Πώς γεννήθηκε η τριλογία του ντοκιμαντέρ για την ΕΛ.Α.Σ.

Διαβάζεται σε 6'
Πώς γεννήθηκε η τριλογία του ντοκιμαντέρ για την ΕΛ.Α.Σ.
ΕΛ.Α.Σ.

Η Φανή Μ. Κουντούρη, αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης και Επικοινωνίας γράφει για το παρασκήνιο μιας διαφορετικής πολιτικής αφήγησης.

Η ιδέα για την τριλογία που προβλήθηκε τις προηγούμενες μέρες και αφορά τη γέννηση της ΕΛ.Α.Σ. ξεκίνησε από ένα ερώτημα που μας απασχόλησε πολύ πριν αρχίσουν τα γυρίσματα: μπορεί σήμερα η πολιτική να αφηγηθεί διαφορετικά τον εαυτό της;

Ζούμε σε μια εποχή υπερπληθώρας πολιτικής επικοινωνίας. Οι πολιτικοί μιλούν περισσότερο από ποτέ, οι εικόνες πολλαπλασιάζονται, τα κοινωνικά δίκτυα παράγουν έναν αδιάκοπο κύκλο δηλώσεων, αντιδράσεων και αντιπαραθέσεων. Και όμως, μέσα σε αυτή την υπερπαραγωγή επικοινωνίας, συχνά δημιουργείται η αντίστροφη αίσθηση: ότι ακούμε λιγότερο, καταλαβαίνουμε λιγότερο, γνωρίζουμε λιγότερο τους ανθρώπους πίσω από τις πολιτικές ταυτότητες.

Aυτό είναι και το παράδοξο της πολιτικής επικοινωνίας. Ποτέ άλλοτε δεν παρήγαγε τόσο πολύ περιεχόμενο και ποτέ άλλοτε δεν ήταν τόσο δύσκολο να κερδίσει την πραγματική προσοχή των ανθρώπων. Η ταχύτητα των κοινωνικών δικτύων, η κυριαρχία της εικόνας, τα σύντομα βίντεο, η διαρκής αντιπαράθεση δημιουργούν έναν αδιάκοπο επικοινωνιακό θόρυβο. Στη βάση αυτού του παραδόξου, θελήσαμε να δοκιμάσουμε μια ενιαία αφήγηση με τρία διαφορετικά υποκείμενα: το πρόσωπο, την κοινωνία, τη συλλογικότητα και με ένα «χαμήλωμα» του χρόνου και της αφήγησης. Αυτή ήταν εξαρχής η εσωτερική αρχιτεκτονική της τριλογίας. Το πρώτο επεισόδιο, «Το πρόσημο της πολιτικής», ξεκινά από ένα πολιτικό πρόσωπο, τον Αλέξη Τσίπρα. Το δεύτερο, «Η ελπίδα της ανατροπής», μετακινεί την κάμερα από τον πολιτικό στους νέους ανθρώπους. Και το τρίτο, «Η ώρα της ευθύνης», φέρνει αυτές τις διαφορετικές ατομικές διαδρομές στη στιγμή κατά την οποία η προσωπική αγωνία μπορεί να μετατραπεί σε συμμετοχή και συλλογική πολιτική πράξη.

Το πρώτο ερώτημα ήταν ίσως το δυσκολότερο: πώς μιλάς για έναν πολιτικό που όλοι θεωρούν ότι γνωρίζουν; Ο Αλέξης Τσίπρας είναι ένα πρόσωπο εξαιρετικά υψηλής αναγνωρισιμότητας, αλλά ταυτόχρονα ένα πρόσωπο πάνω στο οποίο έχουν συσσωρευτεί ισχυρές και συχνά αντιθετικές αναπαραστάσεις. Έχει κυβερνήσει, έχει κερδίσει σημαντικές μάχες και έχει χάσει. Άρα, το ζητούμενο δεν ήταν να κατασκευάσουμε μια ακόμη εικόνα του. Ήταν να επιχειρήσουμε κάτι δυσκολότερο: να δημιουργήσουμε τις συνθήκες για να τον ακούσουμε ξανά. Γι’ αυτό και πραγματοποιήθηκε μία εκτενής συνέντευξη με τον ίδιο. Πού μεγάλωσε, πώς μπήκε η πολιτική στη ζωή του, τι σημαίνει πολιτικό λάθος και τελικά, γιατί επιστρέφει. Από τις απαντήσεις, τις μνήμες, τις παύσεις και τις συζητήσεις άρχισε να συγκροτείται το πρώτο πολιτικό πορτρέτο. Αλλά το πρόσωπο ήταν μόνο η αφετηρία.

Αν το πρώτο επεισόδιο ρωτά «τι σημαίνει η πολιτική για εκείνον που την έχει ασκήσει;», το δεύτερο, «Η ελπίδα της ανατροπής», θέτει ένα σχεδόν αντίστροφο ερώτημα: τι σημαίνει η πολιτική για εκείνους που πρόκειται να ζήσουν περισσότερο με τις συνέπειές της; Εδώ βρίσκεται η νέα γενιά και η κάμερα αλλάζει κατεύθυνση. Το πολιτικό πρόσωπο υποχωρεί και μιλούν νέοι άνθρωποι. Για τη δουλειά, τη στέγη, την αβεβαιότητα, τα σχέδια ζωής που αναβάλλονται και την ανάγκη να πιστέψουν ξανά ότι η αλλαγή είναι εφικτή. Γι’ αυτό και «Η ελπίδα της ανατροπής» δεν είναι, στην πραγματικότητα, ένα επεισόδιο για την αισιοδοξία αλλά για τις προϋποθέσεις που επιτρέπουν σε μια γενιά να αποκτήσει ξανά προσδοκίες.

Το τρίτο επεισόδιο έπρεπε να λύσει το δυσκολότερο πρόβλημα της αφήγησης: πώς περνάς από την ατομική εμπειρία στην πολιτική πράξη χωρίς να καταλήξεις σε μια συμβατική παρουσίαση ενός κόμματος ή ακόμα περισσότερο στην οργανωτική συγκρότηση ενός κόμματος; Η «Ώρα της ευθύνης» αφορά τη δημιουργία του νέου πολιτικού φορέα. Αλλά το κόμμα δεν αντιμετωπίζεται ως το τελικό «προϊόν» της αφήγησης. Αντιμετωπίζεται ως το σημείο στο οποίο συναντώνται διαφορετικές διαδρομές ανθρώπων. Γι’ αυτό και εδώ η φωνή δεν ανήκει σε έναν. Ανήκει σε πολλούς. Το ερώτημα γίνεται: τι κάνει έναν άνθρωπο να περάσει από την αγωνία στη συμμετοχή; Γιατί κάποιος που εργάζεται, μεγαλώνει παιδιά, σπουδάζει, δημιουργεί ή απλώς προσπαθεί να τα βγάλει πέρα αποφασίζει κάποια στιγμή ότι δεν του αρκεί να παρακολουθεί; Η ευθύνη δεν αφορά μόνο αυτόν που κυβερνά. Αφορά και εκείνον που αποφασίζει να συμμετάσχει.

Και έτσι ολοκληρώνεται ο κύκλος: ο πολιτικός ως πρόσωπο, στον πολίτη ως κοινωνικό υποκείμενο και, τέλος, στους πολίτες ως συλλογικότητα.

Και υπάρχει κάτι ακόμη που θεωρώ σημαντικό. Ο τρόπος παραγωγής ακολούθησε σε μεγάλο βαθμό τη λογική του ίδιου του εγχειρήματος. Δεν υπήρξε ένας μηχανισμός ή μία εταιρεία που παρέλαβε μια ιδέα και την εκτέλεσε. Η τριλογία δημιουργήθηκε από μια μικρή ομάδα ανθρώπων από διαφορετικούς χώρους— κινηματογραφιστές/τριες, δημιουργούς, επιστήμονες, εθελοντές/τριες — μέσα από πολλές ώρες συζήτησης, δοκιμών και αλλαγών. Με συνεντεύξεις, με διαφορετικές εκδοχές κειμένων, με αναζητήσεις χώρων και ανθρώπων. Με συζητήσεις για τον ρυθμό, τη μουσική, τη σιωπή. Και ίσως αυτό έχει τη δική του αξία σε μια εποχή εξαιρετικά επαγγελματοποιημένης πολιτικής επικοινωνίας. Όχι επειδή ο επαγγελματισμός είναι πρόβλημα, αλλά επειδή η υπερβολική τυποποίηση μπορεί να κάνει όλες τις πολιτικές καμπάνιες να μοιάζουν μεταξύ τους.

Τέλος, ως άνθρωπος που μελετά την πολιτική επικοινωνία εδώ και χρόνια, δεν πιστεύω στη διάκριση ανάμεσα στην «πραγματική πολιτική» και στην επικοινωνία της. Η πολιτική είναι από τη φύση της συνυφασμένη με την επικοινωνία γιατί είναι λόγος, απεύθυνση, σύγκρουση, αφήγηση, συγκρότηση ταυτοτήτων και συλλογικών νοημάτων. Το ερώτημα είναι, λοιπόν, ποια επικοινωνία.

Η σημερινή πολιτική αναγκάζεται να λειτουργεί μέσα στη λογική της ταχύτητας, του σύντομου βίντεο, της ατάκας, της άμεσης συναισθηματικής αντίδρασης. Όλα αυτά είναι πλέον μέρος της πολιτικής πραγματικότητας και δεν έχει νόημα να τα αρνούμαστε. Αλλά μια σύγχρονη επικοινωνιακή στρατηγική δεν χρειάζεται να έχει μόνο μία ταχύτητα. Μπορεί να περιλαμβάνει το σύντομο και το άμεσο, αλλά και το αργό και το αφηγηματικό. Την αντιπαράθεση, αλλά και τη στοχαστικότητα. Το σύνθημα, αλλά και την αφήγηση. Την απάντηση, αλλά και το ερώτημα. Αυτό θελήσαμε να δοκιμάσουμε με την τριλογία. Δεν είναι μια πρόταση αντικατάστασης της σύγχρονης πολιτικής επικοινωνίας. Είναι μια προσπάθεια διεύρυνσής της.

Το κρίσιμο επομένως δεν είναι αν θα υπάρχει επικοινωνία, αλλά τι είδους επικοινωνία θέλουμε να παράγουμε και τι είδους σχέση με τον πολίτη αυτή δημιουργεί. Γιατί, στο τέλος, η τριλογία είναι μια αφήγηση για τη μετάβαση από το προσωπικό στο συλλογικό και μία αφήγηση που προηγείται της πειθούς. Και μια δοκιμή πάνω σε ένα ερώτημα που θεωρώ πολύ μεγαλύτερο από μία καμπάνια: αν η πολιτική μπορεί, μέσα στον θόρυβο της εποχής, να ξαναβρεί μια γλώσσα που να συνδέεται με την εμπειρία των ανθρώπων.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα