Τι ειπώθηκε στην Ημερίδα της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης με θέμα “Ανισότητες και Δημοκρατία”

Διαβάζεται σε 7'
Τι ειπώθηκε στην Ημερίδα της Ελληνικής Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης με θέμα “Ανισότητες και Δημοκρατία”

Eννέα ερευνητές και ερευνήτριες από την Ελλάδα και το εξωτερικό εστίασαν στα χαρακτηριστικά των ανισοτήτων, τις αιτίες που τις προκαλούν, αλλά και με ποιες πολιτικές μπορούν να περιοριστούν

Οι κοινωνικές ανισότητες είναι εκρηκτικές στις ημέρες μας, ενώ πολλαπλασιάζονται εν μέσω ευημερίας. Η διασταύρωση κοινωνικών ανισοτήτων και δημοκρατίας ήταν το θέμα της ημερίδας που διοργάνωσε η Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης (ΕΕΠΕ) την Τετάρτη 30 Σεπτεμβρίου 2026 στο Αμφιθέατρο «Ιωάννης Δρακόπουλος» του ΕΚΠΑ, όπου εννέα ερευνητές και ερευνήτριες από την Ελλάδα και το εξωτερικό εστίασαν στα χαρακτηριστικά των ανισοτήτων, τις αιτίες που τις προκαλούν, αλλά και με ποιες πολιτικές μπορούν να περιοριστούν, ενώ επιπλέον εξέτασαν πώς οι ανισότητες στο εισόδημα, την εργασία, το φύλο και την ηλικία επηρεάζουν την ψήφο, την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και την πολιτική εκπροσώπηση.

Η ημερίδα έφερε σε διάλογο δύο πεδία που συνήθως εξετάζουν τις ανισότητες χωριστά: την οικονομία της εργασίας και της κοινωνικής πολιτικής από τη μία, την πολιτική επιστήμη από την άλλη. Οι οικονομολόγοι του πρώτου πάνελ έδειξαν ότι η αίσθηση ανέχειας είναι ευρύτερη από όσο καταγράφουν οι επίσημοι δείκτες, και ότι η πράσινη μετάβαση κινδυνεύει να διευρύνει τα κοινωνικο-οικονομικά χάσματα αντί να τα κλείσει. Οι πολιτικοί επιστήμονες του δεύτερου πάνελ εξήγησαν γιατί, παρ’ όλα αυτά, η ανισότητα δεν μεταφράζεται αυτόματα σε πολιτικό αίτημα για αναδιανομή: μεταφράζεται σε αποχή, σε αντισυστημική ψήφο, σε ταύτιση με το έθνος αντί για την κοινωνική τάξη, και σε μια Βουλή που στην ανθρωπογεωγραφία της απέχει εξακολουθητικά από την κοινωνική σύνθεση.

Το πρώτο πάνελ, με τίτλο «Ανισότητες και Μετασχηματισμοί», συντόνισε ο δημοσιογράφος Κώστας Καλλίτσης, ο οποίος τόνισε την καθοριστική πρόκληση που αποτελούν οι ανισότητες στην εποχή μας.

Ο Μάνος Ματσαγγάνης, καθηγητής Δημοσίων Οικονομικών στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου, εστίασε στο “τι να κάνουμε” για να αντιμετωπίσουμε τις κοινωνικές ανισότητες. Χωρίς να εγκαταλειφθεί η αναδιανομή, πρότεινε τη στροφή σε λύσεις «προδιανομής»: επένδυση στις δεξιότητες και την υγεία εργαζομένων και ανέργων, κοινωνικές υπηρεσίες υψηλής ποιότητας από τους βρεφονηπιακούς σταθμούς έως τη συνεχή κατάρτιση, ρύθμιση των αγορών εργασίας και κατοικίας, λελογισμένη ενίσχυση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, πολυδιάστατη στεγαστική πολιτική και αναβάθμιση του παραγωγικού μοντέλου.

Η Μαρία Καραμεσίνη, καθηγήτρια Οικονομικών της Εργασίας και της Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, τοποθέτησε την ελληνική περίπτωση στη διεύρυνση των οικονομικών ανισοτήτων που ξεκίνησε στις ανεπτυγμένες χώρες τη δεκαετία του 1980, με την αγορά εργασίας ως βασικό τροφοδότη τους. Ανέφερε ότι στην Ελλάδα η πρωτογενής διανομή είναι πολύ άνιση υπέρ των ιδιοκτητών κεφαλαίου και το ισχύον φορολογικό σύστημα την επιτείνει. Το 2012, με τη μείωση του κατώτατου μισθού κατά 22%, το μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ υποχώρησε· η κρίση κόστους ζωής 2022-2026 το συμπίεσε ξανά.

Η Αντιγόνη Λυμπεράκη, καθηγήτρια Οικονομικών στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, έδειξε πώς οι έμφυλες ανισότητες συσσωρεύονται στον κύκλο ζωής και κορυφώνονται με τη γήρανση. Οι ανισότητες κοστίζουν όχι μόνο σε όσες τις υφίστανται αλλά σε όλους: αν οι Ελληνίδες μετείχαν στην αγορά εργασίας όσο οι Δανέζες, «θα είχαμε τουλάχιστον μισό ΕΦΚΑ ακόμα». Με δεδομένα της έρευνας SHARE, συνέκρινε τις γυναίκες της γενιάς του Πολυτεχνείου με τη γενιά των μητέρων τους, με τις συνομήλικές τους στην Ευρώπη και με τις γυναίκες της ίδιας γενιάς που δεν μετείχαν στην αγορά εργασίας. Αν και σε προνομιακή θέση σε σχέση με τις μητέρες τους, οι γυναίκες της γενιάς του Πολυτεχνείου δηλώνουν μικρότερη ικανοποίηση από τη ζωή από τις μητέρες τους στην ίδια ηλικία και έχουν την ίδια ικανοποίηση με όσες συνομήλικές τους ούτε εργάστηκαν ούτε σπούδασαν.

Η Λυδία Αβράμη, ερευνήτρια στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, αναφέρθηκε στην κοινωνική διάσταση της πράσινης μετάβασης. Παρότι τα οφέλη είναι αδιαμφισβήτητα, το βραχυπρόθεσμο κόστος κατανέμεται άνισα. «Η πράσινη μετάβαση δεν συναντά μια κοινωνία ίσων αφετηριών», καθώς «η πρόσβαση στα οφέλη προϋποθέτει πόρους, ιδιοκτησία, υποδομές και επιλογές». Ενδεικτικά, «το 45,6% των νοικοκυριών εμφανίζει τουλάχιστον μία διάσταση ενεργειακής φτώχειας και το 33,8% ανέχτηκε το κρύο για να περιορίσει τα έξοδα» (πανελλαδική έρευνα του JustReDI). Η πρόκληση είναι να κάνουμε την κοινωνία πιο πράσινη, χωρίς να αφήσουμε κοινωνικές ομάδες και περιοχές πίσω, και χωρίς οι ανισότητες να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη και τη δημοκρατική νομιμοποίηση της μετάβασης.

Το δεύτερο πάνελ, «Ανισότητες και Επιπτώσεις: Πολιτική Συμπεριφορά, Εμπιστοσύνη, Αντιπροσώπευση», συντόνισε η δημοσιογράφος Αγγελική Σπανού.

Ο Ηλίας Ντίνας, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Ευρωπαϊκό Πανεπιστημιακό Ινστιτούτο της Φλωρεντίας, έδειξε ότι η θεωρητική προσδοκία, όσο φτωχότερος είναι ο ψηφοφόρος τόσο υψηλότερη αναδιανομή θα επιθυμεί, δεν επιβεβαιώνεται από τα δεδομένα. «Η αναδιανομή είναι πολιτική επιλογή, όχι αυτόματη συνέπεια της ανισότητας», σημείωσε. Ερμηνεύοντας τη μικρότερη ζήτηση για αναδιανομή, πρότεινε το μοντέλο του Moses Shayo: επειδή η «τάξη των φτωχών» έχει χαμηλό κύρος και το έθνος υψηλότερο, οι φτωχοί τείνουν να ταυτίζονται με το έθνος αντί με την τάξη τους και να ζητούν λιγότερη αναδιανομή». Η εθνική υπερηφάνεια συνδέεται με μικρότερη στήριξη στην αναδιανομή σε 61 από 83 χώρες, και η Ελλάδα συνδυάζει το υψηλότερο ποσοστό «πολύ υπερήφανων» (74%) για την εθνικότητά τους ανάμεσα σε 12 ευρωπαϊκές χώρες με μία από τις χαμηλότερες αναδιανομές.

Ο Πάνος Τσούκαλης, υποψήφιος διδάκτορας στο Nuffield College της Οξφόρδης, αμφισβήτησε την κυρίαρχη ερμηνεία ότι η πολιτική σύγκρουση στις δυτικές δημοκρατίες έχει γίνει πρωτίστως πολιτισμική και όχι οικονομική. Με δεδομένα εκλογικών ερευνών από το 1981 έως το 2019 έδειξε ότι στην Ελλάδα η κρίση δημιούργησε ένα νέο, βαθιά ταξικό δίπολο, το μνημονιακό: στο δημοψήφισμα του 2015 τα υψηλά εισοδήματα ψήφισαν «Όχι» σε ποσοστό 40% και τα χαμηλά 70%. Το μνημονιακό δίπολο ήταν πιο ταξικό από το παραδοσιακό δίπολο Αριστεράς-Δεξιάς και δομήθηκε με βάση το εισόδημα και την ηλικία (οι νέοι και τα χαμηλά εισοδήματα ψήφισαν αντιμνημονιακά κόμματα), ενώ το δίπολο Αριστεράς-Δεξιάς δομείται με βάση την εκπαίδευση και τη γεωγραφία (πόλη-επαρχία). Μετά την κρίση, η λιτότητα υποχώρησε, αλλά οι ανισότητες παραμένουν.

Ο Μάνος Τσατσάνης, επίκουρος καθηγητής Συγκριτικής Πολιτικής στο ΕΚΠΑ, παρουσίασε ανάλυση 24 εκλογικών αναμετρήσεων σε Ελλάδα, Ισπανία, Ιταλία και Πορτογαλία την περίοδο 2004-2023. Η κρίση της Ευρωζώνης υπήρξε κρίσιμη καμπή για τα κομματικά συστήματα της Νότιας Ευρώπης: τα παραδοσιακά κόμματα έχασαν σημαντικό μερίδιο, ενισχύθηκαν αντισυστημικά κόμματα από όλο το ιδεολογικό φάσμα και η αποχή αυξήθηκε. Το υψηλότερο εισόδημα συνδέεται σταθερά με μεγαλύτερη στήριξη στα μετριοπαθή κόμματα και μικρότερη πιθανότητα αποχής από τις εκλογές. Η επίδραση του εισοδήματος δεν είναι προϊόν της κρίσης, αλλά ακολουθεί διαχρονική τάση, με εξαίρεση την Ελλάδα, όπου ενεργοποιήθηκε κατά την κρίση. Ο κ. Τσατσάνης εξήγησε ότι οι φτωχότεροι δεν στρέφονται τόσο στα αντισυστημικά κόμματα, όσο απλώς απέχουν από τις εκλογές και έτσι η οικονομική ανισότητα μετατρέπεται σε πολιτική ανισότητα.

Η Μανίνα Κακεπάκη, διευθύντρια ερευνών στο Ινστιτούτο Πολιτικών Ερευνών του ΕΚΚΕ, και η Φανή Κουντούρη, αναπληρώτρια καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, μέτρησαν πόσο μοιάζει η ελληνική Βουλή με την ελληνική κοινωνία από το 1974 έως το 2023, συγκρίνοντας τη Βάση Δεδομένων Μελών του Ελληνικού Κοινοβουλίου με τις απογραφές της ΕΛΣΤΑΤ και διαπίστωσαν απόκλιση της σύνθεσης του κοινοβουλίου από τη σύνθεση του γενικού πληθυσμού. Η απόκλιση, εξήγησαν, δεν είναι μόνο ζήτημα δημοκρατίας και δικαιοσύνης: όταν ορισμένες κοινωνικές ομάδες υποαντιπροσωπεύονται, υποαντιπροσωπεύονται και τα συμφέροντά τους, και ενισχύεται η δυσπιστία προς το πολιτικό σύστημα. Για παράδειγμα, το 92,1% των βουλευτών έχει πτυχίο ανώτατης εκπαίδευσης, έναντι 22,1% του πληθυσμού άνω των 25 ετών. Πάντως, ο γενικός δείκτης απόκλισης της Βουλής από την κοινωνία μειώθηκε από 0,50 το 1974 σε 0,39 το 2023, με σταθερό ρυθμό βελτίωσης τα τελευταία 30 χρόνια.

Η ημερίδα υποστηρίχθηκε από το Bodossaki Lectures on Demand (BLOD), την ηλεκτρονική βιβλιοθήκη διαλέξεων του Ιδρύματος Μποδοσάκη, και οι εισηγήσεις θα είναι διαθέσιμες σε βίντεο στο blod.gr.

Η Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης (ΕΕΠΕ) είναι επιστημονικό-μη κερδοσκοπικό σωματείο. Ιδρύθηκε το 1955 και από το 1975 διανύει τη δεύτερη περίοδο λειτουργίας του. Σκοπός του είναι η προαγωγή της επιστημονικής μελέτης του πολιτικού φαινομένου τόσο στις εθνικές όσο και στις διεθνείς του διαστάσεις. Η ΕΕΠΕ είναι μέλος της Διεθνούς Εταιρείας Πολιτικής Επιστήμης και του Ευρωπαϊκού Θεματικού Δικτύου για την Πολιτική Επιστήμη.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα