ΤΑ ΝΕΑ “ΜΕΓΑΛΑ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑ” ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΗΝ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΑΣΙΑ
Το δεύτερο μέρος του οδοιπορικού του Δημήτρη Χριστόπουλου στην κεντρική Ασία.
Η διάβαση των συνόρων της Κιργισίας με το Τζακιστάν στον δρόμο του Παμίρ είναι εμπειρία απόκοσμη, ασύλληπτη. Στα τεσσεράμισι χιλιάδες μέτρα υψόμετρο εγκαταλείποντας τη μία χώρα, ανοίγεται ένα no man’s land περίπου είκοσι χιλιομέτρων με έναν διαλυμένο δρόμο που κάποτε ήταν άσφαλτος.
Ο δρόμος ανοίχτηκε το 1937 από τους Σοβιετικούς πάνω σε ένα μονοπάτι δουλεμένο επί αιώνες για τα αγώγια των Δρόμων του Μεταξιού. Το τοπίο είναι ό,τι πιο σεληνιακό μπορεί να προσφέρει ο πλανήτης. Το συνοριακό φυλάκιο του Τατζικιστάν είναι ένα άθλιο παράπηγμα με ένα δωμάτιο σε μια διαλυμένη ζοφερή κατασκευή από τσίγκους. Μπαίνοντας όμως στη χώρα καταλαβαίνει κανείς ότι εδώ το προεδρικό σύστημα μοιάζει περισσότερο με Βόρεια Κορέα παρά με αυτό που έχεις συνηθίσει στο Καζακστάν και την Κιργισία που έχουν πλέον θεσμικά εκσυγχρονιστεί.
Οι φωτογραφίες του προέδρου της χώρας που εκλέγεται εθιμικά με 99% είναι παντού. Το ίδιο συμβαίνει και στο Τουρκμενιστάν, την πιο απομονωμένη χώρα της γειτονιάς.
Τουρκεστάν, Κίνα και Αφγανιστάν
Μετά από λίγα χιλιόμετρα στα ανατολικά δίπλα στον δρόμο εμφανίζεται ένας φράχτης που κάποτε φαίνονταν ότι ήταν ηλεκτροφόρος. Αυτό είναι το σύνορο της Κίνας και ο δρόμος για αρκετά χιλιόμετρα ακολουθεί τη μεθόριο μεταξύ των δύο κρατών. Τον φράχτη, όπως και τον δρόμο, τον είχαν στήσει οι σοβιετικοί οι οποίοι δεν θέλανε και πολλά-πολλά με τους Ουιγούρους, τους τουρκόφωνους μουσουλμάνους της Κίνας. Αυτοί, όταν χαράσσονταν τα σύνορα στην Κεντρική Ασία βρέθηκαν χωρίς κράτος, αλλά μια αυτόνομη περιοχή στην Κίνα.
Αν η αρχή των εθνοτήτων είχε εφαρμοστεί και για κείνους, θα υπήρχε κι ένα έκτο κράτος στην Κεντρική Ασία, το Ουιγουριστάν ας το πούμε, αλλά η ιστορία τα έφερε αλλιώς για αυτήν την εθνότητα η οποία, εξαιτίας του αυτονομισμού της, βιώνει ίσως τον μεγαλύτερο μαζικό εγκλεισμό μειονοτικού πληθυσμού στον κόσμο.
Συνεχίζοντας τον δρόμο προς το νότο, αφήνουμε πίσω την Κίνα. Ένα εκπληκτικό ποτάμι στα ανατολικά, ακριβώς δίπλα στον δρόμο, δίνει τη θέση του στα συρματοπλέγματα. Ο ποταμός αυτός ονομάζεται Παμίρ – καθώς πηγάζει στην οροσειρά αλλά, στη συνέχεια γίνεται ο μεγαλύτερος ποταμός της Κεντρικής Ασίας, ο Άμου Ντάρια, γνωστός στην αρχαιότητα ως Ώξος. Εκεί πολέμησε ο Μέγας Αλέξανδρος για την ανάσχεση των σκυθικών βασιλείων ώστε να περάσει στην ινδική χερσόνησο. Η Κεντρική Ασία ήταν η Σκυθία για τους αρχαίους.
