Πιερρακάκης: Η Ευρώπη χρειάζεται κοινή στρατηγική για την τεχνητή νοημοσύνη
Διαβάζεται σε 5'
Ο κ. Πιερρακάκης αναφέρθηκε επίσης στην πρόοδο για το ψηφιακό ευρώ, εκτιμώντας ότι θα αποτελέσει πραγματικότητα έως το 2029, μετά τις σχετικές εγκρίσεις από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και την υλοποίηση πιλοτικού προγράμματος.
- 09 Ιουλίου 2026 09:22
Ο Υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και Πρόεδρος του Eurogroup, Κυριάκος Πιερρακάκης, συμμετείχε σε συζήτηση με τον Countries Editor του «The World Ahead» του The Economist, Alasdair Ross, στο πλαίσιο του «30th Annual Government Roundtable», με θέμα «Progress in an Age of Upheaval | Geopolitics – Growth – Technology».
Αναφερόμενος στην πορεία της Ευρώπης απέναντι στις προκλήσεις της ανταγωνιστικότητας, ο κ. Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι η διάκριση ανάμεσα στο «τι πρέπει να κάνουμε» και στο «τι μπορούμε να κάνουμε» δεν είναι απόλυτη. Όπως σημείωσε, το σημαντικότερο είναι η Ευρώπη να διαθέτει κοινό λεξιλόγιο, κοινό προσανατολισμό και κοινές στρατηγικές προτεραιότητες. Σε αυτό το πλαίσιο χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντικές τις εκθέσεις των Enrico Letta και Mario Draghi, καθώς, όπως είπε, διαμόρφωσαν έναν κοινό «βορρά της πυξίδας» για την ευρωπαϊκή πολιτική.
Εξέφρασε την αισιοδοξία του ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρά ήδη στην υλοποίηση βασικών προτεραιοτήτων, επισημαίνοντας την πρόοδο στην Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, στις πρωτοβουλίες για την ενοποίηση των αγορών και της εποπτείας, αλλά και στις μεταρρυθμίσεις στον ενεργειακό τομέα. Ειδική αναφορά έκανε στη σημασία της ολοκλήρωσης της Ενεργειακής Ένωσης, υπογραμμίζοντας ότι απαιτούνται περισσότερες επενδύσεις στα δίκτυα, στις διασυνδέσεις και στην αποθήκευση ενέργειας, καθώς η Ευρώπη δεν διαθέτει ακόμη πραγματικά ενιαία αγορά ενέργειας.
Το ψηφιακό ευρώ
Ο κ. Πιερρακάκης αναφέρθηκε επίσης στην πρόοδο για το ψηφιακό ευρώ, εκτιμώντας ότι θα αποτελέσει πραγματικότητα έως το 2029, μετά τις σχετικές εγκρίσεις από τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και την υλοποίηση πιλοτικού προγράμματος.
Παρουσίασε ακόμη πρόταση για τη διενέργεια των δημοπρασιών φάσματος σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο αντί σε επίπεδο κρατών-μελών, υποστηρίζοντας ότι μια τέτοια πρωτοβουλία θα μπορούσε να δημιουργήσει νέους ευρωπαϊκούς πόρους και να ενισχύσει σημαντικά την ανταγωνιστικότητα των τηλεπικοινωνιών και των ψηφιακών υποδομών.
Η βιομηχανία
Αναφερόμενος στη βιομηχανική πολιτική της Ευρώπης, τόνισε ότι η τεχνολογία αποτελεί πλέον τον καθοριστικό παράγοντα για την παραγωγικότητα και την ανάπτυξη. Όπως είπε, η Ευρώπη πρέπει αφενός να ολοκληρώσει μεταρρυθμίσεις που εκκρεμούν εδώ και χρόνια, όπως η Τραπεζική Ένωση, η Ένωση Κεφαλαιαγορών και η Ενεργειακή Ένωση, αφετέρου να αποκτήσει ένα σαφές τεχνολογικό δόγμα που θα καθοδηγεί όλες τις δημόσιες πολιτικές.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η ευρωπαϊκή στρατηγική πρέπει να βασίζεται σε τρεις άξονες. Πρώτον, να ηγηθεί σε τομείς όπου ήδη διαθέτει ισχυρά συγκριτικά πλεονεκτήματα και ευρωπαϊκούς πρωταθλητές. Δεύτερον, να επενδύσει επιλεκτικά στη δημιουργία νέων στρατηγικών δυνατοτήτων σε τομείς υπαρξιακής σημασίας, όπως συνέβη με την Airbus και το Galileo. Και τρίτον, να διαμορφώσει έξυπνο και αποτελεσματικό ρυθμιστικό πλαίσιο για τεχνολογίες στις οποίες δεν διαθέτει ηγετική θέση, χωρίς να επιχειρεί να αναπτύξει ευρωπαϊκές εκδοχές όλων των τεχνολογιών.
Καινοτομία
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης της καινοτομίας. Όπως σημείωσε, κάθε νεοφυής επιχείρηση που δημιουργείται στην Ευρώπη θα πρέπει να μπορεί να αναπτυχθεί και να υλοποιήσει το σύνολο των φιλοδοξιών της εντός της ευρωπαϊκής ηπείρου. Σήμερα, όπως ανέφερε, πολλές ευρωπαϊκές startups αναγκάζονται να αναζητούν αμερικανική χρηματοδότηση και να μεταφέρουν την έδρα τους στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτό, όπως είπε, θα πρέπει να αποτελεί επιλογή και όχι αναγκαιότητα.
Απαντώντας σε ερώτηση σχετικά με την έννοια της ευρωπαϊκής ανθεκτικότητας, υποστήριξε ότι η κυριαρχία δεν ταυτίζεται με την πλήρη αυτονομία, αλλά με την ικανότητα μιας οικονομίας να συμμετέχει ισχυρά σε έναν αλληλεξαρτώμενο κόσμο. Κατά τον ίδιο, η Ευρώπη οφείλει να επενδύει στους τομείς όπου διαθέτει ήδη ανταγωνιστικό πλεονέκτημα και να δημιουργεί ευρωπαϊκούς πρωταθλητές, αξιοποιώντας έξυπνα τις διεθνείς συγκυρίες και τις στρατηγικές συνεργασίες.
Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα ανέφερε τις ευρωπαϊκές τηλεπικοινωνιακές υποδομές, όπου η Ericsson και η Nokia διατηρούν ηγετική θέση παγκοσμίως, υποστηρίζοντας ότι η Ευρώπη δεν αξιοποίησε όσο θα μπορούσε αυτή τη συγκυρία για να δημιουργήσει ένα ισχυρό πανευρωπαϊκό οικοσύστημα. Αντίθετα, στον τομέα του cloud, όπου οι αμερικανικές εταιρείες κυριαρχούν στην ευρωπαϊκή αγορά, εκτίμησε ότι η προτεραιότητα δεν είναι η δημιουργία ευρωπαϊκού ανταγωνιστή με κάθε κόστος, αλλά η διαμόρφωση ενός έξυπνου ρυθμιστικού πλαισίου που θα διασφαλίζει τον έλεγχο των δεδομένων και τη δυνατότητα εύκολης μεταφοράς μεταξύ παρόχων.
Η ΤΝ
Εκτενή αναφορά έκανε και στην τεχνητή νοημοσύνη, σημειώνοντας ότι οι επιπτώσεις της είναι διττές. Από τη μία πλευρά δημιουργεί τεράστιες ευκαιρίες για αύξηση της παραγωγικότητας και της ανάπτυξης. Από την άλλη, δημιουργεί πρωτόγνωρες προκλήσεις ασφάλειας, καθώς τα σύγχρονα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα αποκτούν δυνατότητες που απαιτούν σημαντικές επενδύσεις στην κυβερνοασφάλεια και στην αναβάθμιση κρίσιμων πληροφοριακών συστημάτων.
Ο κ. Πιερρακάκης υπογράμμισε ότι η διακυβέρνηση των ισχυρών μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης δεν μπορεί να αποτελέσει υπόθεση μιας μόνο χώρας ή ακόμη και μιας μόνο ηπείρου. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, απαιτείται πολυμερής συνεργασία και διεθνής συντονισμός, καθώς κανείς δεν διαθέτει μόνος του το μέγεθος και τα μέσα για να ρυθμίσει αποτελεσματικά τις εξελίξεις στον συγκεκριμένο τομέα.
Παράλληλα, επισήμανε ότι η ταχύτητα με την οποία εξελίσσεται η τεχνητή νοημοσύνη διαφοροποιείται ριζικά από κάθε προηγούμενη τεχνολογική επανάσταση. Οι αλλαγές που παλαιότερα απαιτούσαν δεκαετίες πραγματοποιούνται πλέον μέσα σε χρόνια ή ακόμη και μήνες, γεγονός που καθιστά αναγκαία την ταχύτερη προσαρμογή των πολιτικών συστημάτων.
Κλείνοντας, επανέλαβε ότι η Ευρώπη χρειάζεται κοινή στρατηγική και κοινή κατεύθυνση, τονίζοντας ότι οι εκθέσεις Letta και Draghi αποτελούν το στρατηγικό σημείο αναφοράς για τις ευρωπαϊκές αποφάσεις και ότι ήδη διαφαίνεται ουσιαστική πρόοδος στην υλοποίηση αυτών των στόχων.