ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΗ ΦΛΩΡΙΝΑ – ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΑΜΕ ΣΕ ΟΠΟΙΑ ΓΛΩΣΣΑ ΘΕΛΟΥΜΕ;
Ρωτήσαμε Φλωρινιώτες-και όχι μόνο- τι είδους αποτυπώματα άφησε στις ψυχές τους το περιστατικό λογοκρισίας του περασμένου Δεκεμβρίου στην πόλη.
Ήταν Δευτέρα, 22 Δεκεμβρίου του 2025 όταν οι Banda Entopica, ένα θαυμάσιο συγκρότημα που παίζει παραδοσιακά τραγούδια από όλα τα Βαλκάνια, έδιναν συναυλία στην ακριτική Φλώρινα μπροστά σε σχεδόν 2000 κόσμο.
Προς το τέλος του προγράμματος, η μπάντα έπαιξε δύο τραγούδια, το “Σόφκα” και το “Ελα Κέρκο”, των οποίων οι στίχοι είναι γραμμένοι στα Μακεδόνικα (ή στα ντόπια όπως ονοματίζεται στην περιοχή η γλώσσα). Και τότε έγινε το ανήκουστο. Ο δήμαρχος της Φλώρινας, Βασίλης Γιαννάκης παρενέβη και ουσιαστικά διέκοψε τη συναυλία. Όπως το συγκρότημα κατήγγειλε, ο κ. Γιαννάκης χρησιμοποίησε φράσει όπως “εγώ σας πληρώνω”, “στην πόλη μου δεν θα τραγουδάτε τέτοια τραγούδια”, “ποιος σας άφησε να τραγουδήσετε Σλάβικα;” κτλ.
Προκλήθηκε, δικαίως, σάλος. Το γεγονός συνιστούσε καραμπινάτη λογοκρισία που γύρισε την περιοχή δεκαετίες πίσω, σε εποχές που η γλώσσα των ντόπιων ήταν ουσιαστικά (πολλές φορές και τυπικά) απαγορευμένη. Πως είναι δυνατόν ένας εκλεγμένος τοπικός άρχοντας να προχωρά σε τέτοιου είδους πράξεις εν έτει 2026, πράξεις, που σε τελική ανάλυση, υπονομεύουν την ίδια τη δημοκρατία; Ποιος, τέλος πάντων, είναι αυτός που θα ορίζει σε ποια γλώσσα θα τραγουδούν οι άνθρωποι;
Στο ταξίδι του στην πανέμορφη Φλώρινα, το NEWS 24/7 επιχείρησε να διαπιστώσει ποια είναι ακριβώς τα συναισθήματα και οι εντυπώσεις των ανθρώπων μετά από αυτό το σοβαρότατο περιστατικό. Υπάρχουν άνθρωποι στην πόλη που παραμένουν σφιγμένοι, κλειστοί, για ένα θέμα το οποίο έτσι και αλλιώς ήταν τα προηγούμενα χρόνια ταμπού. Συναντήσαμε και αρνήσεις, όπως αυτή του Δημάρχου Φλώρινας. Δύο φορές του υποβάλλαμε αίτημα να μιλήσουμε μαζί του για το περιστατικό. Την πρώτη μας είπε ότι δεν θα βρίσκεται στη Φλώρινα τις μέρες που θα βρισκόμασταν εμείς, τη δεύτερη δεν απάντησε καν.
Παρόλα αυτά συναντήσαμε και ανθρώπους που αψήφησαν το φόβο και μας μίλησαν. Παράλληλα, παρακολουθήσαμε από κοντά την εξαιρετική εκδήλωση που διοργάνωσε το Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας (για την ακρίβεια το Μεταπτυχιακό του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου) με ομιλητές τον Δημήτρη Χριστόπουλο, καθηγητή πολιτειολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, τον Χρήστο Ράμμο, πρώην επικεφαλής της ΑΔΑΕ και πρώην ανώτατο δικαστικό, την Εφη Κηπουροπούλου, επίκουρη καθηγήτρια στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας και τον Γιάννη Μάνο, καθηγητή Κοινωνικής Ανθρωπολογίας του Βαλκανικού Χώρου στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας. Στην εκδήλωση αποτυπώθηκε η δίψα του κόσμου να μην αφήσει τη γλώσσα των παππούδων του και την παράδοσή του να πεθάνει. Ορθωσε, κοντολογίς, ανάστημα στις λογοκριτικές μεθόδους.
“Το τραγούδι δεν αρέσει, ενοχλεί”
Ο Ανδρέας Ανδρέου, καθηγητής Ιστορίας και Πολιτισμού στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, ήταν ο συντονιστής της εκδήλωσης. Τον ρωτήσαμε αν στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα της Φλώρινας έχει διαπιστώσει κάποιου είδους φόβο, ιδιαίτερα μετά το περιστατικό του Δεκεμβρίου. “Θα έλεγα ότι διάχυτος φόβος δεν υπάρχει. Η συνθήκη στην περιοχή έχει πια αλλάξει. Ωστόσο από περίπτωση σε περίπτωση διαφοροποιείται η συμπεριφορά” μάς απάντησε με ειλικρίνεια.
“Είμαι 65 ετών, μέσα στην πορεία μου έχω παρακολουθήσει όλη αυτή τη διεργασία για τη διαδικασία της συνύπαρξης με τις απαγορεύσεις, την καταστολή και τις ενοχές. Από το 1981 και έπειτα όλα αυτά διαφοροποιήθηκαν πολύ ουσιαστικά. Πάντοτε όμως η χρήση του τραγουδιού, του λόγου στο τραγούδι, κυρίως μέσα στο αστικό κέντρο, έλειπε” τονίζει.
Αυτό το κενό τα τελευταία χρόνια άρχισε να καλύπτεται. “Το τραγούδι άρχισε δειλά-δειλά να εμφανίζεται και προφανώς αυτό δεν αρέσει, ενοχλεί. Και έτσι προέκυψε το συγκεκριμένο περιστατικό τον περασμένο Δεκέμβριο” συμπεραίνει ο Ελληνας καθηγητής.
Τα συναισθήματα των ανθρώπων είναι ανάμεικτα. Ωστόσο η νέα γενιά έχει βγει ήδη μπροστά: “Υπάρχει πάντα μία παγωμάρα, έτσι θα την χαρακτήριζα, κυρίως από τους μεγαλύτερους. Από την άλλη, η έννοια του αλυτρωτισμού για τη νεολαία είναι ανύπαρκτη. Χωρίς να θέλω να δώσω το στίγμα των απολιτίκ νέων, απλά δεν τους απασχολεί. Το ενδιαφέρον σε όλη αυτή τη στροφή της νεολαίας είναι ότι στους νέους αρέσει η παράδοση, η έννοια του παλιού” αναλύει ο κ. Ανδρέου.
Ο ίδιος είναι γνώστης της γλώσσας και αυτό έχει τη δική του ξεχωριστή σημασία: “Εγώ έμαθα τη γλώσσα από τη γιαγιά μου αλλά τα δικά μου παιδιά δεν την ακούν στο σπίτι πλέον. Μιλούσα στη γιαγιά μου ελληνικά και αυτή μου απαντούσε στα σλαβομακεδόνικα”.
Τον ρωτάμε αν τον εξέπληξε η αντίδραση του Δημάρχου. “Δεν αιφνιδιάστηκα αλλά η τοποθέτηση ήταν υπερβολική από τη φύση της. “Στην πόλη μου δεν θα παίζεται σλάβικα, εγώ πληρώνω. Ποιο σας έβαλε;” Κατά καιρούς γίνονται διάφορα, ακούγονται κραυγές. Και για την εκδήλωση στο Πανεπιστήμιο ακούστηκαν διάφορα, “οι προφέσορες που μαζεύτηκαν μαζί με το Ουράνιο Τόξο”. Σ’ ένα άλλο σχόλιο ειπώθηκε το εξής: “Καλά σε δημόσιο Πανεπιστήμιο μιλούν για Μακεδόνικη γλώσσα; Δεν μπορεί να τους μαζέψει κανείς;. Αυτή είναι η ατμόσφαιρα.
Προσπάθησα στην ομιλία μου όλο αυτό να το εντάξω στο διεθνές κλίμα, σε όσα συντελούνται σε παγκόσμια κλίμακα, στο ότι δεν υπάρχει καμία κανονικότητα. Παρατηρείται μία κατάλυση κάθε έννοιας δικαίου. Η γενικότερη αντίληψη της ελληνικής πολιτικής ότι δεν είναι η ώρα να συζητάμε για τη νομιμότητα του πράγματος. Ολο αυτό επηρεάζει και τους δικούς μας μικρόκοσμους, τους μικρόκοσμους της ακροδεξιάς και της δεξιάς”.
“Ελλειμμα δημοκρατίας”
Ο Γιώργος Διακόπουλος είναι επιχειρηματίας και ζει στην Πρέσπα. Εχει βιώσει από πρώτο χέρι την καταστολή, στα πιο τρυφερά του χρόνια, αυτή της παιδικής ηλικίας. “Το περιστατικό του Δεκεμβρίου δεν ήταν το πρώτο που έλαβε χώρα. Είχαν προηγηθεί άλλα σε πανηγύρια το προηγούμενο καλοκαίρι. Η αλήθεια είναι ότι δεν το περίμενα, όμως από την άλλη, δεν έπεσα και από τα σύννεφα” τονίζει χαρακτηριστικά.
“Ξέρεις, δεν το έχουμε λύσει το πρόβλημα. Θα υπάρχουν πάντα άνθρωποι που θα το ανακινούν. Είναι φυσικά πιο βατή η κατάσταση σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια. Και παρατηρώ, ξέρετε, το εξής: Τα νέα παιδιά έχουν βγει μπροστά, ξέρουν τα τραγούδια, ξέρουν τους στίχους, χορεύουν και αναρωτιέσαι μα που τα ξέρουν; Και όμως συμβαίνει” συνεχίζει.
Οι αναμνήσεις του όμως είναι τραυματικές: “Οι γονείς μας προσπαθούσαν μ’ ένα τρόπο να μας προφυλάξουν, δεν μιλούσαν τη γλώσσα μπροστά μας. Είχα ακούσματα αλλά ποτέ δεν την μίλησα. Όταν ήμουν στην Πέμπτη Δημοτικού, το 1975, είχα γράψει μία έκθεση με θέμα πως περάσαμε τις απόκριες. Ο δάσκαλος είπε ότι η έκθεσή μου ήταν καλύτερη και με έβαλε να τη διαβάσω δυνατά στην τάξη, μπροστά στους συμμαθητές μου.
Εγραφα, μεταξύ άλλων, για ένα έθιμο που είχαμε. Πηγαίναμε στο κοτέτσι, ταϊζαμε τις κότες και φωνάζαμε “πίλινα, πίλινα“. Με ρώτησε τότε ο δάσκαλος τι σημαίνει η λέξη και του απάντησα ότι έτσι λέμε εμείς τα πουλάκια. Ο δάσκαλος, αφού μου έσκισε την έκθεση, με έσπασε στο ξύλο. Δεν ήξερα από που μου ήρθε και να σου πω την αλήθεια δεν κατάλαβα γιατί με ξυλοφόρτωσε”. “Αργότερα” συνεχίζει “όταν πήγαινα Λύκειο στη Φλώρινα, δεν μας άφηναν να λέμε “λέλε”. Μας προέτρεπαν να λέμε αντ’ αυτού “πωπώ”. Θυμάμαι επίσης ο πατέρας μου καταλάβαινε ότι έξω από το σπίτι υπήρχε πάντα ένα αυτί. Αυτό άλλαξε μετά το 1981″.
“Οι διαδηλώσεις των αρχών της δεκαετίας του 90 για το Μακεδονικό” αναφέρει ο Διακόπουλος, “έφεραν το ζήτημα στην πρώτη γραμμή. Αν δεν υπήρχαν αυτές οι διαδηλώσεις, ίσως να μην υπήρχε καν θέμα. Τι να πω; Οσο για τώρα, ευχαριστούμε το δήμαρχο Φλώρινας που το ανέδειξε και πάλι με τον τρόπο του. Πάντα βέβαια θα υπάρχουν κολλημένα μυαλά, υπάρχει το παρελθόν του Εμφυλίου Πολέμου που κατά καιρούς αναμοχλεύει τα πάθη αλλά εδώ, για να είμαστε ακριβείς, μιλάμε για έλλειμμα δημοκρατίας. Και αυτό είναι το μεγάλο πρόβλημα που πρέπει να λύσουμε”.
“Κάποιοι ήθελαν να λαϊκίσουν”
Ο Γιάννης Δαϊκόπουλος είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός. Στα τελευταία χρόνια της επαγγελματικής σταδιοδρομίας του υπηρετούσε ως διευθυντής σε δημοτικό σχολείο της Φλώρινας.
“Μετά το περιστατικό του Δεκεμβρίου δεν είχα καμία “εξωτερική” αντίδραση” μάς αφηγείται. “Εσωτερικά όμως διαπίστωσα εύκολα ότι αυτό που έγινε δεν είναι σε καμία περίπτωση συμβατό με τις αρχές μου. Ένα ερωτικό τραγούδι, η “Σόφκα”, γνωστό στα Βαλκάνια, με κάποιο τρόπο “απαγορεύτηκε”. Μ’ αυτό δεν μπορώ να συμφωνήσω σε καμία περίπτωση. Δεν θεωρώ ότι πρέπει να απαγορεύεται οποιαδήποτε μουσική”.
Εκμυστηρεύεται ακόμα ότι “υπάρχει ένα αίσθημα φόβου στην περιοχή αλλά αυτό δεν επιτρέπεται εν έτει 2026. Ούτε πρέπει να σκεφτόμαστε έτσι. Στην Τουρκία τα κουρδικά τραγούδια ακούγονται κανονικά πλέον. Η βαλκανική μουσική θα έλεγε κανείς ότι διαθέτει μία σχετική ομοιογένεια. Το να τραγουδάμε σε όποια γλώσσα θέλουμε θα έπρεπε να είναι αυτονόητο”.
Τον ρωτάμε ακριβώς γιατί δεν είναι αυτονόητο: “Υπάρχουν και πολιτικοί λόγοι για τους οποίους η κατάσταση εξελίχθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο. Κάποιοι ήθελαν να λαϊκίσουν, νομίζω καταλαβαίνετε τι εννοώ” επισημαίνει ο Δαϊκόπουλος. “Η δημοκρατία δεν είναι δεδομένη και πρέπει να παλεύουμε γι’ αυτήν κάθε μέρα. Το ίδιο ισχύει και για την ελευθερία. Πολλές φορές δεν το καταλαβαίνουμε αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα”.
“Στα σύνορα” συνεχίζει “συμβαίνουν τα πιο ενδιαφέροντα πράγματα. Στα σύνορα των επιστημών, χωρών και πάει λέγοντας. Αν δεν το καταλαβαίνουμε αυτό, μπορεί να έχουμε αντίθετα αποτελέσματα και εχθρότητες. Μπορεί κάποιος να συνειδητοποιήσει αυτό που λέω αν φανταστεί τα σύνορα βιολογίας και χημείας. Αν αυτά τα δύο σύνορα “παντρευτούν”, γίνονται θαύματα. Φαντάσου τα σύνορα δύο κρατών τα οποία ομονοούν και συνεργάζονται. Μόνο θετικό μπορεί να είναι αποτέλεσμα”.
Γι’ αυτό δίνει ένα ιδιαίτερα κατατοπιστικό παράδειγμα από την περιοχή: “Στην Πρέσπα δεν έχουν ανοίξει ακόμα τα σύνορα, δεν ξέρω για ποιο λόγο. Η σχετική απόφαση έχει παρθεί εδώ και επτά χρόνια αλλά ακόμη τίποτα. Προσπαθούν, λένε. Φαντάσου κάποιος να μπορούσε να κάνει μία περιήγηση σε τρία κράτη, διότι αυτό στην Πρέσπα μπορεί να γίνει. Σε τρεις πολιτισμούς δηλαδή. Τώρα πρέπει να κάνει κύκλους επί κύκλων”.
“Η Πρέσπα είχε προπολεμικά 12.500 ανθρώπους. Τώρα δεν έχει ούτε 2000. Ευτυχώς ήρθαν κάποιοι από την Αλβανία και “κρατιέται” ακόμη το σχολείο.Και όμως ο τόπος είναι “διαμάντι” με εξαιρετικό πολυπολιτισμικό πλούτο”.
Διαπιστώνει όμως, την ίδια ώρα, ότι “την πλειονότητα της κοινωνίας της Φλώρινας δεν την ενδιαφέρει τόσο η συνεργασία όσο η προώθηση των στενών της συμφερόντων. Να πάμε να φουλάρουμε βενζίνη στη Βόρεια Μακεδονία, να ψωνίσουμε κτλ.Και η αλήθεια είναι ότι δεν άλλαξαν πολλά πράγματα από τη Συμφωνία των Πρεσπών και μετά. Αυτό που έφερε σίγουρα η Συμφωνία είναι ότι λέμε το γειτονικό κράτος με το όνομά του. Μερικά πράγματα χρειάζονται χρόνο, δεν θεραπεύονται εύκολα τραύματα του παρελθόντος, ιδιαίτερα αν στο ενδιάμεσο έχει προκύψει και ένας Εμφύλιος Πόλεμος”.
“Οι νέοι θα μπορούσαν να μάθουν τη μακεδονική”
Ο Κώστας Φιλιππίδης, τελωνιακός υπάλληλος, ήταν υποψήφιος Δήμαρχος Φλώρινας με ανεξάρτητο συνδυασμό. Μας αφηγείται, με τη σειρά του, τις ιστορικές καταβολές της καταστολής της ντόπιας γλώσσας: “Ξεκινάει από πάρα πολύ παλιά. Ελεγαν “μη μιλάς αυτή τη γλώσσα, είναι κακή και δεν θα σε διορίσουμε“. Ο κόσμος ήξερε ότι σε μία τέτοια περίπτωση θα κυνηγηθεί και όχι μόνος αυτός αλλά και οι συγγενείς του. Οπότε, τους έλεγαν, “να προσέχετε πολύ“.
Οπως και ο Ανδρέας Ανδρέου, έτσι και ο Φιλιππίδης συμπεραίνει ότι υπάρχει μία στροφή στην οποία πρωταγωνιστεί η νέα γενιά: “Παρατηρείται μία νεανική τάση, σε ανθρώπους από τα 30 και κάτω, για στροφή στο βαλκανικό παραδοσιακό στιλ στη μουσική. Τα παιδιά 15-16 ετών θα σου πουν ότι τα έχουν ακούσει από τη γιαγιά τους και την προγιαγιά τους. Το καλοκαίρι στη Φλώρινα περιμένουν ακριβώς αυτό, να πάνε στο πανηγύρι, να βρουν συνομηλίκους του και να διασκεδάσουν μ’ αυτά τα τραγούδια. Οι μεγαλύτερες γενιές χαίρονται γιατί βλέπουν τα παιδιά να επιστρέφουν στην παράδοση, σε μορφές ψυχαγωγίας που δεν είναι νόθες. Άρα είναι ωραίο να το βλέπεις”.
Τον ρωτάμε αν περίμενε την αντίδραση του Δημάρχου στο περιστατικό του περασμένου Δεκεμβρίου. Απαντά αφοπλιστικά: “Βεβαίως το περίμενα. Μα νομίζω ότι έχει εκλεγεί γι’ αυτό το σκοπό, δεν μπορεί να επιτελέσει κάποιο άλλο έργο. Θαρρώ ότι δεν μπορεί να αντιληφθεί τι συμβαίνει παραέξω.
Κοιτάξτε, το περιστατικό του Δεκεμβρίου επιβεβαιώνει ότι καλά μας τα έλεγαν οι παππούδες και οι γιαγιάδες μας και ότι στην πραγματικότητα δεν έχουν αλλάξει πολλά πράγματα. Καλώς η κακώς, κατά τη διάρκεια της διαμάχης για τη Συμφωνία των Πρεσπών, η Φλώρινα είχε τη μικρότερη αντίδραση απ’ όλες τις περιοχές της Ελλάδας. Γιατί; Διότι κανένας Φλωρινιώτης δεν βάζει ζήτημα αν είναι Έλληνας πολίτης ή όχι. Είναι γελοίο και να το συζητάμε. Ο άνθρωπος, λοιπόν, που νιώθει πολύ σίγουρος για το τι είναι και που βρίσκεται. έχει το λιγότερο κόμπλεξ. Είμαστε Έλληνες και Ευρωπαίοι πολίτες”.
Η συζήτηση επιστρέφει στους νέους, τα μακεδόνικα και τη μεταξύ τους σχέση: “Θεωρώ ότι με τον τρόπο που επιχειρούν να μάθουν Αγγλικά ή μία δεύτερη ξένη γλώσσα, θα μπορούσαν να μάθουν και τη μακεδονική. Όλο αυτό το πράγμα θα φτάσει στην πλήρη απομυθοποίησή του όταν η Βόρεια Μακεδονία ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Όμως, η ένταξη της εκμάθησης της γλώσσας στο ελληνικό εκπαιδευτικό ελληνικό σύστημα δεν είναι εφικτή γιατί χρειάζεται περισσότερη δουλειά για τα στερεότυπα και τις αντιλήψεις. Υπάρχει, παράλληλα, και ένα πολύ σοβαρό ζήτημα που αφορά όλη την Ελλάδα και έχει να κάνει με την κουλτούρα του διαλόγου”.
Συμπερασματικά “θα πρέπει να αλλάξει συνολικά ο τρόπος που αντιμετωπίζουμε και αντιλαμβανόμαστε τα πράγματα. Μία κοινωνία όπως αυτή της Φλώρινας, που δέχεται επισκέψεις μόνο εθνικού χαρακτήρα, οφείλει να αλλάξει. Όταν έχεις έναν αντίπαλο, όπως πχ ο Καντιώτης, κάτι πρέπει να κάνεις. Ο πατέρας μου είχε πάει κομπάρσος σε ταινία του Αγγελόπουλου που γυρίστηκε εδώ και θυμάμαι τους φίλους του να του κάνουν πλάκα και να του φωνάζουν “δάσκαλε, αυτό ήταν, σε αφόρισαν!”. Και εγώ πήγαινα σπίτι φοβισμένος. Και η μάνα μου φοβόταν που φοβόμουν. Και έπιανε τον πατέρα μου και του έλεγε “μα τι πήγες και έκανες, θα κυνηγάνε τα παιδιά σου”.
Στη Φλώρινα η δημοκρατία και η ελεύθερη επιλογή στο τέλος θα νικήσουν. Και οι άνθρωποι θα τραγουδούν σε όποια γλώσσα επιθυμούν, τιμώντας την παράδοσή τους. Το ποτάμι, όπως διαπιστώασαμε, δεν πρόκειται να γυρίσει πίσω.