Στην ανατολική όχθη του ποταμού έχουμε πλέον μια νέα χώρα: το Αφγανιστάν. Σε αντίθεση με τις χώρες της Κεντρικής Ασίας, το Αφγανιστάν, ας πούμε ότι το γνωρίζουμε. Ή έτσι νομίζουμε. Όχι για καλούς λόγους, το έχουμε ακούσει και το ακούμε συνέχεια. Οι αντιβενιζελικές εφημερίδες αποκαλούσαν «Αφγανιστούπολη» την Αθήνα το 1923 λόγω της άφιξης των μικρασιατών προσφύγων, ενώ ως και σήμερα οι Αφγανοί αποτελούν την ομάδα μεταναστών και προσφύγων που δημιουργούν τον ισχυρότερο ηθικό πανικό στις συνειδήσεις των ευρωπαίων.
Η Κεντρική Ασία γνωρίζει από πόλεις με αυθεντικό αστικό ιστό, όπως η παλιά πρωτεύουσα του Καζακστάν, το Αλμάτι, αλλά γνωρίζει και από ύπαιθρο που φέρνει πολύ προς Αφγανιστάν. Εξάλλου, ένα ποτάμι είναι το σύνορο.
Για 400 χιλιόμετρα, το ποτάμι – σύνορο κυλάει ακριβώς δίπλα στον δρόμο. Αναπόφευκτα κοιτάει κανείς βουλημικά Αφγανιστάν: τα παιδιά να μπανιαρίζονται στο ποτάμι, τις γυναίκες να δουλεύουν, δίκυκλα που λειτουργούν ως ταξί μεταξύ των ορεινών χωριών. Όσο κατεβαίνει νοτιότερα, ορθώνονται οι λευκές σημαίες των Ταλιμπάν και τα check points τους πυκνώνουν.
Οι Ταλιμπάν δεν ασχολούνται με το τι συμβαίνει πέραν του συνόρου τους με την εξαίρεση των συνοριακών διαβάσεων και των γεφυρών που επιτρέπουν στους ανθρώπους να βρεθούν σε διασυνοριακές κεντροασιατικές αγορές. Εκεί πλέον βλέπει κανείς δίπλα του Αφγανούς να πουλάνε την πραμάτεια τους. Υπό καθεστώς σιωπής ωστόσο διότι παντού υπάρχει παρουσία μυστικής αστυνομίας του καθεστώτος. Κάποια στιγμή το ποτάμι «γλύφει» το σύνορο του Αφγανιστάν με το Πακιστάν και απομακρύνεται πάλι με ορμή προς το βορρά.
Μόνο βλέποντας πόσο απόκοσμος ορεινός όγκος είναι το Αφγανιστάν μπορεί κανείς να καταλάβει για ποιον λόγο ο τόπος έγινε η ταφόπλακα των ιμπεριαλιστικών βλέψεων των μεγάλων δυνάμεων του κόσμου. Και ναι, όλοι θυμούνται την πανωλεθρία που υπέστη η Σοβιετική Ένωση που εγκατέλειψε το Αφγανιστάν μετά από μια δεκαετία στρατιωτικής παρουσίας (1979 – 1989) ή φυσικά το πιο πρόσφατο κάζο των Αμερικάνων και των συμμάχων τους που αντέξανε 20 χρόνια, από το 2001 ως το 2021.
Λιγότερο οικεία είναι όμως η αγγλική εμπλοκή: η Βρετανική Αυτοκρατορία έκανε όχι έναν, αλλά τρεις πολέμους στο Αφγανιστάν για να εμποδίσει τη ρωσική επιρροή κοντά στα σύνορα της Ινδίας από το 1839 ως το 1919. Τους πολέμους αυτούς τους έχασε πανηγυρικά όλους. Οι Αγλλοαφγανικοί πόλεμοι οδήγησαν στην ανεξαρτησία του Αφγανιστάν, με τον ίδιο τρόπο που η Σοβιετική εισβολή έφερε την κυριαρχία των Ταλιμπάν το 1996. Όπως ακριβώς και η αμερικανική εισβολή μετά την 11η Σεπτεμβρίου 2001 στην εδραίωσή τους το 2021 ως σήμερα.
Τα γράφω αυτά για να γίνει πλήρως κατανοητό το βάθος της γεωπολιτικής σημασίας της περιοχής αυτής εδώ και δύο αιώνες για όλον τον κόσμο. Στον δέκατο ένατο αιώνα η Κεντρική Ασία – κυρίως ο νότος της – ήταν το θέατρο του πολυθρύλητου Great Game. Έτσι ονομάστηκε η γεωπολιτική αντιπαράθεση μεταξύ της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας για την κυριαρχία στην Κεντρική Ασία. Τον καιρό εκείνον, διπλωμάτες, εξερευνητές, στρατιωτικοί, κατάσκοποι και κληρικοί σε πολιτικές υπηρεσίες διαμόρφωσαν την ιστορία και την πολιτική γεωγραφία της πιο μοιραίας περιοχής της εποχής μας.
Τότε φυσικά δεν υπήρχαν κράτη. Η Κεντρική Ασία ονομάζονταν Τουρκεστάν – γη των Τούρκων – και αποτελούνταν κυρίως από χανάτα, με πιο διάσημο το χανάτο της Μπουχαρά – εντελώς έξω από τον κόσμο των εθνών που είχαν αρχίσει να κυριεύουν τον δυτικό κόσμο από τις αρχές του 19ου.
Τα έθνη της Κεντρικής Ασίας είναι made in USSR. Πριν το 1930 δεν μπορεί να γίνει λόγος για κιργίσιο, τατζίκικο, τουρκμένικο ή καζάκικο έθνος. Όλο αυτοί οι πληθυσμοί με την εξαίρεση των Τατζίκων που είναι Πέρσες, ανήκουν στην μεγάλη τουρκική οικογένεια που εισδύει στην Κίνα από τον Καύκασο δια της Κασπίας. Το γράφω εμφατικά για να έχουμε λίγο επίγνωση εδώ στην Ελλάδα του ανατολικού γεωπολιτικού και πολιτισμικού βάθους της γείτονος στην Κεντρική Ασία. Στις όλες τις χώρες αυτές, η Τουρκία συμπεριφέρεται έξυπνα και μάλλον διακριτικά σαν μακρινή μητέρα και οι ίδιες της αναγνωρίζουν αυτό το ρόλο.
Η Ρωσία πάλι, υπήρξε ο βασικός ανταγωνιστής των Βρετανών στο πλαίσιο του Great Game, ενώ στον «σύντομο 20ο αιώνα» η ΕΣΣΔ αναλαμβάνει τον εκσυγχρονισμό των τόπων αυτών καθιστώντας τες ομόσπονδες σοβιετικές δημοκρατίες. Σύμφωνα με την σταλινική εκδοχή της αρχής των εθνοτήτων, κάθε σοβιετική δημοκρατία βασίζονταν σε ένα έθνος.
Έπρεπε λοιπόν να γίνουν έθνη. Και έγιναν. Κάπως έτσι, η ιδέα του εθνικού ανήκειν έγινε κυρίαρχη στους κεντροασιατικούς λαούς που γιορτάζουν τη νωπή τους ανεξαρτησία με τη σοβιετική διάλυση. Εννοείται βέβαια, πως έκτοτε επινοούν παρά ανακαλύπτουν το προ-σοβιετικό παρελθόν τους με τρόπο ενίοτε χοντροκομμένο. Αλλά έτσι είναι τα έθνη. Πολλώ δε τα νεότερα.
Οι Δρόμοι του Μεταξιού αναγεννούνται
Ως την «ανακάλυψη της Αμερικής» από τον Κολόμβο στα τέλη του 15ου αιώνα, οι τόποι στους οποίους αναφέρομαι αποτελούσαν το κέντρο του νευρικού συστήματος της ανθρωπότητας καθώς εδώ εδραιώθηκαν οι πολυθρύλητοι Δρόμοι του Μεταξιού, το δίκτυο επικοινωνίας μεταξύ του τότε γνωστού κόσμου της Ευρασίας και Κίνας.
Το «μετάξι» ευφημισμός μάλλον είναι. Οι δρόμοι δευτερευόντως έγιναν για το εμπόριο του μεταξιού αλλά αυτό ήταν το διασημότερο και ευγενέστερο προϊόν που ταξίδευε από την Ανατολή στη Μεσόγειο. Κατά τα λοιπά, πολυτιμότερα του μεταξιού ήταν τα άλογα που έφταναν στους Κινέζους από την Αραβία και την Κεντρική Ασία ώστε η αχανής αυτοκρατορία να αντιμετωπίζει τους νομάδες που επιβουλεύονταν την επικράτειά της.
Από τον 16ο αιώνα και ύστερα, το εμπορικό και γεωπολιτικό ενδιαφέρον του κόσμου μεταφέρεται από τις περιοχές αυτές στις διατλαντικές σχέσεις μεταξύ της Ευρώπης και της Αμερικής. Κάπως έτσι, στους αιώνες που έπονταν, διαμορφώθηκε η εικόνα της νεωτερικής Δύσης που γνωρίζουμε σήμερα.
Σήμερα, από τις αρχές του 21ου αιώνα – με εμβληματική αφετηρία την 11η Σεπτέμβριου 2001 – έχουμε πλέον νέα «Great Games» ανταγωνισμού για επιρροή, για φυσικούς πόρους, ενέργεια, νερό και ό,τι άλλο. Όχι απλώς ένα game. Εφεξής, οι ιστορικά παρατημένοι και σχεδόν εγκαταλελειμμένοι «Δρόμοι του Μεταξιού» αναγεννούνται καθώς η Κίνα γίνεται η μεγαλύτερη παγκόσμια δύναμη και η Ινδία ακολουθεί.
Οι Δρόμοι του Μεταξιού ιστορικά πιστώνονται την παρθενική εμφάνιση του παγκοσμιοποιημένου εμπορίου. Η βαθύτερή τους όμως κληρονομιά σήμερα δεν είναι η εμπορική. Είναι το ταξίδι των ιδεών, το οποίο οι δρόμοι αυτοί διευκόλυναν και επαναφέρουν που καθιστά την σημασία τους, στη μακρά διάρκεια της ιστορίας, κεφαλαιώδη. Είναι η ανταλλαγή, η ώσμωση τεχνικών, τεχνολογιών, θεωριών και πίστεων που οι Δρόμοι του Μεταξιού κατέστησαν δυνατή εδώ και δύο χιλιετίες στον κόσμο. Είναι ο Βούδας κατασκευασμένος με ελληνιστική, περσική ή ινδική τεχνοτροπία. Είναι ο αραβικός, περσικός, τουρκικός, ινδικός, ρωσικός και ο κινέζικος κόσμος σε ένα ανεπανάληπτο fusion, σε μια συναρπαστική γεωπολιτική και πολιτισμική συγχώνευση χωρίς έτερο στην οικουμένη.
Ο Peter Francopan, από τους πιο σημαντικότερους εκπροσώπους της λεγόμενης «παγκόσμιας ιστορίας» τελειώνει ακολούθως το βιβλίο του Οι νέοι δρόμοι του μεταξιού (Αλεξάνδρεια, 2019):
«Δεν είναι ψευδαίσθηση ότι οι Δρόμοι του Μεταξιού είναι σε άνοδο. Και θα συνεχίσουν να είναι. Το πώς θα αναπτυχθούν, θα εξελιχθούν και θα αλλάξουν θα διαμορφώσει τον κόσμο του μέλλοντος, προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο. Γιατί αυτό έκαναν πάντα οι Δρόμοι του Μεταξιού.»
Να γιατί η Κεντρική Ασία λοιπόν.