Σκιές ύφεσης πάνω από την Ευρώπη – Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα

Σκιές ύφεσης πάνω από την Ευρώπη – Οι επιπτώσεις για την Ελλάδα
EUROKINISSI/ΑΝΤΩΝΗΣ ΝΙΚΟΛΟΠΟΥΛΟΣ Eurokinissi

 Η ΕΕ βρίσκεται, ουσιαστικά, σε μια δύσκολη ισορροπία, μεταξύ ανοδικών επιτοκίων, “ανθεκτικού πληθωρισμού” ειδικά στα τρόφιμα αλλά και “σημάτων” ύφεσης.

Σήμα “αφύπνισης” για τα οικονομικά τεκταινόμενα στην Ευρώπη αποτελεί η διαπίστωση από την Eurostat, ότι πλέον η ήπειρος έχει μπει σε τεχνική ύφεση, Πρόκειται για το δεύτερο συνεχόμενο τρίμηνο που το ΑΕΠ της ζώνης μειώνεται κατά 0,1%. “Η μείωση του ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ το τέταρτο τρίμηνο του 2022 και το πρώτο τρίμηνο του 2023 ήταν 0,1% σε ετήσια βάση”, ανέφερε, χαρακτηριστικά, η Eurostat.

Βέβαια, όλα αυτά θέτουν περαιτέρω δυσκολίες ενόψει της συνεδρίασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας την επόμενη εβδομάδα για τα επιτόκια, όπου η ΕΚΤ αναμένεται να πραγματοποιήσει άλλη μια αύξηση των επιτοκίων της κατά 25 μονάδες βάσης στο πλαίσιο της προσπάθειας της να επαναφέρει τον πληθωρισμό στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%. Πλέον η ΕΕ βρίσκεται, ουσιαστικά, σε μια δύσκολη ισορροπία, μεταξύ ανοδικών επιτοκίων, “ανθεκτικού πληθωρισμού” ειδικά στα τρόφιμα αλλά και “σημάτων” ύφεσης.

Αναλυτικά, στις προκαταρκτικές εκτιμήσεις της, η Eurostat ανέφερε ότι το τέταρτο τρίμηνο του 2022, το ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ αυξήθηκε κατά 0,1% και το πρώτο τρίμηνο του 2023, η ανάπτυξη επιταχύνθηκε στο 0,2%.

Σε ετήσια βάση, πάντως, το ΑΕΠ της Ευρωζώνης αυξήθηκε 1% έναντι αύξησης 1,8% στο δ’ τρίμηνο του 2022. Εκτιμάται δε πως η πτώση των τιμών ενέργειας συνέβαλε στο να είναι ήπια η συρρίκνωση της οικονομίας.

Με βάση αναλυτές, κύρια αιτία της εικόνας αυτής είναι η εικόνα της Γερμανίας και της Ιρλανδίας, αλλά και ο απόηχος της ενεργειακής κρίσης, που ωστόσο φαίνεται να περνάει.

Συγκεκριμένα, η Eurostat αποδίδει αυτή τη σημαντική αναθεώρηση της στατιστικής της εκτίμησης σε μια βιομηχανική ύφεση μεγαλύτερη από την αναμενόμενη. Κατά κύριο λόγο, αυτό αφορά στη μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ, τη Γερμανία.

Στη Γερμανία το ΑΕΠ μειώθηκε 0,5% στο δ’ τρίμηνο και 0,3% στο α’ τρίμηνο. Οι άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες, πλην της Γερμανίας, σημείωσαν θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης στο α’ τρίμηνο. Στη Γαλλία, το ΑΕΠ αυξήθηκε 0,2% στο α’ τρίμηνο, στην Ιταλία 0,6% και την Ισπανία 0,5%. Υψηλή αύξηση 1,6% σημείωσε το ΑΕΠ της Πορτογαλίας. Η Πολωνία με +3,8% κατέγραψε την υψηλότερη αύξηση του ΑΕΠ σε σύγκριση με το προηγούμενο τρίμηνο και ακολούθησαν Λουξεμβούργο (+2,0%) και Πορτογαλία (+1,6%).

Μείωση του ΑΕΠ στο α’ τρίμηνο είχαν η Μάλτα (0,5%) και η Ολλανδία (0,7%). Την μεγαλύτερη αρνητική επίπτωση στον μέσο όρο της ευρωζώνης είχε η Ιρλανδία, όπου το ΑΕΠ έπεσε κατά 4,6% στο πρώτο τρίμηνο του έτους.

“Αυτά τα στοιχεία δεν επηρεάζουν τη συνολική εικόνα: η οικονομία είναι αδύναμη, αλλά δεν καταρρέει. Αναμένουμε ότι η ανάπτυξη θα ξαναρχίσει από το 2ο τρίμηνο του 23, αλλά θα παραμείνει συγκρατημένη καθ’όλη τη διάρκεια του έτους” ανέφερε το Bloomberg.

Από την πλευρά του ο Andrew Kenningham, επικεφαλής οικονομολόγος για την Ευρώπη στην Capital Economics, είπε ότι η κατανάλωση από τα νοικοκυριά έχει χτυπηθεί σκληρά από τις υψηλές τιμές και τα αυξανόμενα επιτόκια. Αλλά θα μπορούσε να ήταν χειρότερο, δεδομένου του μεγέθους του «σοκ» στα εισοδήματα αφού προσαρμοστούν στον πληθωρισμό, σύμφωνα με ένα tweet του Frederik Ducrozet, επικεφαλής μακροοικονομικής έρευνας στην Pictet Wealth Management.

Η Ελλάδα

Για την Ελλάδα τα στοιχεία της Eurostat έδειξαν μικρή υποχώρηση του ΑΕΠ κατά 0,1% από τρίμηνο σε τρίμηνο και ετήσια ανάπτυξη 2,1%, όπως ανακοίνωσε την Τετάρτη η ΕΛΣΤΑΤ. Συγκεκριμένα, με βάση τα διαθέσιμα εποχικά διορθωμένα στοιχεία, το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ) σε όρους όγκου , κατά το 1 ο τρίμηνο 2023 παρουσίασε μείωση κατά 0,1%, σε σχέση με το 4 ο τρίμηνο 2022, ενώ σε σύγκριση με το 1 ο τρίμηνο 2022 παρουσίασε αύξηση κατά 2,1%.

Να σημειωθεί ότι σε τριμηνιαία βάση η συνολική τελική καταναλωτική δαπάνη αυξήθηκε κατά 1,4% σε σχέση με το 4 o τρίμηνο του 2022, ενώ οι ακαθάριστες επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μειώθηκαν κατά 1,0% σε σχέση με το 4 o τρίμηνο του 2022.

Τα “απόνερα”

Σε περιβάλλον, όμως, έστω και “τεχνικής” ύφεσης, εύλογα είναι τα ερωτήματα για το το τι μέλλει γενέσθαι για την ελληνική οικονομία, της οποίας βασική οικονομική αναφορά, λόγω τουρισμού και βέβαια εξαγωγών, είναι η Ευρωζώνη. Βέβαια, η Ελλάδα, λόγω επενδύσεων και βέβαια του Ταμείου Ανάκαμψης, όπως καταφαίνεται, έχει να επιδείξει σημάδια ανθεκτικότητας. Αυτό, άλλωστε, ανέφερε και στη δήλωσή του, για τις ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ για το ΑΕΠ του πρώτου τριμήνου, ο Υπουργός Οικονομικών Θ. Πελαγίδης. Ωστόσο δεν μπορεί να παραβλέψει κάποιος/α τα “σήματα κινδύνου”, ειδικά σε ένα περιβάλλον υψηλών επιτοκίων που καθιστούν το στόχο της πιστωτικής επέκτασης και παροχής “καυσίμου” ρευστότητας στην οικονομία πιο δύσκολο.

Αξίζει να σημειωθεί ότι με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ καταγράφηκε, για πρώτη φορά τον Απρίλιο του 2023, μείωση των εξαγωγών, μετά από ένα ανοδικό σερί των τελευταίων 26 μηνών. Αν και σε επίπεδο πρώτου τετραμήνου οι ελληνικές εξαγωγές παρέμειναν αυξημένες σε σύγκριση με το αντίστοιχο περυσινό διάστημα, ενώ την ίδια ώρα οι εισαγωγές μειώνονται, με συνέπεια τη μείωση του εμπορικού ελλείμματος, η διακοπή της ανοδικής πορείας προβληματίζει τον εξαγωγικό κόσμο.

“Είναι προφανές πως η αρνητική συγκυρία σε διεθνές επίπεδο, και ειδικότερα η πίεση που ασκεί ο υψηλός πληθωρισμός στο εισόδημα των καταναλωτών στους βασικούς προορισμούς των ελληνικών προϊόντων έχει πλήξει τη δυναμική των διεθνών πωλήσεων της χώρας μας. Ενθαρρυντικά πάντως παραμένουν τα μηνύματα από το πρώτο τετράμηνο, με την αξία των εξαγωγών να αυξάνεται κατά 12%” αναφέρει χαρακτηριστικά, σε ανάλυσή του ο Πανελλήνιος Σύνδεσμος Εξαγωγέων.

Σχολιάζοντας τα παραπάνω η πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων, Χριστίνα Σακελλαρίδη αναφέρει τα εξής: “Για πρώτη φορά ύστερα από πολλούς μήνες παρατηρείται κάμψη των ελληνικών εξαγωγών. Μια εξέλιξη που σχετίζεται άμεσα με την γενικότερη αρνητική συγκυρία σε διεθνές επίπεδο. Ο υψηλός πληθωρισμός, η αύξηση των επιτοκίων, το αυξημένο κόστος των πρώτων υλών και η επιβράδυνση των ρυθμών της παγκόσμιας ανάπτυξης αρχίζουν πλέον και επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων. Θέλουμε να πιστεύουμε πως πρόκειται για μια συγκυριακή πτώση και πως οι ελληνικές εξαγωγές θα επανέλθουν σύντομα σε ανοδική τροχιά. Συνεχίζουμε να παρακολουθούμε στενά την πορεία των διεθνών αγορών, αλλά και των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι Έλληνες εξαγωγείς”.

Ο τουρισμός

Στο μεταξύ, με τη Γερμανία να είναι η μεγαλύτερη αγορά για τον Ελληνικό τουρισμό είναι προφανές ότι μια κατάσταση έστω και τεχνικής ύφεσης δημιουργεί προβληματισμό.

Όπως μάλιστα δείχνουν τα στοιχεία του ΙΝΣΕΤΕ για τον προγραμματισμό των αεροπορικών θέσεων σε διεθνείς πτήσεις για τη φετινή θερινή περίοδο, σε σύγκριση με το 2022 η μείωση στις θέσεις από τη Γερμανία φτάνει το 6,7%. Βέβαια, ο προγραμματισμός των θέσεων είναι δυναμικός, με την πτώση από την εν λόγω αγορά να έχει φτάσει το 12% και 15% μέσα στο Μάιο.

Επίσης, με βάση το Air Data Tracker, τον ψηφιακό κόμβο του ΙΝΣΕΤΕ για την ανάλυση δεδομένων εισερχόμενων διεθνών πτήσεων, το σύνολο των διαθέσιμων αεροπορικών θέσεων για τη θερινή σεζόν (27/3 – 29/10) ανέρχεται σε σχεδόν 25 εκατ., με αύξηση +2,2% σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι.

Όμως, η αύξηση αυτή προέρχεται κατά κύριο λόγο από αύξηση στο δεύτερο τρίμηνο του έτους (Q2) (+16,1% τον Απρίλιο, +8,1% τον Μάιο και +4,5% τον Ιούνιο), ενώ στο τρίτο τρίμηνο (Q3) παρατηρούνται οριακές μειώσεις (-0,3% τον Ιούλιο, -0,7% τον Αύγουστο και -0,3% τον Σεπτέμβριο) και τον Οκτώβριο μείωση -4%.

Ήδη, με βάση αναφορές παραγόντων της αγοράς στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων, όπου αναδείχθηκε το νέο Δ.Σ. με πρόεδρο τον Διευθύνοντα Σύμβουλο του “Διεθνούς Αεροδρομίου Αθηνών Ελ. Βενιζέλος”, Γιάννη Παράσχη, το κόστος αεροπορικών εισιτηρίων, η ύφεση στη Γερμανία και η γενικότερη πορεία επιτοκίων και πληθωρισμού σε μεγάλες για την Ελλάδα αγορές έχει οδηγήσει σε “χαλαρή” πορεία κρατήσεων για ακριβά καταλύματα σε ώριμους προορισμούς, όπως η Μύκονος και η Κρήτη. Μάλιστα, αναφέρεται, ότι αν και ξεκίνησαν δυναμικά οι κρατήσεις στους πρώτους μήνες του χρόνου, τώρα παρατηρείται (με εξαίρεση κάποια εμβληματικά καταλύματα) ένα “σχετικό κράτημα” που έχει οδηγήσει σε πολλές επιχειρήσεις για ένταση της πρακτικής των προσφορών, που όμως, εν όψει της κορύφωσης της σεζόν, μπορεί να πλήξει τις κερδοφορίες.

Στο μεταξύ εύγλωττο ήταν το στίγμα που έδωσε για τον ελληνικού τουρισμό ο νέος πρόεδρος του ΣΕΤΕ κ. Γιάννης Παράσχης. “Προφανώς, τη συνολικότερη εικόνα δεν συνθέτουν μόνο ευοίωνες ενδείξεις. Το ευρύτερο διεθνές περιβάλλον εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από μακροοικονομικά και γεωπολιτικά ζητήματα που επηρεάζουν την τουριστική αγορά. Υπάρχουν ακόμη αγορές που είναι κλειστές (όπως Ρωσία, Ουκρανία, Λευκορωσία), αγορές που βρίσκονται σε διαδικασία αργής ανάκαμψης (όπως η Κίνα), ενώ η χρηματοοικονομική αστάθεια και τα προβλήματα των τραπεζών σε μεγάλες οικονομίες, οι μεγάλες ελλείψεις προσωπικού στην αγορά εργασίας διεθνώς, τα ενεργειακά ζητήματα, και η παράλληλη αύξηση των επιπέδων του πληθωρισμού και των επιτοκίων αποτελούν «γκρίζα σύννεφα στον ορίζοντα”, είπε ο κ. Παράσχης μιλώντας στην ανοικτή συνεδρίαση της γενικής συνέλευση τους ΣΕΤΕ.

Ακολουθήστε το News 24/7 στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα