Ο κρυφός πλούτος των ελληνικών δασών και μια χαμένη ευκαιρία

Διαβάζεται σε 8'
Δάσος στην περιοχή του Γράμμου
Δάσος στην περιοχή του Γράμμου SOOC Thomas Giotopoulos

Ο γενετικός πλούτος των ελληνικών δασών απέναντι στην κλιματική κρίση – Η διαφύλαξη της βιοποικιλότητας ως θεμελιώδης προϋπόθεση για μια κλιματικά ανθεκτική ανάπτυξη.

Η Ελλάδα διαθέτει μία από τις πλουσιότερες χλωρίδες της Ευρώπης, με υψηλό ποσοστό ενδημισμού* και, ως τμήμα της Μεσογειακής λεκάνης, συγκαταλέγεται στα σημαντικότερα «hotspots» βιοποικιλότητας παγκοσμίως. Η θέση της στο σταυροδρόμι τριών ηπείρων την καθιστά καταφύγιο για είδη στα όρια της φυσικής τους εξάπλωσης καθώς και για υψηλό αριθμό ενδημικών ειδών, όπως η κεφαλληνιακή ελάτη (Abies cephalonica) και η αμπελιτσιά (Zelkova abelicea). Πίσω από αυτόν τον πλούτο κρύβεται μια θεμελιώδης αλλά συχνά απαρατήρητη παράμετρος της βιοποικιλότητας, η γενετική ποικιλότητα, η οποία διαδραματίζει κρίσιμο ρόλο στην προσαρμογή των ειδών σε ταχείες περιβαλλοντικές αλλαγές.

Οι δασικοί πληθυσμοί της Ελλάδας διαθέτουν πλούσια γενετική δεξαμενή, ωστόσο η θέση τους στην ευάλωτη Μεσόγειο, η οποία θερμαίνεται περίπου 20% ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο, τους εκθέτει στις κλιματικές πιέσεις. Η άνοδος της θερμοκρασίας, οι παρατεταμένες ξηρασίες και η αυξανόμενη συχνότητα δασικών πυρκαγιών, με χαρακτηριστικά παραδείγματα τις πυρκαγιές της Εύβοιας και της Πάρνηθας το 2021 και του Έβρου το 2023, μεταβάλλουν ραγδαία τις οικολογικές συνθήκες. Τα φαινόμενα αυτά εντείνουν τον κίνδυνο συρρίκνωσης της γονιδιακής δεξαμενής, μειώνουν την ικανότητα προσαρμογής των ειδών και αυξάνουν, τελικά, τον κίνδυνο τοπικής εξαφάνισης.

Ιδιαίτερη σημασία στην προστασία της γονιδιακής δεξαμενής έχουν οι δασικοί γενετικοί πόροι, δηλαδή το κληρονομήσιμο γενετικό υλικό των δασικών ειδών (σπόροι, γύρη, ιστοί και άλλα αναπαραγωγικά μέρη) με περιβαλλοντική, οικονομική, επιστημονική και κοινωνική αξία.

Η γενετική ποικιλότητα καθιστά τα δάση ανθεκτικά και ικανά να στηρίζουν ένα ευρύ φάσμα οικοσυστημικών υπηρεσιών και ανθρώπινων δραστηριοτήτων: από τη μελισσοκομία και τον οικοτουρισμό έως προϊόντα όπως το μέλι, τα μανιτάρια, τα φαρμακευτικά φυτά και η ξυλεία, τα οποία συνδέονται στενά με την επισιτιστική ασφάλεια, την υγεία και την τοπική οικονομία. Σύμφωνα με τη Νέα Στρατηγική της ΕΕ για τα Δάση για το 2030, η βιώσιμη αξιοποίηση των δασικών πόρων, ιδίως των μη ξυλωδών προϊόντων, μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των ορεινών και αγροτικών περιοχών. Επομένως, η διατήρηση των δασικών γενετικών πόρων δεν αποτελεί κόστος προστασίας, αλλά επένδυση με μακροπρόθεσμη οικονομική, κοινωνική και στρατηγική απόδοση. Μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός περιφερειακής ανάπτυξης και δημογραφικής συγκράτησης, ενώ ενισχύει και τη στρατηγική αυτονομία της χώρας, περιορίζοντας την εξάρτηση από εισαγωγές σε κρίσιμους τομείς όπως τρόφιμα, φαρμακευτική πρώτη ύλη και ξυλεία. Χάρη στην τεράστια ποικιλία πρώτης ύλης που διαθέτει, η Ελλάδα μπορεί να μετατρέψει την πολυλειτουργική αξία των δασών της σε αναπτυξιακή ευκαιρία για τη βιοοικονομία.

Αντίθετα, η απώλεια της γενετικής ποικιλότητας υπονομεύει τη φυσική βάση της βιοοικονομίας, καθώς η εξαφάνιση πληθυσμών στερεί πολύτιμους φυτικούς πόρους. Ο ίταμος (Taxus baccata), για παράδειγμα, περιέχει χημικές ενώσεις που χρησιμοποιούνται σε αντικαρκινικά φάρμακα και η υποβάθμιση των πληθυσμών του θα σήμαινε απώλεια ενός πολύτιμου πόρου.

Η γενετική παρακολούθηση, που η ερευνητική κοινότητα έχει εντάξει ως εργαλείο δασικής διαχείρισης, επιτρέπει τον έγκαιρο εντοπισμό μεταβολών στην ποικιλότητα και την αναγνώριση ανθεκτικών γενοτύπων, λειτουργώντας ως σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης για την υποβάθμιση των δασών και ως μέσο κατανόησης της προσαρμογής των ειδών στην κλιματική αλλαγή.

Δάσος στην περιοχή του Γράμμου
Δάσος στην περιοχή του Γράμμου SOOC Thomas Giotopoulos

Η προστασία των δασικών γενετικών πόρων πραγματοποιείται μέσω δύο συμπληρωματικών προσεγγίσεων:

  • της in situ διατήρησης, δηλαδή της προστασίας των ειδών στο φυσικό τους περιβάλλον,
  • και της ex situ, που στηρίζεται στη διατήρηση του γενετικού υλικού σε τράπεζες σπόρων, φυτώρια και σποροπαραγωγικούς κήπους.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, καταγράφονται πρωτοβουλίες για την ενίσχυση της προστασίας των δασικών γενετικών πόρων. Ξεχωρίζουν το δίκτυο EUFORGEN και το πληροφοριακό σύστημα EUFGIS, που συντονίζουν την εγκαθίδρυση Μονάδων Διατήρησης Γενετικού Υλικού (Gene Conservation Units). Η Ελλάδα έχει ορίσει και καταχωρήσει 15 Μονάδες Διατήρησης Γενετικού Υλικού για βασικά δασικά είδη, ωστόσο η θεσμική της σύνδεση με το δίκτυο παραμένει αδύναμη. Συμμετείχε σε τρεις μη συνεχόμενες περιόδους, και δεν έχει ενταχθεί στην τρέχουσα φάση καθώς δεν αποτελεί ενεργό μέλος. Η σύνδεσή της διατηρείται κυρίως σε ερευνητικό επίπεδο, μέσω της συνεργασίας ελληνικών ερευνητικών ιδρυμάτων σε ευρωπαϊκά προγράμματα. Διαμορφώνεται έτσι ένα παράδοξο: η ελληνική παρουσία στηρίζεται σε ισχυρή επιστημονική δραστηριότητα, χωρίς αντίστοιχη σταθερή θεσμική και πολιτική δέσμευση της πολιτείας.

Παράλληλα, η Ελλάδα διαθέτει εκτεταμένο δίκτυο προστατευόμενων περιοχών Natura 2000 το οποίο λειτουργεί ως δίκτυο in situ διατήρησης, ωστόσο η παρακολούθηση της γενετικής ποικιλότητας δεν αποτελεί στόχο του δικτύου. Βασική υποδομή ex situ διατήρησης, αποτελεί η Κεντρική Αποθήκη Δασικών Σπόρων στην Αμυγδαλέζα, μια σημαντική αλλά παλαιότερης λογικής υποδομή. Παρότι το 2021, στο πλαίσιο του Μνημονίου Συνεργασίας ΥΠΕΝ–Motor Oil, διατυπώθηκε ως μεσοπρόθεσμος στόχος η δημιουργία Τράπεζας Δασικού Γενετικού Υλικού, η επίσημη μετάβαση δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί.

Η Εθνική Στρατηγική για τα Δάση (2018) αναγνωρίζει τόσο τις οικοσυστημικές υπηρεσίες όσο και τους γενετικούς πόρους ως στόχους, στην πράξη όμως η γενετική διάσταση ενσωματώνεται ελάχιστα στη δασική διαχείριση. Η γενετική παρακολούθηση, αν και θεμελιωμένη επιστημονικά εδώ και δεκαετίες, σπάνια έχει εφαρμοστεί επιχειρησιακά. Τα προγράμματα βελτίωσης παραδοσιακά επέλεγαν δέντρα με βάση την παραγωγική απόδοση και όχι την προσαρμοστική τους ικανότητα. Η δημόσια πολιτική εξακολουθεί να προσεγγίζει το δασικό ζήτημα κυρίως ως πρόβλημα καταστολής πυρκαγιών, αφήνοντας στο περιθώριο τη μακροπρόθεσμη οικολογική ανθεκτικότητα. Η δυσαναλογία δεν είναι τυχαία. Οι πυρκαγιές είναι άμεσα ορατές κρίσεις που απαιτούν επείγουσα ανταπόκριση, ενώ η γενετική διάβρωση είναι χρόνια και αθόρυβη διαδικασία, ένας κίνδυνος που οι πολιτικές προτεραιότητες τείνουν να υποτιμούν. Τα εμπόδια της αποτελεσματικής προστασίας είναι:

  • θεσμικά (κατακερματισμός αρμοδιοτήτων, απουσία εθνικής βάσης δεδομένων),
  • οικονομικά (έλλειψη σταθερής χρηματοδότησης) και
  • κοινωνικά (περιορισμένη ενημέρωση)

Η συγκριτική ανάλυση δύο ευρωπαϊκών χωρών με μεσογειακά δασικά οικοσυστήματα αναδεικνύει σημαντικές διαφορές. Η Ισπανία ενέκρινε το 2022 Βασιλικό Διάταγμα και το 2024 ένα Εθνικό Σχέδιο Διατήρησης με αναλυτικούς στόχους, δράσεις και δείκτες, ενώ διαθέτει και μόνιμο συντονιστικό όργανο (REGENFOR). Η Γαλλία διαθέτει ήδη από το 1991 την Commission des Ressources Génétiques Forestières ως μόνιμο μηχανισμό και το 2025 παρουσίασε Εθνική Στρατηγική αποκλειστικά για τους δασικούς γενετικούς πόρους. Και οι δύο χώρες αντιμετώπισαν τη διατήρηση ως ξεχωριστή προτεραιότητα, επενδύοντας σε μόνιμες επιτροπές συντονισμού, εθνικά σχέδια και μηχανισμούς παρακολούθησης.

Με βάση την εμπειρία άλλων κρατών-μελών της ΕΕ, η βασική πρόκληση για την Ελλάδα είναι η ανάπτυξη ενός ενιαίου πλαισίου που θα διασφαλίζει τη συνοχή των υπαρχουσών δράσεων και θα προωθεί νέες. Προς αυτή την κατεύθυνση, η σύσταση μόνιμου συντονιστικού οργάνου και η εκπόνηση αυτοτελούς Εθνικής Στρατηγικής για τους δασικούς γενετικούς πόρους θα μπορούσαν να ενοποιήσουν τη διάσπαρτη πληροφορία, να ορίσουν σαφείς προτεραιότητες και να εξασφαλίσουν σταθερή χρηματοδότηση, μεταξύ άλλων για την επανένταξη της χώρας στο δίκτυο EUFORGEN, η συμμετοχή στο οποίο προϋποθέτει οικονομική συνεισφορά.

Η υποβάθμιση των δασικών οικοσυστημάτων δεν αποτελεί αποκλειστικά οικολογικό πρόβλημα που αφορά την επιστημονική κοινότητα. Η γενετική ποικιλότητα είναι ο κρίσιμος μηχανισμός που επιτρέπει στα δάση να προσαρμόζονται και να επιβιώνουν. Η συρρίκνωσή της υπονομεύει κρίσιμες οικοσυστημικές υπηρεσίες – τη ρύθμιση του υδρολογικού κύκλου, την προστασία του εδάφους, τη σταθεροποίηση του τοπικού κλίματος – με άμεσες επιπτώσεις στην αγροτική παραγωγή και τους υδάτινους πόρους.

Διαμορφώνεται έτσι ένας φαύλος κύκλος, όπου η εγκατάλειψη της υπαίθρου οδηγεί σε υποβάθμιση και η υποβάθμιση δυσχεραίνει περαιτέρω την παραμονή στις περιοχές αυτές. Η προστασία των δασικών γενετικών πόρων εξελίσσεται, επομένως, σε κρίσιμο ζήτημα όχι μόνο για τη βιοποικιλότητα, αλλά και για την οικονομική βιωσιμότητα, την κοινωνική σταθερότητα και τη δημογραφική ανθεκτικότητα των ορεινών και αγροτικών περιοχών. Όπως επισημαίνει η IPCC, η διαφύλαξη της βιοποικιλότητας αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την κλιματικά ανθεκτική ανάπτυξη. Δεν πρόκειται για πρόκληση του μέλλοντος, αλλά για διακύβευμα που καθορίζεται από τις αποφάσεις δημόσιας πολιτικής που λαμβάνονται – ή αναβάλλονται – σήμερα.

Η Βασιλική - Μαρία Κοτινά
Η Βασιλική - Μαρία Κοτινά

* Ως ενδημισμός ορίζεται η παρουσία ειδών που απαντώνται αποκλειστικά σε μια συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή και δεν υπάρχουν φυσικά σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου.

Όλο το κείμενο εργασίας εδώ

Η Βασιλική-Μαρία Κοτινά είναι Δασολόγος-περιβαλλοντολόγος, MSc Genomics and Data Analysis – Κείμενο εργασίας στο Παρατηρητήριο Βιώσιμης Ανάπτυξης του Ινστιτούτου ΕΝΑ

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα