ΔΕΗ
Photo by: Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography Ανδρέας Παπακωνσταντίνου / Tourette Photography

“ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ ΣΤΗΝ ΨΑΘΑ”: ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΙ ΠΙΛΟΠΟΙΟΙ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ

Σε ένα υπόγειο στου Ψυρρή και λίγα στενά πιο κάτω, στο Μοναστηράκι, κάποιοι εξακολουθούν να κρατούν ζωντανή μια τέχνη που χάνεται, την ίδια στιγμή που το καπέλο επιστρέφει στους δρόμους της Αθήνας, ως αξεσουάρ μόδας πια.

Κάποτε, το καπέλο φανέρωνε την κοινωνική τάξη ή τον ρόλο εκείνου που το φορούσε. Οι εργάτες είχαν τις τραγιάσκες τους, οι μικροαστοί και οι δημόσιοι υπάλληλοι τις ρεπούμπλικες, οι μαθητές τα πηλίκια τους. Όπως ο ταχυδακτυλουργός δύσκολα νοείται χωρίς το ψηλό καπέλο του ή ο σεφ χωρίς τον σκούφο του, έτσι και η τέχνη της πιλοποιίας ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την καθημερινότητα της παλιάς Αθήνας.

Σήμερα, το καπέλο φοριέται πιο ελεύθερα απ’ ό,τι παλιά, όμως η γνώση και το μεράκι επιμένουν. Πίσω από τις κορδέλες και τα καλούπια κρύβονται ακόμα ώρες δουλειάς και μια δεξιοτεχνία που κρατά μέσα της μυστικά πολλών δεκαετιών.

Για τη Λίζα Σαριγιαννίδου, ιδιοκτήτρια του Savapile, όλα ξεκίνησαν το 1960, σε ένα μικρό δωμάτιο με μία μόνο μηχανή, απέναντι από τη σημερινή έδρα του εργαστηρίου της στου Ψυρρή. Εκεί, ο πατέρας της πειραματιζόταν με ό,τι είχε διαθέσιμο, ακόμη και με μια γλάστρα ή ένα τηγάνι, για να δώσει σχήμα στα πρώτα του καπέλα. Λίγο αργότερα, άφησε το εργοστάσιο πιλοποιίας όπου εργαζόταν στον Πειραιά και άνοιξε το δικό του εργαστήριο.

Ανδρέας Παπακωνσταντίνου / Tourette Photography

Ανδρέας Παπακωνσταντίνου / Tourette Photography

Οι πρώτες μου αναμνήσεις είναι σε εκείνο το παλιό εργαστήριο, όπου πήγαινα βόλτα ως παιδάκι”, θυμάται η ίδια. “Εκεί γνωρίστηκαν οι γονείς μου. Ήταν πάντα το πραγματικό μας σπίτι. Μπορεί να μετακομίζαμε ως οικογένεια, αλλά αυτό ήταν σταθερά εκεί”.

Λίγα στενά πιο κάτω, στο Μοναστηράκι, η Βίκυ και ο Γιώργος Πολυχρονόπουλος μεγάλωσαν μέσα σε ένα ανάλογο περιβάλλον, με την οικογενειακή παράδοση του Giorgio Hatter να ξεκινά από τον παππού τους στην Καλαμάτα και να μεταφέρεται στην Αθήνα το 1978, με την παραγωγή σχολικών καπέλων και στρατιωτικών πηλικίων.

“Όταν είσαι από μικρό παιδί μέσα σε αυτό, αναπτύσσεται μια σχέση αγάπης και μίσους”, εξηγεί ο Γιώργος, αποτυπώνοντας την ένταση μιας τέχνης που απαιτεί απόλυτη αφοσίωση. “Μπορεί να σε κουράζει, αλλά, στο τέλος σου μεταδίδεται η αγάπη”.

Ο Γιώργος και η Βίκυ Πολυχρονοπούλου του Giorgio Hatter Ανδρέας Παπακωνσταντίνου / Tourette Photography

Στην Ελλάδα, το καπέλο ήταν παραδοσιακά συνδεδεμένο με τους θερινούς μήνες και την ανάγκη προστασίας από τον ήλιο. Γι’ αυτό και η Λίζα εστιάζει την παραγωγή της αποκλειστικά στην ψάθα. “Την φέρνω από την Ιταλία, αν και κάποια άλλα είδη έρχονται από την Ασία ή το Εκουαδόρ», αναφέρει. “Δουλεύω όμως κυρίως με ιταλική ψάθα Φλωρεντίας. Ακόμα και οι πρέσες μου προέρχονται από εκεί, καθώς η συγκεκριμένη περιοχή έχει μια τεράστια παράδοση στα καπέλα”. Το εργαστήριό της έχει μετατραπεί σε έναν μικρό πυρήνα παραγωγής που τροφοδοτεί τη χονδρική αγορά των ελληνικών νησιών με καλοκαιρινά χειροποίητα ψάθινα καπέλα και τσάντες.

Παράλληλα με την έντονη καλοκαιρινή κίνηση, ωστόσο, ο Γιώργος παρατηρεί ότι τα τελευταία χρόνια καταγράφεται πλέον αξιοσημείωτη ζήτηση και κατά τη διάρκεια του χειμώνα. Έτσι, το Giorgio Hatter κινείται εμπορικά ανάλογα με την εποχή: το καλοκαίρι κυριαρχούν τα καπέλα Panama, οι πάνινες τραγιάσκες και τα jockey, ενώ τον χειμώνα η συλλογή ανανεώνεται με μπερέδες, γυναικείες τραγιάσκες και δερμάτινα γάντια.

 

Ανδρέας Παπακωνσταντίνου / Tourette Photography

Photo by: Andreas Papakonstantinou / Tourette Photography

 “Στο εξωτερικό φοράνε καπέλο, εδώ όμως ντρέπονται”

“Αρκετοί μου λένε ότι φοράνε καπέλα στο εξωτερικό, αλλά εδώ δεν τα φοράνε γιατί νιώθουν ότι τους κοιτάνε”, σημειώνει ο Γιώργος. “Το καπέλο στην Ελλάδα συνδέεται συχνά με μια παλιακή, κάπως θεατρική εικόνα και είναι πολύ παρεξηγημένο. Έρχονται να δοκιμάσουν μια ψάθινη καπελίνα και φοβούνται ότι θα φανούν υπερβολικοί. Πρέπει να βρουν το θάρρος αυτό που φοράνε έξω, να το φορέσουν και στην πόλη τους. Οι περισσότεροι στον δρόμο δεν σε κοιτάζουν επικριτικά. Σε κοιτάζουν επειδή βλέπουν κάτι ωραίο».

Παρ’ όλα αυτά, ο Γιώργος βλέπει αυτή την αμηχανία να υποχωρεί, κυρίως σε ανθρώπους που έχουν ζήσει ή σπουδάσει στο εξωτερικό και έχουν εντάξει το καπέλο πιο φυσικά στην καθημερινότητά τους.

Ανδρέας Παπακωνσταντίνου / Tourette Photography

Ανδρέας Παπακωνσταντίνου / Tourette Photography

Στην αλλαγή της νοοτροπίας έχουν συμβάλει και τα social media, όπως παρατηρεί η Λίζα στο δικό της εργαστήριο: “Ο κόσμος σήμερα ζητάει μεγάλα καπέλα, κυρίως ως αξεσουάρ μόδας και όχι τόσο για προστασία. Ναι μεν ‘φωνάζουν’ οι δερματολόγοι για τις επιπτώσεις της συνεχούς έκθεσης στον ήλιο , αλλά ο κόσμος επηρεάζεται πολύ περισσότερο από την εικόνα.

“Βέβαια, όταν κάποιος βλέπει μια ωραία φωτογραφία στην οθόνη του, δεν φαντάζεται τις ώρες δουλειάς που κρύβονται από πίσω”, συνεχίζει. “Γι’ αυτό χρειάζεται να εξηγείς κάθε φορά την αξία και τη διαφορά του χειροποίητου από το μαζικό προϊόν”, όπως αναφέρει.

“Έχει σπάσει ένας κρίκος της αλυσίδας”

“Για μένα ήταν πάντα δύσκολα”, εξομολογείται η Λίζα. “Σκέψου το άγχος του πατέρα μου ήδη από τη δεκαετία του ’90, ξεκίνησε όταν ήρθαν τα πρώτα εισαγόμενα”. Τώρα, δουλεύει το εργαστήριο μόνη της. “Τα μηχανήματά μου είναι πάνω από 100 χρονών. Δεν υπάρχουν ανταλλακτικά, ούτε άνθρωποι να τα συντηρήσουν. Είμαι ξεροκέφαλη, δεν θέλω να πάρω κινέζικες μηχανές”.

Η πίεση είναι και χωροταξική. “Το προηγούμενο κτίριο, όπου στεγαζόταν το εργαστήριο του πατέρα μου, έγινε ξενοδοχείο. Το 2016, έπρεπε να μετακομίσουμε. Ξηλώσαμε τα πάντα. Τα ράφια που βλέπετε εδώ φτιάχτηκαν από τα παλιά μπαούλα μεταφοράς υλικών, γι’ αυτό υπάρχουν ακόμα αυτοί οι αριθμοί πάνω τους. Όλα μα όλα σημαίνουν κάτι εδώ μέσα”.

Ανδρέας Παπακωνσταντίνου / Tourette Photography

Η γειτονιά του Ψυρρή δεν θυμίζει πια το παρελθόν. “Παλιά η περιοχή ήταν σαν ‘μελίσσι’ από εργαστήρια. Υπήρχε ένα καφενείο στην είσοδο του κτιρίου που ζούσε μόνο από τους τεχνίτες. Οι περισσότεροι έκλεισαν τα μαγαζιά τους. Έμειναν άδεια τα εργαστήρια και τα μηχανήματα δεν μπορούσαν να πουληθούν, γιατί δεν υπήρχε κανείς να τα αγοράσει”.

Από την πλευρά του, ο Γιώργος περιγράφει το τέλος της εγχώριας παραγωγής. “Σταματήσαμε τη βιοτεχνία. Είχαμε αμιγώς βιοτεχνική παραγωγή και το πληρώσαμε ακριβά. Το κράτος δεν υποστήριξε τίποτα, αλλά ούτε εμείς οι ίδιοι είχαμε την κουλτούρα να στηρίξουμε ο ένας τη δουλειά του άλλου. Προσπαθήσαμε να πάμε κόντρα στα κινεζικά προϊόντα, αλλά αυτά δεν κοντράρονται πουθενά, ούτε στη Γαλλία ούτε στην Ιταλία. Ως χώρα, έπρεπε να είχαμε μια διαφορετική οπτική, που δυστυχώς στην Ελλάδα δεν υπάρχει ούτε τώρα”.

H Λίζα Σαριγιαννίδου του Savapile Ανδρέας Παπακωνσταντίνου / Tourette Photography

Η λύση για το Giorgio Hatter ήταν να αλλάξει πορεία, χωρίς να κόψει τον δεσμό του με την κατασκευή. “Αποφασίσαμε να μην αγγίξουμε το φθηνό κινέζικο προϊόν. Τα σχέδια και τα καλούπια που φτιάχνουμε με μεράκι τα δίνουμε πλέον ως φασόν, εκτός από το παραδοσιακό ναυτικό κασκέτο που κατασκευάζεται ακόμα εδώ. Για τα υπόλοιπα, συνεργαζόμαστε με ευρωπαϊκές χώρες, κυρίως με την Ιταλία”.

Ούτε ο Γιώργος ούτε η Λίζα μετρούν την επιτυχία αποκλειστικά με όρους αγοράς. Θέλουν η δουλειά τους να παραμείνει βιώσιμη, αλλά και να μη χαθεί εντελώς η μνήμη του επαγγέλματος. “Εμείς έχουμε μια ιστορία και θα παλέψουμε γι’ αυτήν”, λέει ο Γιώργος.

Ανδρέας Παπακωνσταντίνου / Tourette Photography
Ανδρέας Παπακωνσταντίνου / Tourette Photography

Η Λίζα δεν κρύβει ότι πολλές φορές έχει σκεφτεί να σταματήσει. “Το συναισθηματικό δέσιμο είναι αυτό που με κρατάει, γι’ αυτό έχω μείνει και τόσα χρόνια. Ελπίζω να καταφέρω να το κρατήσω για πάντα και να πεθάνω στην ψάθα”, καταλήγει.

Giorgio Hatter Καΐρη 3, Μοναστηράκι, 2103214510

Savapile Αγίας Ελεούσης 14, Ψυρρή, 2103217087

 

Σχετικό Άρθρο

 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα