AP

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΑΝΑΚΑΤΑΤΑΞΕΙΣ ΣΤΙΣ ΗΠΑ: ΤΟ ΙΣΡΑΗΛΙΝΟ ΛΟΜΠΙ ΕΙΝΑΙ ΣΑ ΛΑΒΩΜΕΝΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ

Η ισχύς του Ισραηλινού λόμπι αμφισβητείται πλέον από μια ανερχόμενη προοδευτική πτέρυγα των Δημοκρατικών που εστιάζει στη Γάζα, ενώ στη Δεξιά, το δόγμα του Τραμπ κλονίζεται από ρήγματα στο MAGA οικοσύστημα.

“Ακούστε! Θα είχα βγει νωρίτερα, αλλά έπρεπε να τηλεφωνήσω στον αντίπαλό μου για να αναγνωρίσω την ήττα μου και πήρε λίγη ώρα να βρω τον Εντ Γκαλράιν στο Τελ Αβίβ”.Με αυτά τα λόγια υποδέχτηκε τους οπαδούς του ο Τόμας Μάσι το βράδυ της Τρίτης 19 Μαΐου, μετά την ήττα του σε μια από τις πιο κρίσιμες αναμετρήσεις στο εσωτερικό της Αμερικανικής Δεξιάς.

Οι προκριματικές εκλογές για το χρίσμα του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος των ΗΠΑ στην 4η Περιφέρεια του Κεντάκι για το Κογκρέσο (Congressional district για τη Βουλή των Αντιπροσώπων) έμελλαν να σπάσουν το ρεκόρ για τα περισσότερα χρήματα που έχουν ξοδευτεί ποτέ σε προκριματική καμπάνια, το ιλιγγιώδες ποσό των 34 εκατομμυρίων δολαρίων περίπου.

Η δεύτερη πιο ακριβή προκριματική αναμέτρηση ήταν το 2024, όταν ο προοδευτικός βουλευτής Τζαμάλ Μπόουμαν έχασε τη Δημοκρατική προκριματική εκλογή και την έδρα του στην 16η Περιφέρεια της Νέας Υόρκης από τον Τζορτζ Λάτιμερ και η τρίτη πιο ακριβή, επίσης την ίδια χρονιά, στην 1η Περιφέρεια του Μιζούρι, όπου η προοδευτική Κόρι Μπους έχασε την έδρα της από την Γουέσλι Μπελ.

Αυτές οι τρεις περιπτώσεις έχουν ένα εξόφθαλμα προφανές κοινό χαρακτηριστικό. Πρόκειται για επιδείξεις ισχύος της Αμερικανοϊσραηλινής Επιτροπής Δημοσίων Υποθέσεων (AIPAC) και των συν αυτώ δικτύων του Ισραηλινού λόμπι στις ΗΠΑ, που πέτυχαν να εμποδίσουν την επανεκλογή πολιτικών που έχουν στοχοποιήσει ως εχθρούς του Ισραήλ, ξοδεύοντας πακτωλούς χρημάτων. Το 2024 το AIPAC ξόδεψε πάνω από 100 εκατομμύρια συνολικά στις προκριματικές των Δημοκρατικών.

Ωστόσο από τότε κάτι έχει αλλάξει ριζικά στην Αμερικανική πολιτική. Έχει καταγραφεί μία τεράστια μετατόπιση στην κοινή γνώμη σχετικά με το Ισραήλ, τη χρηματοδότησή του και την υποστήριξη των πολέμων του.

Το φαινόμενο αυτό είναι πολύ πιο έντονο μεταξύ των ψηφοφόρων των Δημοκρατικών, αλλά καθόλα διακριτό και στους Ρεπουμπλικανούς.

Πρόσφατα δημοσκοπικά στοιχεία δείχνουν ότι έχει πλέον αρνητική αντίληψη για το Ισραήλ το 60% των Αμερικανών (από 42% το 2022), το 80% των Δημοκρατικών (από 53%) και το 41% των Ρεπουμπλικανών (από 27%).

Στις ηλικίες κάτω των 50 τα αντίστοιχα νούμερα είναι 70%, 84% και 57%. Σημειώνεται ότι τα παραπάνω στοιχεία συμπεριλαμβάνουν και τους ανεξάρτητους ψηφοφόρους που τείνουν να ψηφίζουν το ένα ή το άλλο κόμμα

Ο “εμφύλιος” των Δημοκρατικών

Η εσωτερική διαπάλη για τον πολιτικό προσανατολισμό του Δημοκρατικού Κόμματος ανάμεσα στην “αριστερή” (προοδευτική-σοσιαλδημοκρατική) και την “κεντρώα” (μετριοπαθή-νεοφιλελεύθερη) πτέρυγα δεν είναι καινούργια υπόθεση. Χρονολογείται από το 2016 όταν ο ανεξάρτητος γερουσιαστής του Βερμόντ, Μπέρνι Σάντερς, αυτοπαρουσιαζόμενος ως δημοκρατικός σοσιαλιστής, διεκδίκησε για πρώτη φορά το χρίσμα του κόμματος για τις γενικές προεδρικές εκλογές ενάντια στη Χίλαρι Κλίντον. Τότε προέκυψε μία αναπάντεχα ανταγωνιστική καμπάνια – η Κλίντον θεωρούταν αδιαφιλονίκητο φαβορί μέχρι που οι μαζικές συγκεντρώσεις του Σάντερς και οι δημοσκοπήσεις να ακυρώσουν αυτή τη σιγουριά.

