταινία με ώθησε να διαβάσω το βιβλίο.

Αλλά ο πραγματικός λόγος που φτάσαμε στο Lord of the Rings ήταν άλλος. Είχαμε μόλις κάνει το The Frighteners και μέσα από αυτή την παραγωγή είχαμε δημιουργήσει στη Νέα Ζηλανδία μια εταιρεία οπτικών εφέ, τη Weta Digital.

Στο The Frighteners είχαμε περίπου 30 υπολογιστές και 30 ανθρώπους που δούλευαν πάνω σε CGI εφέ. Όταν τελείωσε η ταινία, δεν θέλαμε να χαθεί αυτή η ομάδα. Αν δεν τους δίναμε δουλειά, θα έφευγαν αλλού. Άρα ξαφνικά είχαμε μια υποχρέωση: έπρεπε να βρούμε μια νέα ταινία που να χρειάζεται πολλά οπτικά εφέ, ώστε να κρατήσουμε ζωντανή την εταιρεία.

Και επειδή είχα μεγαλώσει αγαπώντας τις ταινίες του Ρέι Χαριχάουζεν όπως το Jason and the Argonauts, είπα στη Φραν: «Γιατί δεν κάνουμε μια fantasy ταινία; Κάτι σαν τις ταινίες του Χαριχάουζεν». Αρχίσαμε λοιπόν να σκεφτόμαστε ιδέες για fantasy ιστορίες. Αλλά κάθε φορά που βρίσκαμε κάτι, λέγαμε: «Μισό λεπτό… αυτό υπάρχει ήδη στο Lord of the Rings». Κάθε ιδέα που μας ενθουσίαζε, ο Τόλκιν την είχε ήδη κάνει καλύτερα.

Ανακαλύψαμε ότι τα δικαιώματα του βιβλίου τα είχε ο Σάουλ Ζάεντζ. Μας είχαν προειδοποιήσει ότι ήταν δύσκολος στις διαπραγματεύσεις και όχι ιδιαίτερα πρόθυμος να ξανασχοληθεί με τον τίτλο, γιατί η ταινία κινουμένων σχεδίων δεν είχε μεγάλη επιτυχία και τον είχε κάπως κάψει.

Και τότε εμφανίζεται στην ιστορία ο διαβόητος Χάρβεϊ Γουάινστιν. Είχαμε τότε συμφωνία first-look με τη Miramax, οπότε μιλήσαμε στον Γουάινστιν. Και ο Χάρβεϊ μάς είπε:

«Ξέρω τον Ζάεντζ. Του έσωσα τον κώλο με τον Άγγλο Ασθενή και μου χρωστάει χάρη».

Οπότε ουσιαστικά αυτή η χάρη είναι ο λόγος που μπορέσαμε τελικά να αποκτήσουμε τα δικαιώματα. Το filmmaking είναι γεμάτο περίεργες συμπτώσεις και ατυχήματα σαν κι αυτό.

***

Θεωρητικά μπορείς να κάνεις τα πάντα με οποιοδήποτε μέσο. Θα μπορούσες να κάνεις τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών με μαριονέτες ή stop-motion ή οτιδήποτε άλλο. Το ερώτημα όμως είναι: θα απέδιδε αυτό που φαντάζεσαι όταν διαβάζεις το βιβλίο; Μάλλον όχι.

Υπάρχει η γνωστή ιστορία με τους Beatles που προσπάθησαν να το κάνουν στα τέλη της δεκαετίας του ’60 και ήθελαν τον Στάνλεϊ Κιούμπρικ να το σκηνοθετήσει μετά το 2001: Η Οδύσσεια του Διαστήματος. Και ο Κιούμπρικ ουσιαστικά είπε πως το θεωρούσε αδύνατο να γυριστεί.

Αλλά το σημαντικό είναι ότι εμείς τελικά δεν προσεγγίσαμε τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών σαν fantasy, το προσεγγίσαμε σαν ιστορική ταινία. Στο μυαλό μας, αυτή η ιστορία είχε συμβεί πραγματικά. Όπως θα έκανες μια ταινία για τον Ερρίκο τον 8ο ή τον Γουλιέλμο τον Κατακτητή.

Κάναμε έρευνα, προσπαθήσαμε να το γειώσουμε σε μια αίσθηση ιστορικής αλήθειας. Θέλαμε να μοιάζει σαν χαμένη ιστορία ενός πραγματικού κόσμου.

***

Στην περίπτωση του Άντι Σέρκις, η ερμηνεία είναι απολύτως ανθρώπινη, από την αρχή μέχρι το τέλος. Το αστείο είναι ότι στην αρχή δεν είχαμε καν σκοπό να κάνουμε κάτι τέτοιο.

Όταν τον προσλάβαμε, θεωρούσαμε ότι ο Γκόλουμ θα ήταν απλώς animated χαρακτήρας και ο Άντι θα έκανε μόνο τη φωνή. Μετά όμως ήρθε στη Νέα Ζηλανδία και αρχίσαμε να λέμε: «Πρέπει τουλάχιστον να βρίσκεται στο set για να παίζει τη σκηνή μαζί με τον Ελάιζα και τον Σον Όστιν». Γιατί πώς να παίξουν απέναντι στο τίποτα;;

Οπότε άρχισε να βρίσκεται στις σκηνές, να κάνει τη φωνή, να κινείται γύρω τους ώστε να έχουν σύνδεση βλέμματος και πραγματική αλληλεπίδραση. Και μετά αρχίσαμε να σκεφτόμαστε: «Μισό λεπτό… υπάρχει αυτή η τεχνολογία motion capture. Ίσως μπορούμε να καταγράψουμε την ίδια την ερμηνεία του». Και έτσι εξελίχθηκε σταδιακά όλο το πράγμα.

***

Τη δράση τη σκηνοθετώ κάνοντας το ίδιο πράγμα που κάνω σε οποιαδήποτε σκηνή. Αν έχεις μια σκηνή μέσα σε ένα δωμάτιο με έξι άτομα και ένας πηγαίνει στην πόρτα, ένας άλλος στη βιβλιοθήκη, κάποιος γεμίζει ένα ποτό, κάποιος διασχίζει το δωμάτιο, αυτό που κάνεις ως σκηνοθέτης είναι να χορογραφείς την κίνηση.

Μετά πρέπει να τη γυρίσεις έτσι ώστε ο θεατής να μην μπερδεύεται. Μια σκηνή μάχης είναι ακριβώς το ίδιο πράγμα. Απλώς σε μεγαλύτερη κλίμακα. Χορογραφείς: «Αυτοί θα επιτεθούν από εδώ. Εκείνοι θα ανέβουν τις σκάλες. Θα γίνει μάχη εκεί. Μετά αυτός θα κινηθεί εκεί». Το οργανώνεις και μετά φροντίζεις να το κινηματογραφήσεις με τρόπο που να κρατά καθαρή τη ροή.

Θυμάμαι όταν μοντάραμε τη μάχη στο Helm’s Deep, συνειδητοποιήσαμε ότι όσο εντυπωσιακές κι αν είναι οι μεγάλες εικόνες της μάχης, το κοινό παύει πολύ γρήγορα να ενδιαφέρεται αν δεν βλέπει χαρακτήρες που γνωρίζει. Οπότε βάλαμε έναν κανόνα: να μην περνούν ποτέ πάνω από τρία πλάνα χωρίς να επιστρέφουμε σε έναν βασικό χαρακτήρα.

Διαφορετικά η μάχη γίνεται απλώς θόρυβος. Μια μάχη έχει συναισθηματικό ενδιαφέρον μόνο αν νοιάζεσαι για τους ανθρώπους που βρίσκονται μέσα της. Δεν σε νοιάζουν χιλιάδες ανώνυμοι στρατιώτες. Σε νοιάζουν οι τρεις ή τέσσερις χαρακτήρες που έχεις γνωρίσει. Άρα η ιστορία λέγεται πάντα μέσα από αυτούς.

KING KONG: ΠΩΣ Ο ΠΙΤΕΡ ΤΖΑΚΣΟΝ ΑΠΟΦΑΣΙΣΕ ΝΑ ΓΙΝΕΙ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗΣ

Μεγάλωσα στα μέσα της δεκαετίας του ’60 και τότε μόλις είχε έρθει η τηλεόραση στη ζωή μας στη Νέα Ζηλανδία. Και στην αρχή είχα ερωτευτεί τις σειρές του Τζέρι Άντερσον, ιδιαίτερα το Thunderbirds.

Κοιτώντας το σήμερα πίσω, καταλαβαίνω πως αυτό που πραγματικά με μάγευε ήταν η ιδέα της απόδρασης. Μου άρεσαν οι ταινίες και οι σειρές που σε έβγαζαν από τον πραγματικό κόσμο και σε έστελναν σε μια περιπέτεια. Επιστημονική φαντασία, horror, οτιδήποτε σε έκανε να νιώθεις ότι μεταφέρεσαι αλλού.

Οπότε, από πολύ μικρός, είχα ερωτευτεί αυτή την ιδέα του escapism. Και μετά, όταν ήμουν περίπου οκτώ ή εννέα χρονών, ένα βράδυ Παρασκευής στην τηλεόραση της Νέας Ζηλανδίας έπαιξαν το αυθεντικό King Kong.

Δεν ήξερα τίποτα γι’ αυτό. Τότε δεν υπήρχε internet, δεν υπήρχε τρόπος να μάθεις πληροφορίες. Απλώς έβλεπες ότι θα παιχτεί μια ταινία που λέγεται King Kong, με έναν γιγάντιο πίθηκο, και σκεφτόσουν «ωραίο ακούγεται». Αλλά όταν το είδα, πραγματικά άλλαξε τη ζωή μου.

Μέχρι τότε λάτρευα το Thunderbirds, αλλά εκείνο το βράδυ ήταν η στιγμή που σκέφτηκα: «Θέλω να κάνω ταινίες». Θέλω να φτιάχνω πράγματα σαν κι αυτό.

Οι γονείς μου είχαν μια Super 8 κάμερα για οικογενειακά φιλμάκια, την οποία ουσιαστικά άρπαξα αμέσως και άρχισα να γυρίζω μικρά πράγματα. Όχι πραγματικές ιστορίες με αρχή-μέση-τέλος, αλλά περισσότερο μικρά animation, μοντέλα, πειράματα διάρκειας ενός-δύο λεπτών.

***

Όταν διαβάζεις για το original King Kong, όλοι μιλάνε γι’ αυτό σαν να είναι μια μεγάλη ιστορία αγάπης ανάμεσα στον Kong και τη Φέι Ρέι. Αλλά όταν δεις πραγματικά την ταινία, δεν είναι ακριβώς έτσι. Μπορείς να πεις ότι ο Kong ερωτεύεται εκείνη. Αλλά η Φέι Ρέι ουρλιάζει σε όλη τη διάρκεια της ταινίας και δεν φαίνεται να συμπαθεί ιδιαίτερα τον Kong.

Οπότε στη δική μας εκδοχή ήθελα να το προχωρήσω λίγο περισσότερο αυτό. Ήθελα η δική μας Αν Ντάροου να αρχίσει πραγματικά να συνδέεται συναισθηματικά μαζί του. Να υπάρξει μια αληθινή ανθρώπινη ανταπόκριση. Γιατί ένιωθα πως αυτό ήταν κάτι που η ταινία του 1933 άγγιξε αλλά δεν ολοκλήρωσε ποτέ πλήρως.

Και φυσικά, στο τέλος του original, όταν ο Kong πέφτει από το Empire State Building και είναι νεκρός στο πεζοδρόμιο, υπάρχει η διάσημη τελευταία ατάκα: «Δεν ήταν τα αεροπλάνα. Η ομορφιά σκότωσε το τέρας».

Για χρόνια λοιπόν είχα μια τρελή ιδέα: ήθελα στη δική μας ταινία να εμφανιστεί η ίδια η Φέι Ρέι μέσα από το πλήθος και να πει εκείνη τη φράση. Τη γνώρισα. Ήταν τότε 98 ετών και δεν ήταν σίγουρη αν ήθελε να το κάνει. Τη συνάντησα αρκετές φορές και τελικά κατάφερα να την πείσω.

Θα πηγαίναμε στο διαμέρισμά της στη Νέα Υόρκη και θα το γυρίζαμε με green screen ώστε να είναι εύκολο για εκείνη, γιατί δεν μπορούσε να ταξιδέψει. Ήθελα να πει τη διάσημη ατάκα στα ιταλικά. Αλλά δυστυχώς πέθανε λίγο πριν το γυρίσουμε. Οπότε… ναι. Δεν πρόλαβε να γίνει.

ΧΟΜΠΙΤ: «Η ΑΛΗΘΕΙΑ ΕΙΝΑΙ ΟΤΙ ΔΕΝ ΗΘΕΛΑ ΝΑ ΕΠΙΣΤΡΕΨΩ ΕΚΕΙ»

Ο Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο είχε έρθει στη Νέα Ζηλανδία και δούλευε πάνω στο project για μήνες. Αλλά το studio δεν έδινε το πράσινο φως, συνεχώς υπήρχαν καθυστερήσεις: «Χρειάζεται άλλο draft», «δεν είμαστε έτοιμοι», «λίγη υπομονή ακόμα».

Και ο Γκιγιέρμο είναι άνθρωπος που έχει εκατό projects. Κάποια στιγμή απλώς δεν μπορούσε να περιμένει άλλο. Μου είπε: «Ή θα μείνω εδώ χωρίς να κάνω ταινία ή θα φύγω να κάνω άλλα πράγματα». Και έφυγε.

Ήταν στενάχωρο για όλους μας. Και μετά ένιωσα κάπως υπεύθυνος, γιατί είχα βοηθήσει να στηθεί όλο αυτό. Οπότε σκέφτηκα: «Εντάξει, θα το κάνω εγώ». Αλλά η αλήθεια είναι ότι δεν ήθελα ιδιαίτερα να επιστρέψω εκεί – είχα κάνει ήδη τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών.

Ξέρω ότι πολύς κόσμος δεν αγαπά το Χόμπιτ όσο τις προηγούμενες ταινίες, αλλά εγώ το αγαπώ. Στην πραγματικότητα αγαπώ όλες τις ταινίες που κάνω. Γιατί στο τέλος της ημέρας δεν κάνω ταινίες για το κοινό, τις κάνω για μένα.

Κάθε απόφαση που παίρνω βασίζεται στο: «Τι θα ήθελα εγώ να δω; Τι θα απολάμβανα εγώ;» Δεν προσπαθώ να μαντέψω τι θέλουν οι άλλοι. Άρα είναι σχεδόν αδύνατο να κάνω ταινία που να μη μου αρέσει, γιατί ουσιαστικά τη φτιάχνω για τον εαυτό μου.

***

Υπάρχει μια πολύ αστεία ιστορία με το Hobbit. Ήμουν πριν μερικά χρόνια στην Αγγλία και είχα παραγγείλει κάτι από το Amazon, κάποιο βιβλίο ή κάτι τέτοιο.

Έρχεται λοιπόν ο οδηγός της FedEx, ένας νεαρός τύπος, μου δίνει το πακέτο, με κοιτάζει και λέει: «Εσύ είσαι ο τύπος που έκανε τον Άρχοντα των Δαχτυλιδιών; Φοβερό, φίλε. Απίστευτες ταινίες».

«Ευχαριστώ πολύ», του λέω.

Γυρίζει να φύγει, κάνει δύο βήματα, σταματάει και μου λέει: «Πάντως έπρεπε να σε είχαν βάλει να κάνεις και το Χόμπιτ, γιατί αυτές οι ταινίες ήταν χάλια».

THEY SHALL NOT GROW OLD & THE BEATLES: GET BACK – ΑΝΑΧΡΩΜΑΤΙΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

Το They Shall Not Grow Old ξεκίνησε όταν το Imperial War Museum στο Λονδίνο, που έχει τεράστιο αρχείο αυθεντικού υλικού από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, έψαχνε καλλιτεχνικά projects για την εκατονταετηρίδα του πολέμου. Έκαναν ποιήματα, γλυπτά, εκθέσεις και ήθελαν και μια κινηματογραφική δουλειά.

Αυτή είναι μία από τις ελάχιστες φορές που μου πρότειναν κάτι αντί να το ξεκινήσω εγώ. Αναρωτήθηκα τι μπορώ να κάνω που να μην έχει ήδη γίνει. Γιατί όλοι έχουμε δει ντοκιμαντέρ με grainy, ασπρόμαυρα πλάνα από χαρακώματα.

Αλλά η σκέψη που με χτύπησε ήταν η εξής: Αυτοί οι άνθρωποι κάποτε ήταν ζωντανοί. Ήταν έγχρωμοι άνθρωποι. Δεν ζούσαν μέσα σε γρατζουνίσματα και εικόνες γεμάτες κόκκο. Ήταν κανονικοί άνθρωποι.

Άρχισα να αναρωτιέμαι αν υπάρχει τρόπος να αφαιρέσουμε όλη τη «σκόνη» εκατό χρόνων και να φέρουμε ξανά στην επιφάνεια την ανθρώπινη παρουσία τους. Και τελικά το πιο σημαντικό πράγμα δεν ήταν ούτε ο καθαρισμός της εικόνας ούτε ο χρωματισμός. Ήταν η ταχύτητα.

Τις κάμερες τότε τις γύριζαν τη μανιβέλα με το χέρι. Άρα κάθε πλάνο είχε διαφορετικό frame rate. Κάποια ήταν 10 fps, άλλα 12, άλλα 15, άλλα 18. Οπότε έπρεπε να δημιουργήσουμε software που να αναλύει κάθε πλάνο ξεχωριστά και να το μετατρέπει σε 24 fps.

Όχι απλώς διπλασιάζοντας τα καρέ, γιατί αυτό εξακολουθεί να φαίνεται αφύσικο, αλλά δημιουργώντας τεχνητά ενδιάμεσα καρέ μέσω παρεμβολής. Και όταν τελικά βρήκαμε τη σωστή ταχύτητα… ξαφνικά αυτοί οι άνθρωποι ζωντάνεψαν.

Ήταν πραγματικά συγκλονιστικό! Έπαψαν να μοιάζουν με «ιστορικό υλικό» και έγιναν άνθρωποι.

Και το άλλο πράγμα που με σόκαρε ήταν οι ηχογραφημένες συνεντεύξεις των βετεράνων. Ήθελα η ταινία να αποτελείται μόνο από τις δικές τους φωνές. Καμία αφήγηση, κανέναν ιστορικό, κανέναν αφηγητή. Μόνο ανθρώπους που ήταν πραγματικά εκεί.

***

Μετά ήρθε το The Beatles: Get Back, που είχε μια παρόμοια λογική. Η Apple μου είπε ότι έχουν 65 ώρες υλικού που δεν έχει δει ποτέ κανείς. «Θέλεις να τις κοιτάξεις;» Όταν άρχισα να το βλέπω… γελούσα συνεχώς. Οι τύποι περνούσαν καλά. Ήταν αστείοι. Ήταν δημιουργικοί. Έκαναν πλάκα όλη την ώρα.

Ναι, υπήρχε ένταση μερικές στιγμές, φυσικά. Όπως υπάρχει σε κάθε ομάδα ανθρώπων που δουλεύει μαζί. Αλλά αυτό που είδα δεν είχε καμία σχέση με τον μύθο που είχε δημιουργηθεί. Και τότε κατάλαβα ότι έπρεπε να φτιάξουμε αυτή την ταινία.

Γιατί η ιστορική αλήθεια δεν ήταν αυτή που έλεγαν τα βιβλία. Και ούτε καν αυτή που θυμόντουσαν οι ίδιοι οι Beatles. Ο Πολ ΜακΚάρτνεϊ μού είχε πει στην αρχή: «Μπορείς να κάνεις την ταινία, αλλά δεν πρόκειται να την απολαύσω. Ήταν κακή περίοδος».

Και καθώς μοντάραμε, του έστελνα αποσπάσματα. Και σιγά σιγά άρχισε να λέει: «Θεέ μου, αυτό είναι αστείο… αυτό είναι υπέροχο…»

Ουσιαστικά πέρασα τέσσερα χρόνια επανεκπαιδεύοντας τον ΜακΚάρτνεϊ πάνω στη δική του μνήμη. Γιατί η πραγματικότητα ήταν πολύ πιο χαρούμενη απ’ όσο θυμόταν.

Scott A Garfitt/Invision/AP

Σχετικό Άρθρο
Σχετικό Άρθρο
Σχετικό Άρθρο
Info:

Το 79ο φεστιβάλ Καννών διεξάγεται 12-23 Μαϊου.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα