Γιατί τα ελληνικά σπίτια μετατρέπονται σε θερμικές παγίδες
Διαβάζεται σε 8'
Εσωτερικές θερμοκρασίες έως και 38°C καταγράφηκαν σε κατοικίες στην έρευνα πεδίου που πραγματοποίησε η Greenpeace μαζί με το Ελληνικό Ινστιτούτο Παθητικού Κτιρίου.
- 15 Ιουλίου 2026 16:18
Το μεγαλύτερο μέρος των ελληνικών σπιτιών δεν μπορεί πλέον να προστατεύσει τους κατοίκους από τους ολοένα συχνότερους καύσωνες. Σε μια περίοδο έντονης στεγαστικής κρίσης, η θωράκιση των κατοικιών αποτελεί πλέον ζήτημα δημόσιας υγείας, κοινωνικής προστασίας και ανθεκτικότητας απέναντι στην κλιματική κρίση.
Η έκθεση “Κατοικίες σε κλιματική κρίση: Η θερινή ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα”, που βασίζεται σε έρευνα πεδίου του Ελληνικού Ινστιτούτου Παθητικού Κτιρίου (ΕΙΠΑΚ), κατέγραψε για πρώτη φορά τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης σε 29 κατοικίες από έξι διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές της χώρας. Η έρευνα δείχνει ότι η θερινή ενεργειακή φτώχεια δεν αφορά μόνο τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, αλλά αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό του ελληνικού κτιριακού αποθέματος. Εκατομμύρια κατοικίες έχουν κατασκευαστεί χωρίς επαρκή θερμική προστασία και αδυνατούν να λειτουργήσουν ως ασφαλείς χώροι διαβίωσης κατά τη διάρκεια των ολοένα συχνότερων καυσώνων.
“Χρειαζόμαστε μία νέα πολιτική για τα κτίρια της χώρας στην εποχή της στεγαστικής και κλιματικής κρίσης. Μία ολοκληρωμένη προσέγγιση που να διασφαλίζει πρόσβαση σε ασφαλή και ποιοτική κατοικία. Όχι για μερικές εκατοντάδες εύπορους στο Ελληνικό, αλλά για όλους τους κατοίκους της χώρας”, ανέφερε η Μυρτώ Πισπίνη, υπεύθυνη προγραμμάτων του Ελληνικού Γραφείου της Greenpeace. “Είναι ζήτημα δημόσιας υγείας, κοινωνικής προστασίας και προσαρμογής της χώρας στην κλιματική κρίση. Όσο καθυστερούμε να λάβουμε μέτρα, εκατομμύρια πολίτες θα εξακολουθούν να ζουν σε σπίτια που το καλοκαίρι μετατρέπονται σε θερμικές παγίδες”.
Τα βασικά ευρήματα της έρευνας:
- Στη μεγάλη πλειονότητα των κατοικιών, οι εσωτερικές θερμοκρασίες κυμαίνονται μεταξύ 28–31°C, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις φτάνουν τους 34–38°C, πολύ πάνω από το όριο θερμικής άνεσης των 25°C.
- Στις αμόνωτες κατοικίες, οι εσωτερικές θερμοκρασίες παραμένουν συχνά πάνω από 28–30°C ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας.
- Πολλά νοικοκυριά περιορίζουν τη χρήση κλιματισμού επειδή δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τις συνθήκες διαβίωσής τους.
- Οι αμόνωτες κατοικίες – αποτελούν την πλειονότητα του ελληνικού κτιριακού αποθέματος – αναδεικνύονται ως η πλέον ευάλωτη κατηγορία απέναντι στους καύσωνες.
- Η προσαρμογή των κατοικιών στην κλιματική κρίση δεν μπορεί να βασιστεί ούτε σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, ούτε στην ολοένα μεγαλύτερη χρήση κλιματιστικών. Απαιτούνται ολοκληρωμένες και καλά σχεδιασμένες ανακαινίσεις.
Οι αμόνωτες κατοικίες είναι σταθερά η πιο ευάλωτη κατηγορία. Διατηρούν τις υψηλότερες μέσες θερμοκρασίες, παρουσιάζουν σχεδόν πλήρη ταύτιση με τις εξωτερικές διακυμάνσεις και συχνά δεν πέφτουν κάτω από τους 28–30°C ούτε τη νύχτα, ιδίως κατά τους καύσωνες του Ιουλίου. Η περιορισμένη ή διστακτική χρήση κλιματισμού, λόγω κόστους, δεν αρκεί για να αντισταθμίσει την πλήρη απουσία θερμικής προστασίας, με αποτέλεσμα ένα περιβάλλον μόνιμης υπερθέρμανσης. Ακόμη και σε νεότερα κτίρια, καταγράφονται περιπτώσεις όπου η θερμοκρασία δεν υποχωρεί ποτέ κάτω από τους 28°C, θέτοντας υπό αμφισβήτηση την πραγματική αποτελεσματικότητα των ελάχιστων απαιτήσεων. Οι κατοικίες με ήπιες ενεργειακές παρεμβάσεις εμφανίζουν μια μερική μόνο βελτίωση. Οι μέσες θερμοκρασίες μειώνονται ελαφρά σε σχέση με τις αμόνωτες κατοικίες, όμως οι υπερβάσεις του ορίου άνεσης παραμένουν μεγάλης έντασης και διάρκειας. Συχνά μάλιστα καταγράφονται οι υψηλότερες μέγιστες θερμοκρασίες του δείγματος, ειδικά σε περιπτώσεις με ανεπαρκή θερμομόνωση στέγης ή κεραμοσκεπής.
Οι σημαντικές ενεργειακές αναβαθμίσεις προσφέρουν σαφώς πιο «σφιχτό» και ελεγχόμενο θερμικό προφίλ, δηλαδή μικρότερες ημερήσιες διακυμάνσεις, καθυστέρηση της εσωτερικής αιχμής σε σχέση με την εξωτερική και χαμηλότερες μέγιστες τιμές. Παρ’ όλα αυτά, ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις οι μέσες θερμοκρασίες παραμένουν συνήθως 3–4°C πάνω από τα όρια άνεσης, ιδίως σε περιοχές με υψηλό θερμικό φορτίο, αναδεικνύοντας τα όρια των παρεμβάσεων όταν δεν συνοδεύονται από σωστή χρήση σκίασης, αερισμού και ψύξης.
Οι παθητικές κατοικίες ξεχωρίζουν σε όλες τις περιοχές για τη σταθερότητα και την προβλεψιμότητα της θερμικής τους συμπεριφοράς. Στην Κρήτη και, σε μικρότερο βαθμό, στην Αθήνα και την Κοζάνη, η μέση θερμοκρασία τους κινείται πολύ κοντά ή λίγο πάνω από τα 25°C, με μικρές διακυμάνσεις και περιορισμένη ανάγκη για ψύξη.
* Το παθητικό κτίριο είναι ένα κτίριο στο οποίο η εσωτερική θερμική άνεση εξασφαλίζεται αποκλειστικά από προθέρμανση ή πρόψυξη της ποσότητας του νωπού αέρα, η οποία απαιτείται για την σωστή εσωτερική ατμόσφαιρα, χωρίς τη χρήση επιπλέον ανακυκλοφορίας του αέρα. Το Παθητικό Κτίριο λειτουργεί με την ελαχιστοποίηση των απωλειών θερμότητας και τη μεγιστοποίηση των θερμικών κερδών.
Συνολικά, τα αποτελέσματα αναδεικνύουν τρεις κρίσιμους άξονες για την κατανόηση της θερινής ενεργειακής φτώχειας στις ελληνικές κατοικίες:
• τη μεγάλη έκταση του θερμικά επισφαλούς αποθέματος, όπου ακόμη και η «μέση» ημέρα του καλοκαιριού σημαίνει εσωτερικές θερμοκρασίες 3–8°C πάνω από τα όρια άνεσης, με μοναδική εξαίρεση τις περιοχές της Κλιματικής Ζώνης Δ,
• τα σαφή όρια των μεμονωμένων παρεμβάσεων απέναντι στην υπερθέρμανση και
• τον καθοριστικό ρόλο της χρήσης και των αντιλήψεων των κατοίκων, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις ανθρώπων που έχουν βιώσει για χρόνια την ενεργειακή φτώχεια και συνεχίζουν να φοβούνται το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας, ακόμη και όταν το κέλυφος έχει πλέον βελτιωθεί ριζικά.
“Η κατοικία πρέπει να γίνει η πρώτη γραμμή άμυνας απέναντι στην κλιματική κρίση και βασική υποδομή κοινωνικής ανθεκτικότητας”, συμπλήρωσε η Μυρτώ Πισπίνη. “Η επόμενη πενταετία δημιουργεί μια μοναδική ευκαιρία για την Ελλάδα. Το Κοινωνικό Κλιματικό Ταμείο, το νέο Εθνικό Σχέδιο Ανακαίνισης Κτιρίων και οι ευρωπαϊκές πολιτικές για τα κτίρια και την προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή μπορούν να αποτελέσουν τη βάση μιας νέας πολιτικής που θα αντιμετωπίζει ταυτόχρονα τη στεγαστική κρίση, την ενεργειακή φτώχεια και την κλιματική κρίση”.
“Πέρυσι κάναμε μια έρευνα στην Αθήνα για την ενεργειακή φτώχεια με στόχευση στο ευάλωτο νοικοκυριό, ενώ φέτος η έρευνά μας, σε 6 πόλεις της Ελλάδας, στόχευε στο κτίριο, είτε αυτό είναι παλιό και αμόνωτο είτε είναι ένα παθητικό κτίριο”, λέει ο Στέφανος Παλλαντζάς, επικεφαλής του Ελληνικού Ινστιτούτου Παθητικού Κτιρίου. “Τα συμπεράσματα και των δύο ερευνών είναι κοινά και δείχνουν με σαφήνεια ότι όσο παλαιότερο είναι το κτίριο, τόσο περισσότερο εδραιώνεται η ενεργειακή φτώχεια σε αυτό. Παράλληλα, αποδεικνύεται ότι η ριζική ανακαίνιση με στόχο το καλύτερο αποτέλεσμα είναι αυτή που φέρνει ουσιαστικό αποτέλεσμα στην αντιμετώπιση της ενεργειακής φτώχειας. Νομίζω πως γίνεται πλέον ξεκάθαρο ότι το παθητικό κτίριο δεν αποτελεί απλώς μια λύση ανάμεσα στις πολλές, αλλά είναι μονόδρομος για να εξασφαλίσουμε πραγματική θερμική άνεση και ευημερία για όλους.”
Τι μπορεί να γίνει
Όπως σημειώνουν οι συντάκτες της έκθεσης:
Η ανάγκη για ένα ολοκληρωμένο και κοινωνικά δίκαιο πλαίσιο πολιτικής είναι επιτακτική, γεγονός που υποστηρίζεται και από τα ευρήματα της έρευνας.
Οι βασικές κατευθύνσεις είναι:
• Άμεση μείωση του ενεργειακού κόστους τους θερινούς μήνες, μέσω στοχευμένων μειώσεων στις ρυθμιζόμενες χρεώσεις, την ενίσχυση της πρόσβασης στην αυτοπαραγωγή και τις ενεργειακές κοινότητες, με προτεραιότητα στα ενεργειακά ευάλωτα νοικοκυριά.
• Θεσμική προστασία των νοικοκυριών από διακοπές ηλεκτροδότησης κατά τη διάρκεια καυσώνων, με απαγόρευση διακοπών τους κρίσιμους μήνες, την περίοδο Ιουλίου-Αυγούστου, την αυτόματη ενεργοποίηση μέτρων σε περιόδους ακραίων θερμοκρασιών και την επανεξέταση των υφιστάμενων ορίων κατανάλωσης για τις διαφορετικές κατηγορίες ευάλωτων πελατών ηλεκτρικής ενέργειας.
• Αναμόρφωση του κανονιστικού πλαισίου (ΚΕΝΑΚ) ώστε να ενσωματώνει τη διάσταση της θερινής υπερθέρμανσης, μέσω επικαιροποίησης των κλιματικών ζωνών και αυστηρότερων απαιτήσεων για το κέλυφος των κτιρίων.
• Αυστηρή προτεραιότητα στις ριζικές ανακαινίσεις, με έμφαση στο κέλυφος, σε επίπεδο κτιρίου και όχι μεμονωμένων διαμερισμάτων και στρατηγική εφαρμογή των διαβατηρίων ανακαίνισης.
• Στοχευμένη προτεραιοποίηση των κτιρίων με τις χειρότερες επιδόσεις, με ενσωμάτωση της υπερθέρμανσης ως βασικού κριτηρίου αξιολόγησης και εστίαση σε περιοχές με υψηλή θερμική επιβάρυνση.
• Ενίσχυση της πρόσβασης των ευάλωτων ομάδων σε προγράμματα ανακαίνισης, μέσω πλήρους κάλυψης κόστους, άρσης εμποδίων για ενοικιαστές/στριες και ανάπτυξης των αναγκαίων μηχανισμών υποστήριξης καθ’ όλη τη διάρκεια των διαδικασιών ανακαίνισης.
• Ανάληψη πιο ενεργού ρόλου από το Δημόσιο, όχι μόνο ως χρηματοδότη αλλά και ως στρατηγικού συντονιστή της αγοράς ανακαινίσεων, με στόχο τη διασφάλιση ποιότητας, ισότιμης πρόσβασης και κινητοποίησης ιδιωτικών κεφαλαίων.
• Ενίσχυση των μηχανισμών παρακολούθησης και αξιολόγησης, με έμφαση όχι μόνο στην κατανάλωση ενέργειας αλλά συνολικά στις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης και στην οικονομική επιβάρυνση των νοικοκυριών, με απόλυτη διαφάνεια στη χρήση των δεδομένων.
Η θερινή ενεργειακή φτώχεια δεν είναι πλέον μια εικόνα από το μέλλον, αλλά μια πραγματικότητα που ήδη επιβαρύνει τα νοικοκυριά στην Ελλάδα με πολλούς και εξόχως σημαντικούς τρόπους.
Η αντιμετώπισή της απαιτεί άμεσες και συνεκτικές πολιτικές αποφάσεις που θα συνδέουν στην πράξη την πράσινη ενεργειακή μετάβαση με την κοινωνική προστασία και την ουσιαστική βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης. Σε αυτό το πλαίσιο, η κατοικία οφείλει να επανατοποθετηθεί στο επίκεντρο των δημόσιων πολιτικών, όχι μόνο ως ένα τεχνικό και ενεργειακό ζήτημα, αλλά ως βασική υποδομή υγείας, ευημερίας και ανθεκτικότητας της ελληνικής κοινωνίας απέναντι στην κλιματική κρίση.
Δείτε ολόκληρη την έκθεση:
oikies