ΔΝΤ για τράπεζες: “Αγκάθια” τα κόκκινα δάνεια και οι αναβαλλόμενοι φόροι
Διαβάζεται σε 5'
Το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι στο εγχώριο πιστωτικό σύστημα εξακολουθούν να υπάρχουν ανοιχτά μέτωπα, με βασικότερα τα κόκκινα δάνεια, τις αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις και τις καθυστερήσεις στη Δικαιοσύνη. Ευάλωτα από το υψηλό κόστος ζωής τα ελληνικά νοικοκυριά.
- 19 Ιουνίου 2026 06:12
Θετική είναι η συνολική εικόνα που καταγράφει το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα στην έκθεση αξιολόγησης του χρηματοπιστωτικού τομέα της χώρας.
Το ΔΝΤ αναγνωρίζει ότι οι ελληνικές τράπεζες έχουν ενισχύσει σημαντικά τη χρηματοοικονομική τους θέση τα τελευταία χρόνια, διαθέτουν υψηλή ρευστότητα και εμφανίζουν ισχυρή κερδοφορία, ωστόσο επισημαίνει ότι εξακολουθούν να υπάρχουν αδυναμίες που απαιτούν προσοχή.
Σύμφωνα με την έκθεση, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί εντυπωσιακά από τα επίπεδα – ρεκόρ της προηγούμενης δεκαετίας. Το απόθεμα των «κόκκινων» δανείων υποχώρησε από τα 107 δισ. ευρώ το 2016 σε περίπου 6 δισ. ευρώ στα μέσα του 2025, κυρίως μέσω τιτλοποιήσεων και διαγραφών. Παρ’ όλα αυτά, το ποσοστό των προβληματικών δανείων παραμένει υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ σε ορισμένες μικρότερες τράπεζες εξακολουθεί να κυμαίνεται μεταξύ 20% και 40%. Το ΔΝΤ σημειώνει επίσης ότι κατά το πρώτο εξάμηνο του 2025 καταγράφηκε μικρή αύξηση νέων καθυστερήσεων, εξέλιξη που παρακολουθείται στενά από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Ωστόσο, το Ταμείο υπογραμμίζει ότι το ρίσκο δεν εξαφανίστηκε, αλλά μεταφέρθηκε από τα πιστωτικά ιδρύματα στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (servicers).
Όπως επισημαίνεται στην ίδια έκθεση, οι servicers διαχειρίζονται πλέον ένα τεράστιο απόθεμα distressed στοιχείων ύψους 92,9 δισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 81,4 δισ. ευρώ ανήκουν σε funds. Το μέγεθος αυτό αντιστοιχεί στο 37,4% του ελληνικού ΑΕΠ για το 2025 και αφορά περίπου 2,4 εκατ. δανειολήπτες, σε έναν πληθυσμό 10,4 εκατομμυρίων.
Ως αποτέλεσμα, ένα μεγάλο μέρος των νοικοκυριών και επιχειρήσεων παραμένει εγκλωβισμένο εκτός τραπεζικού συστήματος , καθώς θεωρείται non-bankable. Περιορίζεται έτσι η βάση πελατών για νέες χορηγήσεις και αναγκάζονται οι τράπεζες να στρέφονται σχεδόν αποκλειστικά στις μεγάλες επιχειρήσεις.
Οι συστάσεις
Το Ταμείο κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τις επιδόσεις των servicers, οι οποίες υπολείπονται των στόχων που προβλέπονταν στα αρχικά πλάνα τους.
Στο πλαίσιο αυτό, ζητά από την Τράπεζα της Ελλάδος να αυξήσει δραστικά τους εποπτικούς της πόρους, να επιβάλει αυστηρότερους κανόνες διαφάνειας και να ζητά επικαιροποιημένα business plans από τις εταιρείες του χώρου.
Παράλληλα, καλεί την κυβέρνηση να εκκαθαρίσει τις εκκρεμείς υποθέσεις του Νόμου Κατσέλη και να δημιουργήσει μια ετήσια πιστοποιημένη έκθεση για την πορεία των τιτλοποιήσεων του «Ηρακλής».
Χρονοβόρες διαδικασίες στη Δικαιοσύνη
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις καθυστερήσεις που παρατηρούνται στο δικαστικό σύστημα. Όπως επισημαίνεται, οι πιστωτές εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικά εμπόδια και χρονοβόρες διαδικασίες στην αναγκαστική εκτέλεση και ρευστοποίηση εξασφαλίσεων, γεγονός που δυσκολεύει την οριστική επίλυση παλαιών προβληματικών δανείων. Για τον λόγο αυτό το Ταμείο προτρέπει την κυβέρνηση να επισπεύσει τις σχετικές νομοθετικές παρεμβάσεις.
Οι βασικές αιτίες, κατά το ΔΝΤ, για την αναποτελεσματικότητα των αναγκαστικών εκτελέσεων και για τις καθυστερήσεις, εντοπίζονται στα εξής:
- Συνεχείς ανακοπές και ενστάσεις των δανειοληπτών σε διάφορα στάδια της διαδικασίας.
- Υποχρεωτική αναμονή 7 μηνών μεταξύ κατάσχεσης και πρώτου πλειστηριασμού.
- Το γεγονός ότι οι πιστοποιημένοι εκτιμητές δεν έχουν πρόσβαση στο εσωτερικό των ακινήτων.
- Οι πολεοδομικές παραβάσεις
Ευάλωτα νοικοκυριά
Τα νοικοκυριά παραμένουν ευάλωτα στο υψηλό κόστος ζωής και στο αυξημένο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους τους. Τα ελληνικά νοικοκυριά δαπανούν σχετικά μεγάλο μέρος του εισοδήματός τους για βασικά αγαθά και υπηρεσίες, όπως τρόφιμα και κοινής ωφέλειας, σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Επιπλέον, τα περισσότερα δάνειά τους έχουν κυμαινόμενο επιτόκιο, γεγονός που τα καθιστά ευάλωτα σε αυξήσεις επιτοκίων. Οι προσομοιώσεις σε επίπεδο νοικοκυριών δείχνουν ότι μια μείωση του πραγματικού εισοδήματος θα μπορούσε να οδηγήσει πολλά νοικοκυριά στο να δαπανούν έως και το 70% του εισοδήματός τους για βασικές ανάγκες και εξυπηρέτηση χρέους, αυξάνοντας σημαντικά τον κίνδυνο αθέτησης πληρωμών. Αντίθετα, οι αυξήσεις επιτοκίων φαίνεται να έχουν μικρότερη επίδραση λόγω της συνεχιζόμενης απομόχλευσης και της μείωσης του συνολικού χρέους των νοικοκυριών.
Χαμηλή ποιότητα κεφαλαίων
Ένα ακόμη ζήτημα που απασχολεί τους συντάκτες της έκθεσης είναι οι Αναβαλλόμενες Φορολογικές Πιστώσεις (DTCs), οι οποίες αποτελούν κληρονομιά της οικονομικής κρίσης. Πρόκειται για φορολογικές απαιτήσεις που μετατράπηκαν σε εγγυημένα από το Δημόσιο κεφάλαια και εξακολουθούν να αποτελούν σημαντικό μέρος των εποπτικών κεφαλαίων των τραπεζών. Το ΔΝΤ θεωρεί ότι οι DTCs συνδέουν υπερβολικά τις τράπεζες με το Ελληνικό Δημόσιο και μειώνουν την ποιότητα των κεφαλαίων τους. Για τον λόγο αυτό εισηγείται την επιτάχυνση της απόσβεσής τους, ώστε να εξαλειφθούν νωρίτερα από ό,τι προβλέπει το ισχύον χρονοδιάγραμμα.
Παράλληλα, το Ταμείο αναγνωρίζει ότι η κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών έχει βελτιωθεί σημαντικά. Ο μέσος δείκτης βασικών κεφαλαίων (CET1) έφτασε στο 15,9% στο τέλος του 2024, ενώ οι τράπεζες κατέβαλαν για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια μερίσματα στους μετόχους τους.
Το ΔΝΤ στέκεται επίσης στην ανοδική πορεία της αγοράς ακινήτων. Οι τιμές των κατοικιών έχουν αυξηθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, ενώ η στεγαστική πίστη παρουσιάζει σημάδια ανάκαμψης. Αν και η αύξηση αυτή χρηματοδοτείται σε μεγάλο βαθμό από ίδια κεφάλαια και επενδύσεις ξένων αγοραστών, η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη ενεργοποιήσει μακροπροληπτικά μέτρα, θέτοντας όρια στο ύψος του δανείου σε σχέση με την αξία του ακινήτου και το εισόδημα του δανειολήπτη.