Η πρώην Πρώτη Κυρία κατάφερε τελικά να επικρατήσει σε αυτές τις προκριματικές εκλογές, αφήνοντας ωστόσο μια βαριά σκιά ως προς την καθαρότητα της διαδικασίας και μια επίμονη πικρία στους οπαδούς του Σάντερς που εκτόξευσαν κατηγορίες για ακατάσχετη μεροληψία του κομματικού μηχανισμού υπέρ της Κλίντον, αλλά ακόμα και για νοθεία.

Μπέρνι Σάντερς
Μπέρνι Σάντερς

Οι πρώτες κατηγορίες αποδείχθηκαν αργότερα και οδήγησαν σε παραίτηση την τότε Πρόεδρο της Εθνικής Επιτροπής των Δημοκρατικών (DNC), Ντέμπι Γουάσερμαν Σουλτς.

Η παρακαταθήκη αυτής της καμπάνιας ήταν μεταξύ άλλων η εγκατάσταση μιας διαρκώς διογκούμενης, έκτοτε, αποστροφής για το λεγόμενο “κατεστημένο” του κόμματος. Δέκα χρόνια μετά η διαπάλη συνεχίζεται, η αριστερή πτέρυγα έχει κερδίσει αρκετό έδαφος, αλλά πλέον ανάμεσα στα κατεξοχήν προτάγματά της (προεξάρχον υπήρξε πάντα η επέκταση προς όλους του δημόσιου συστήματος υγείας) έχει προστεθεί τα τελευταία χρόνια ένα καινούριο διακύβευμα που γίνεται ολοένα και πιο καίριο: Η στάση ως προς τη γενοκτονία στη Γάζα και εν γένη απέναντι στο Ισραήλ και τους πολέμους του.

Η δεκαετής διαπάλη έχει πλέον εν πολλοίς (με κάποιες εξαιρέσεις) αποκτήσει χαρακτηριστικά σύγκρουσης ανάμεσα σε μια λαϊκο-προοδευτική φιλοπαλαιστινιακή πτέρυγα και μια σιωνιστική νεοφιλελεύθερη. Αυτή η παράμετρος λειτουργεί ως Λυδία Λίθος στις περισσοτερες εσωκομματικές εκλογές και φαίνεται σε πολλές περιπτώσεις να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα, αλλά με τον ανάποδο τρόπο από ότι στο παρελθόν. Από εκεί που έως και το 2024, δημοκρατικοί πολιτικοί έτρεμαν να μη μπουν στο στόχαστρο του Ισραηλινού λόμπι – κι όσοι το τολμούσαν έχαναν-, τώρα φαίνεται να φοβούνται μην αποκαλυφθεί ότι είχαν έστω την έμμεση υποστήριξή του.

Πρόσφατο ρεπορτάζ του Drop Site News αποκάλυψε ότι στην 3η Περιφέρεια της Πενσυλβάνια για το Κογκρέσο , η AIPAC τεχνηέντως, χρηματοδότησε κρυφά μία αντίπαλο του αριστερού υποψηφίου Κρις Ραμπ, ο οποίος ωστόσο τελικά κέρδισε την κούρσα και τη βουλευτική έδρα.

Ο συνιδρυτής του προαναφερθέντος ειδησεογραφικού δικτύου, έγκριτος δημοσιογράφος Ράιαν Γκριμ, απαντώντας σε σχετική ερώτηση του NEWS 24/7 διευκρινίζει περαιτέρω: “Από αναμέτρηση σε αναμέτρηση, η AIPAC έχει συστηματικά αποκρύψει την εμπλοκή της στις προκριματικές εκλογές των Δημοκρατικών. Οι εσωτερικές δημοσκοπήσεις της πρέπει να συνάδουν με τις δημόσιες δημοσκοπήσεις που υπάρχουν, οι οποίες δείχνουν ότι οι υποψήφιοι που συνδέονται με την AIPAC βρίσκονται πλέον σε πολύ μειονεκτική θέση. Ο κόσμος συνδέει την AIPAC με την επιθετικότητα των ΗΠΑ στο εξωτερικό, και συνδέει την επιθετικότητα των ΗΠΑ στο εξωτερικό με την αύξηση των τιμών και τη γενική αδιαφορία των Αμερικανών πολιτικών για τους πολίτες εδώ στην Αμερική.”

Ένα σημείο καμπής: οι DSA και η άλωση της Νέας Υόρκης

Οι Δημοκρατικοί Σοσιαλιστές της Αμερικής (DSA) ήταν ένα παλιό, περιθωριακό κόμμα, προερχόμενο από την Νέα Αριστερά των δεκαετιών ’60-’70. Αριθμούσε περί τα 5-6.000 μέλη σε εθνικό επίπεδο, με μέσο όρο ηλικίας τα 67 έτη, κυρίως ακαδημαϊκούς, συνδικαλιστές παλαιάς κοπής και βετεράνους παρελθόντων κινημάτων.

Το 2017 όμως, μία σειρά παραγόντων και μια αλληλουχία γεγονότων οδήγησε σε μία θεαματικά αλματώδη μεγέθυνση. Ήδη πριν το φαινόμενο Μπέρνι Σάντερς, κινήματα όπως το Occupy και Black Lives Matter είχαν σπρώξει ένα υπολογίσιμο κομμάτι της Αμερικανικής νεολαίας σε τροχιά ριζοσπαστικοποίησης.

Ήταν οι γενιές που μεγάλωσαν ή βγήκαν στην αγορά εργασίας κατόπιν της οικονομικής κρίσης του 2008, and είδαν το κόστος της περίθαλψης, της παιδείας και των ενοικίων να γίνεται ολοένα πιο δυσβάσταχτο.

Η προεκλογική καμπάνια του Σάντερς κατάφερε να απορροφήσει εν πολλοίς αυτή την ενέργεια και να την στρέψει σε θεσμική, εκλογική κατεύθυνση. Αυτή η κατεύθυνση, ωστόσο, οδήγησε σε διπλή ματαίωση με σχεδόν τραυματικό τρόπο.

Οπαδός των Democratic Socialists of America AP

Ο Σάντερς έχασε με τον τρόπο που αναφέρθηκε και ακολούθως ο Ντόναλντ Τραμπ έγινε Πρόεδρος. Καθώς αυτή η νεανική ενέργεια έψαχνε πεδίο έκφρασης και πολιτική στέγη, ένα βασικό στοιχείο της λειτουργίας των DSA προσέφερε μια ελκυστική διέξοδο. Εγγεγραμμένη στο καταστατικό του κόμματος ήταν μια σχετικά οριζόντια διαδικασία λήψης αποφάσεων από τα μέλη.

Η τρέχουσα συνεπικεφαλής του κόμματος Μέγκαν Ρομέρ, σε συνέντευξη που παραχώρησε στο NEWS 24/7 μίλησε για αυτό, επισημαίνοντας όμως άλλον ένα, ακόμα πιο καθοριστικό παράγοντα, χαρακτηριστικό της εποχής: “Ήρθε ο Μπέρνι Σάντερς το 2016 κι έγινε η φωνή αυτής της γενιάς που είχε αυτές τις αριστερές ιδέες, δεν είχε τρόπο να της ενοποιήσει και δεν είχε μια οργάνωση να ενταχθεί. Οι DSA κέρδισαν αυτή την κούρσα κυριολεκτικά με όρους SEO απλά (Search Engine Optimization – Βελτιστοποίηση για Μηχανές Αναζήτησης).

Ο Μπέρνι έλεγε συνεχώς δημοκρατικός σοσιαλιστής. Άμα έψαχνες στο Google δημοκρατικός σοσιαλιστής ήταν η οργάνωση που εμφανιζόταν πρώτη. Οι DSA κέρδισαν την κούρσα του Google κι εκεί κατέληξε ο κόσμος”.

Μετά την εκλογή του Τραμπ η εισροή νέων μελών εκτινάχθηκε και μέχρι το τέλος του 2017 είχε φτάσει τα 30.000 άτομα, με τη μέση ηλικία να κατακρημνίζεται στα 33 έτη. Στο εθνικό συνέδριο εκείνης της χρονιάς έγινε μια περίπου επανίδρυση.

Οι νεοεισαχθέντες νεολαίοι ουσιαστικά πήραν τον έλεγχο του κόμματος από την παλαιά φρουρά και το έστρεψαν περαιτέρω αριστερά, αλλά και με σαφή προσανατολισμό υπέρ της Παλαιστίνης. Το ίδιο έτος, το παράρτημα της Νέας Υόρκης έτρεξε την πρώτη εκλογική του καμπάνια για το δημοτικό συμβούλιο, κατεβάζοντας υποψήφιο έναν Παλαιστίνιο Λουθηρανό πάστορα, τον Κάντιρ Αλ Γιατίμ.

Σ’ εκείνη την εκστρατεία εργάστηκε σε υπεύθυνη θέση (canvas manager) ο πρωτοεμφανιζόμενος στους DSA, (ακόμη πιο) νεαρός τότε Ζόραν Μαμντάνι. Οχτώ χρόνια αργότερα και καθώς οι DSA έφταναν πλεον τα 100.000 μέλη, κατέβηκε υποψήφιος για την δημαρχία της πόλης σε μία αναμέτρηση που χαρακτηρίστηκε από τον κύριο αντίπαλό του, Άντριου Κουόμο, ως κρίσιμη καμπή στον “σιωπηλό εμφύλιο” και τη “μάχη για την ψυχή του Δημοκρατικού Κόμματος”.

Ενώ η καμπάνια του Μαμντάνι ήταν εμφατικά προσανατολισμένη στα προβλήματα της καθημερινής ζωής και την ακρίβεια σε αγαθά, υπηρεσίες και ενοίκια, οι αντίπαλοί του προσπάθησαν να στοχοποιήσουν τη φιλοπαλαιστινιακή του στάση, ποντάροντας στο μεγάλο αριθμό εβραίων ψηφοφόρων, αλλά και την υποστήριξη της AIPAC.

Σε μία viral στιγμή του ντιμπέιτ ξεχώρισε ως ο μόνος υποψήφιος που δεν είπε ότι το πρώτο ταξίδι που θα κάνει αν εκλεγεί θα είναι στο Ισραήλ. Αν και πρόκειται για ένα θώκο εντελώς άσχετο με την εξωτερική πολιτική, το Ισραηλινό λόμπι “πέταξε και το νεροχύτη της κουζίνας” στο Μαμντάνι, όπως λέει η σχετική έκφραση στα αγγλικά, αλλά αστόχησε, παρότι επιστράτευσε κάθε μέσο και τεράστια ποσά για να τον σταματήσει.

Η θριαμβευτική εκλογή του, με την παγκόσμια δημοσιότητα που πήρε, αποτέλεσε σημαντικό πλήγμα για το γόητρο και κυρίως το φόβητρο της AIPAC και Σία.

Η προεκλογική καμπάνια του Ζόχραν Μαμντάνι υποψήφιου των Δημοκρατικών για το δήμο της Νέας Υόρκης
Η προεκλογική καμπάνια του Ζόχραν Μαμντάνι υποψήφιου των Δημοκρατικών για το δήμο της Νέας Υόρκης AP Photo Heather Khalifa

Οι επικείμενες αναμετρήσεις Η αντίληψη ότι υπάρχει εμφύλιος μέσα στο Δημοκρατικό Κόμμα είναι πλέον κοινός τόπος και το Ισραηλινό λόμπι παραμένει ένας ισχυρός παίχτης στην όλη εξίσωση, ταυτιζόμενο και συντασσόμενο με το κατεστημένο του κόμματος. Αν κι αντιμετωπίζει πλέον την εναντίωση της πλειοψηφίας της κοινής γνώμης και της συντριπτικής πλειοψηφίας των Δημοκρατικών ψηφοφόρων, πολλοί στις ΗΠΑ προειδοποιούν ότι είναι ακόμα κραταιό κι ίσως πιο επικίνδυνο από ποτέ, σα λαβωμένο λιοντάρι που ετοιμάζεται για αντεπίθεση.

Διατηρεί αταλάντευτα στο πλευρό του τις ηγεσίες και των δύο κομμάτων κι έχει ήδη συγκεντρώσει πάνω από 100 εκατομμύρια για τις προκριματικές αλλά και τις γενικές μεσοπρόθεσμες εκλογές του Νοεμβρίου, όπου βάση δημοσκοπήσεων αναμένεται ένα “μπλε κύμα” που ενδεχομένως να δώσει στους Δημοκρατικούς τον έλεγχο της Γερουσίας και του Κογκρέσου.

Το επόμενο διάστημα μια σειρά αναμετρήσεων αναμένεται να αναδειχθούν ως ορόσημα για την διαπάλη εντός του Δημοκρατικού κόμματος. Από τις πιο προβεβλημένες μάχες θεωρείται η προκριματική εκλογή στο Μίσιγκαν για τη Γερουσία, όπου ο φιλοπαλαιστίνιος υποψήφιος που στηρίζεται από την προοδευτική πτέρυγα, Αμπντούλ Αλ Σαγιέντ προηγείται στις δημοσκοπήσεις έναντι της εκλεκτής της AIPAC Χάλει Στήβενς, που αυτοαποκαλείται “πολύ παθιασμένη σιωνίστρια” και της τρίτης συνυποψήφιας Μάλορι Μακ Μόροου. Η συγκεκριμένη πολιτεία έχει ένα ειδικό βάρος, καθότι είναι μία από τις αμφίρροπες (swing state) που καθορίζουν τις γενικές προεδρικές εκλογές. Εκεί, η Κάμαλα Χάρις έχασε με μικρή διαφορά και τα δημοσκοπικά στοιχεία δείχνουν ότι η δυσαρέσκεια των μουσουλμάνων κι Αραβικής καταγωγής ψηφοφόρων ήταν βασικός παράγοντας αυτής της ήττας. Ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της τωρινής καμπάνιας υπήρξε η ταραχώδης εμπλοκή του δημοφιλούς πλην αμφιλεγόμενου πολιτικού σχολιαστή και στρίμερ Χασάν Πάικερ.

Όταν εμφανίστηκε σε προεκλογικές συγκεντρώσεις του Αλ Σαγιέντ, υπήρξαν σφοδρές αντιδράσεις από κεντρώους που τον κατηγορούν για αντισημιτισμό. Ο Σαμ Ρόζενταλ, πολιτικός διευθυντής της οργάνωσης Roots Action, αλλά και στέλεχος των DSA εξηγεί: “Έχουμε δει τη μετριοπαθή πτέρυγα των Δημοκρατικών για πολύ καιρό να προσπαθεί να στιγματίσει τους αριστερούς προοδευτικούς ως ρατσιστές, σεξιστές, αντισημίτες… Ότι η υποστήριξή μας γι αυτό ή εκείνο το πρόσωπο σημαίνει ότι αδιαφορούμε για τα ζητήματα κάποιας ταυτότητας, πράγμα που είναι εντελώς ψευδές.

Ο Χασάν Πάικερ μπορεί να φέρει πολλά χρήματα σε έναν υποψήφιο. Έχει τεράστιο κοινό, είναι πολύ επιδραστικός. Άμα πει “νομίζω πρέπει να στείλετε σε αυτόν δέκα δολάρια”, πάρα πολλοί θα ανταποκριθούν. Οι μετριοπαθείς προσπαθούν να μετατρέψουν αυτό το πλεονέκτημα σε μειονέκτημα, αλλά δεν έχει πιάσει μέχρι στιγμής”. Για την ακρίβεια η επίθεση αυτή απέτυχε παταγωδώς, καθότι πριν από αυτην, ο Αλ Σαγιέντ ήταν ακόμα πίσω στις δημοσκοπήσεις -αν και με ανοδική τάση- κι έκτοτε έχει περάσει μπροστά. Στο πρόσφατο ντιμπέιτ των τριών υποψηφίων δε, μάλλον κατάφερε μια νίκη κατά της Στίβενς, στηλιτεύοντας τη σχέση της με την AIPAC κι ότι απέφυγε, όχι και τόσο έντεχνα, να απαντήσει επ’ αυτού.

Μια άλλη πολύκροτη και κρίσιμη κούρσα για τη Γερουσία είναι αυτή στη μικρή πολιτεία του Μέιν, στα βορειοανατολικά σύνορα με τον Καναδά. Εκεί ο Γκρέιαμ Πλάτνερ, ένας στρειδοκαλλιεργητής πρώην πεζοναύτης που υποστηρίζεται από τους προοδευτικούς έχει κατ’ ουσίαν ήδη κερδίσει την προκριματική της 9ης Ιουνίου, καθώς η κεντρώα υποψήφια Τζάνετ Μιλς εγκατέλειψε λόγω έλλειψης χρηματοδότησης και συντριπτικής διαφοράς στις δημοσκοπήσεις, αν και τυπικά παρέμεινε υποψήφια. Παρότι το Μέιν θεωρείται γαλάζια πολιτεία στις προεδρικές, οι Δημοκρατικοί έχουν να βγάλουν Γερουσιαστή εκεί απο το 1988. Η Ρεπουμπλικανή Σούζαν Κόλινς κυριαρχει σε αυτόν τον θώκο τριάντα χρόνια όμως ο Πλάτνερ φαίνεται να έχει την καλύτερη ευκαιρία εδώ και δεκαετίες για να την εκτοπίσει. Η έδρα αυτής της πολιτείας θεωρείται απαραίτητη προκειμένου οι Δημοκρατικοί να έχουν την ευκαιρία να πάρουν τον έλεγχο της Γερουσίας, ωστόσο παρατηρείται ένα αξιοσημείωτο φαινόμενο. Παράγοντες της κεντρώας πτέρυγας, ακόμα και εν ενεργεία βουλευτές του Κογκρέσου καταφέρονται εναντίον του, πριμοδοτώντας ουσιαστικά την Κόλινς. Αυτό το παράδοξο πιθανώς εξηγείται από το ότι ο Πλάτνερ είναι από τους σφοδρότερους επικριτές του Ισραήλ, καλώντας για άμεση και ολοκληρωτική παύση χρηματοδότησης. Οι αντίπαλοί του έχουν προσπαθήσει επίμονα να αξιοποιήσουν τους αρκετούς “λεκέδες” που έχει στο παρελθόν του, αλλά τίποτα δεν έχει πιάσει μέχρι στιγμής.

Γκρέιαμ Πλάτνερ AP

Σε μια πρόσφατη, σχεδόν απέλπιδα προσπάθεια να νεκραναστηθεί η καμπάνια της Τζάνετ Μιλς (πράγμα εντελώς απίθανο), μια εσωτερική διαρροή, από την πρώην πολιτική διευθύντρια της εκστρατείας του, Τζενεβίβ Μακ Ντόναλντ, στις φιλο-Δημοκρατικές εφημερίδες Wall Street Journal και New York Times, αποκάλυψε ότι κάποια χρόνια πριν ο Πλάτνερ αν και παντρεμένος αντάλλασε μηνύματα σεξουαλικού περιεχομένου με διάφορες γυναίκες, πράγμα που της είχε εκμυστηρευτεί εμπιστευτικά η σύζυγος του υποψηφίου για λόγους προστασίας της καμπάνιας του.

Παρά τη μεγάλη δημοσιότητα αυτό το ιδιότυπο “σκάνδαλο” δε φάνηκε να επηρεάζει ιδιαίτερα τους ψηφοφόρους στο Μέιν βάση επιτόπιας δημοσιογραφικής έρευνας. Λίγες μέρες αργότερα, την Πέμπτη 4 Ιούνη, μερικά 24ωρα δηλαδή πριν την προκριματική του Μέιν, δημοσιεύτηκε στους ΝΥΤ ξανά, ένα άρθρο με καταγγελίες από πρώην συντρόφους του Πλάτνερ για προβληματική συμπεριφορά.

Αυτό που δημιούργησε πολλές αντιδράσεις είναι ότι η Λίντσεϊ Φάιφιλντ, μία από τις τρεις γυναίκες που μίλησαν αρνητικά για τον υποψήφιο, η οποία κρίνεται ευρέως ότι αναφέρει τις μόνες ουσιαστικές κατηγορίες, είναι παλαιόθεν Ρεπουμπλικανή ακτιβίστρια και φανατική σιωνίστρια. Μεταξύ άλλων, επί σειρά ετών συμπαρουσίαζε ένα πόντκαστ με τη στενή της φίλη Μπέθανι Μαντέλ, η οποία είναι διαβόητη κυρίως για το τουίτ που έκανε (το 2014) ότι ο μόνος λόγος “να μη ρίξουν πυρηνικά σε αυτά τα γ@μ… ζώα” στη Γάζα, είναι ότι “το νέφος θα έβλαπτε τους Ισραηλινούς”. Για κάποιους πολιτικούς σχολιαστές, σε αυτή την κούρσα αναδεικνύεται ότι μερίδα της κεντρώας φιλο-Ισραηλινής πτέρυγας θα προτιμούσε να διατηρήσουν οι Ρεπουμπλικανοί τον έλεγχο της Γερουσίας, παρά να εκλεγεί Γερουσιαστής κάποιος σαν τον Πλάτνερ.Εκκρεμεί να φανεί αν όλα αυτά θα πλήξουν την υποψηφιότητά του ή θα γυρίσουν μπούμερανγκ. Μία ακόμη αναμέτρηση για τη Γερουσία που αξίζει αναφοράς είναι αυτή στο Τέξας, μια πολιτεία με τεράστιο πολιτικό βάρος.

Εκεί είχαμε μια προκριματική που αμφότεροι οι υποψήφιοι παρουσιάζονταν ως προοδευτικοί, αλλά ο Τζέιμς Ταλαρίκο επικράτησε στους αντίστοιχους ψηφοφόρους ενώ η Τζάσμιν Κρόκετ υποστηρίχθηκε προεκλογικά κι εντέλει ψηφίστηκε περισσότερο από τον κεντρώο χώρο. Αν και η καμπάνια δεν επικεντρώθηκε ιδιαίτερα στο παλαιστινιακό, αυτό και πάλι αναδείχθηκε ως καθοριστικός παράγοντας.

Ο χριστιανο-προοδευτικός Ταλαρίκο με τις επικριτικές δηλώσεις του για το Ισραήλ κέρδισε τη φιλοπαλαιστινιακή ψήφο και τα δημοσκοπικά στοιχεία δείχνουν ότι αυτό ήταν βασικός παράγοντας της επικράτησής του. Αυτό που προσδίδει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στην υποψηφιότητά του είναι ότι ο Ταλαρίκο εμφανίζεται να έχει υπολογίσιμες πιθανότητες να κερδίσει και την έδρα στις μεσοπρόθεσμες εκλογές του Νοεμβρίου. Αν αυτό συμβεί θα είναι μια τεράστια νίκη για τους Δημοκρατικούς που θα πιστωθεί στο προοδευτικό-φιλοπαλαιστινιακό στρατόπεδο.

Όσο για τις προκριματικές για τη Βουλή των Αντιπροσώπων, οι αναμετρήσεις του επόμενου διαστήματος, όπου θα συγκρουστούν οι δύο πλευρές και θα διαμορφώσουν το κλίμα για το μέλλον του κόμματος είναι τόσες πολλές που είναι άτοπο να αναφερθούν αναλυτικά στο παρόν άρθρο.

Η ρήξη εντός της Δεξιάς

Ο Ντόναλντ Τραμπ εξελέγει με σύνθημα το “Πρώτα Η Αμερική” και κεντρική προεκλογική υπόσχεση την παύση των “παντοτινών πολέμων”, πατώντας πάνω στην αγανάκτηση πολλών Αμερικανών με την πολυέξοδη επιθετικότητα της εξωτερικής πολιτικής.

Είναι σαφές ότι δεν τήρησε αυτές τις υποσχέσεις κι αυτό έχει προκαλέσει δυσαρέσκεια σε πολλούς επώνυμους που τον υποστήριξαν στις εκλογές του 2024, καθώς και σε μέρος της βάσης που έχει πλέον αρνητική αντίληψη για το Ισραήλ και αντιτίθεται έντονα στον πόλεμο εναντίον του Ιράν.

Παρόλα αυτά εμφανίζεται ακόμη πανίσχυρος εντός του κόμματος με τη σκληροπυρηνική βάση να είναι ακόμα συμπαγής στο πλευρό του είτε παραβλέποντας τις αθετημένες υποσχέσεις είτε κατηγορώντας άλλους ότι τον παρέσυραν.

Μέχρι πολύ πρότινος, όλοι οι υποψήφιοι που είχε υποστηρίξει στις εσωκομματικές προκριματικές κέρδιζαν πάντα, με τελευταίο παράδειγμα που υποτίθεται ότι απέδειξε την παντοδυναμία του, την ήττα του Τόμας Μάσι στο Κεντάκι.

Ωστόσο τα πράγματα είναι πιο περίπλοκα και μάλλον αρκετά δύσκολα για τον Τραμπ. Η προκριματική στο Κεντάκι δεν ήταν μονοσήμαντη.

Τόμας Μάσι

Ο Μάσι ηττήθηκε καθαρά αλλά δε συνετρίβη, έχοντας απέναντί του όλο το βάρος του Τραμπ και του Ισραηλινού λόμπι πήρε 45% και η περαιτέρω ανάλυση αυτής της ψήφου είναι αποκαλυπτική. Ο απερχόμενος βουλευτής κέρδισε κατά κράτος στις ηλικίες κάτω των 45 (Gen Z και Millennials), οι οποίες είναι αυτές που επηρεάζονται περισσότερο από τους δεξιούς ινφλουένσερ και σχολιαστές που αντιτίθενται στον πόλεμο στη Γάζα και ακόμη περισσότερο στο Ιράν και επικρίνουν το Ισραήλ.

Η πιο παραδειγματική τέτοια περίπτωση είναι αναμφίβολα ο Τάκερ Κάρλσον ο οποίος από ένθερμος υποστηρικτής του Τραμπ, έχει πλέον στραφεί ανοιχτά εναντίον του. Άλλα επιδραστικά πρόσωπα που τον υποστήριξαν στις προηγούμενες εκλογές και τώρα εκφράζουν απογοήτευση, αντίθεση στο πρόσωπό του ή αμφισβήτηση της πολιτικής του είναι -ενδεικτικά- η Κάντας Όουενς, η Μέγκιν Κέλι, ο Σον Ράιαν, ο Άλεξ Τζόουνς, ο Στιβ Μπάνον, ο Άντριου Σουλτς, ο Ντέιβ Σμιθ και εν μέρη ο Τζο Ρόγκαν.

Σε ανοιχτή σύγκρουση βρίσκεται επίσης με την πρώην βουλευτή Μάρτζορι Τέιλορ Γκριν, που μαζί με τον Τόμας Μάσι, τη Λόρεν Μπόμπερτ και τη Νάνσι Μέις ψήφισαν για τη δημοσιοποίηση των φακέλων Έπστιν.

Τα στοιχεία που ήρθαν στο φως για τις σχέσεις του Τζέφρι Έπστιν με Ισραηλινά συμφέροντα και μυστικές υπηρεσίες, σε συνδυασμό με τις ύποπτες συνθήκες θανάτου του, της σχέσης του εκλιπόντος εγκληματία με τον ίδιο τον Τραμπ, αλλά και την απροθυμία του τελευταίου να δημοσιοποιηθούν οι φάκελοι παρά τη σχετική προεκλογική υπόσχεση, έχουν δημιουργήσει άλλη μία ανοιχτή πληγή για την εικόνα του κι άλλη μία αιτία καχυποψίας απέναντι στο Ισραήλ, που γίνεται ολοένα και πιο διάχυτη στη δεξιά νεολαία.

Παρόλα αυτά, υπάρχουν πολλοί που θεωρούν ότι το σχίσμα στη δεξιά δεν είναι τόσο βαθύ και δε θα έχει μεγάλο αντίκτυπο. “Όλο αυτό είναι επιδερμικό και θόρυβος στα σόσιαλ μίντια” είπε ο 32χρονος επιχειρηματίας από τη Νέα Υόρκη Γκ.Σ. στο NEWS 24/7, “Αυτοί οι διάφοροι ινφλουένσερ προσπαθούν κυρίως να προφυλάξουν τις καριέρες τους μακροπρόθεσμα, έχοντας συνειδητοποιήσει πώς θα φαίνονται όλα αυτά σε λίγα χρόνια. Αν προσέξεις, παρά την κριτική, οι περισσότεροι δεν τον αποκηρύσσουν ποτέ. Το GOP (Ρεπουμπλικανικό κόμμα) έχει μετατραπεί σε αίρεση και κανείς δεν έχει τα κότσια να τα βάλει με τον Τραμπ”.

Στον αντίποδα, ο Ράιαν Γκριμ επιμένει: “Είναι ένα πραγματικό ρήγμα και θα βαθύνει μέσα στους επόμενους μήνες, καθώς οι οικονομικές επιπτώσεις από τον πόλεμο στο Ιράν θα συνεχίζονται.” Πράγματι, όλοι οι προαναφερθέντες επικριτές του Προέδρου και του Ισραήλ δεν είναι σε θέση να ξεσηκώσουν μια ανταρσία μέσα στο Ρεπουμπλικανικό κόμμα.

Είναι όμως βασικοί συντελεστές του διαδικτυακού οικοσυστήματος που έδωσε πνοή στο κίνημα MAGA (Make America Great Again) και οικοδόμησε την πλατιά κοινωνική συμμαχία που έφερε τη νίκη το 2024. Η μεταστροφή της στάσης τους αντανακλά την αποδόμηση αυτής της πλειοψηφίας.

Οι μετρήσεις δείχνουν ότι μετά και τον πόλεμο στο Ιράν -αν και όχι μόνο για αυτό- πέφτουν δραματικά τα ποσοστά του Τραμπ στις κοινωνικές ομάδες που έκαναν τη διαφορά στις περασμένες εκλογές: τους νέους, τους Ισπανόφωνους, τις γυναίκες και τους ανεξάρτητους ψηφοφόρους.

Δεδομένου ότι δεν υπάρχει κάποιος δεξιός πολιτικός που να έχει το ανάστημα και το έρεισμα να αμφισβητήσει την κυριαρχία του μέσα στο κόμμα, ο Τραμπ παραμένει απόλυτα κυρίαρχος εντός των τειχών.

Έξω από το κάστρο του όμως η συμμαχία του φυλλοροεί κι η επιρροή του κόμματος συρρικνώνεται. Τα σημάδια προμηνύουν ότι αναμένονται μεγάλες απώλειες και -ανάλογα πώς θα καταλήξει το φιάσκο του πολέμου με το Ιράν- ενδεχομένως ακόμα και συντριβή.

Το τελικό ερώτημα

Έχοντας εξετάσει όλα τα παραπάνω, παραμένει ένα θεμελιακό ερώτημα αναπάντητο. Αν εκλεγούν όλοι αυτοί οι προοδευτικοί Γερουσιαστές και Βουλευτές, ή κι αν ακόμα η αριστερή πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος καταφέρει να εκλέξει Πρόεδρο το 2028, πόσο ουσιαστική αλλαγή είναι πιθανό να επιφέρει αυτή η εξέλιξη; Η Μέγκαν Ρομέρ κι ο Σαμ Ρόζενταλ από τους DSA παραδέχονται αμφότεροι ότι μια ριζική αλλαγή πολιτικής, ως προς το Ισραήλ αν μη τι άλλο, θα είχε πολύ δρόμο μπροστά της κι αυτό που βλέπουν στον ορίζοντα είναι μικρά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση.

Ο ελληνοαμερικανός Νικ Π., κάτοικος Καλιφόρνιας και μέλος μιας ΜΚΟ για την υπεράσπιση μεταναστών και προσφύγων, μιλώντας με το NEWS 24/7 μετέφερε μια ακόμη λιγότερο αισιόδοξη οπτική: “Το αφήγημα με την ουρά που κουνάει το σκύλο είναι μια μπαρούφα των America First κι όχι μόνο. Διότι και αυτοί και οι άλλοι οι και καλά αριστεροί των Dems δε μπορούν είτε να καταλάβουν είτε να παραδεχτούν ότι το Ισραήλ είναι προέκταση της Αμερικής κι η σχέση μεταξύ των δύο είναι συνυφασμένη με τη παγκόσμια τάξη πραγμάτων όπως αυτή διαμορφώθηκε μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η Αμερική που αγαπάνε, για να μπορεί να υπάρχει ως κυρίαρχη ηγεμονική δύναμη πάει πακέτο με το Ισραήλ. Οι δύο χώρες είναι βαθιά αλληλοσυνδεδεμένες σε οικονομικό, γεωπολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο. Ακόμα κι αν προέκυπτε κάποιος καλοπροαίρετος προοδευτικός πρόεδρος που θα επιχειρούσε να ξετυλίξει αυτό το κουβάρι, θα ανακάλυπτε σύντομα πίσω από κλειστές πόρτες ότι υπάρχει συνέχεια του κράτους και βαθύ κράτος που την διαφυλάσσει, μαζί με το στρατιωτικό-βιομηχανικό σύμπλεγμα”

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα