Ο Κωνσταντίνος Κληρονόμος: Από τις ροκ σκηνές της Κέρκυρας στην Τραβιάτα της ΕΛΣ
Διαβάζεται σε 16'
Με αφορμή την επιστροφή της «Τραβιάτας», ο Κωνσταντίνος Κληρονόμος μιλά στο NEWS 24/7 για τον Αλφρέντο, τη διαδρομή του και τη διαχρονική δύναμη της όπερας στο σημερινό κοινό της ΕΛΣ.
- 20 Ιουλίου 2026 06:26
Από τις ροκ παρέες της Κέρκυρας και τις πρώτες εμφανίσεις σε αθηναϊκές μουσικές σκηνές έως το λυρικό θέατρο και μεγάλους ρόλους του οπερατικού ρεπερτορίου, ο Κωνσταντίνος Κληρονόμος έχει διανύσει μια διαδρομή που συνδέει διαφορετικούς μουσικούς κόσμους. Σήμερα επιστρέφει στην Εθνική Λυρική Σκηνή ως Αλφρέντο στην «Τραβιάτα» του Τζουζέππε Βέρντι και μιλά στο NEWS 24/7 για τον ρόλο, τη σχέση του με την όπερα και τη βαθιά επικαιρότητα του έργου.
Η «Τραβιάτα» παρουσιάζεται έως και τις 31 Ιουλίου 2026, στις 20:00, στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, στο ΚΠΙΣΝ (μετά την εξάντληση των εισιτηρίων για τις οκτώ αρχικές παραστάσεις, προστέθηκε μία ακόμη στις 31 Ιουλίου). Τη μουσική διεύθυνση υπογράφει ο Λουκάς Καρυτινός, ενώ η σκηνοθεσία, τα σκηνικά, τα κοστούμια και οι φωτισμοί ανήκουν στον Νίκο Σ. Πετρόπουλο.
Η ιστορική αυτή παραγωγή επιστρέφει είκοσι πέντε χρόνια μετά την πρώτη παρουσίασή της στο Θέατρο Ολύμπια και έπειτα από την επιτυχημένη περιοδεία της στην Κίνα και τη Θεσσαλονίκη. Ο Πετρόπουλος ανασυνθέτει με υψηλή αισθητική τον γαλλικό 19ο αιώνα, δημιουργώντας έναν κόσμο κομψότητας, πολυτέλειας και κοινωνικής ασφυξίας γύρω από τη Βιολέττα Βαλερύ.
Βασισμένη στην «Κυρία με τις καμέλιες» του Αλέξανδρου Δουμά υιού, η όπερα αφηγείται την ιστορία μιας διάσημης εταίρας του παρισινού κόσμου, η οποία γνωρίζει τον αληθινό έρωτα στο πρόσωπο του νεαρού Αλφρέντο Ζερμόν. Η κοινωνική προκατάληψη και η παρέμβαση της οικογένειάς του οδηγούν τους δύο εραστές στον χωρισμό και, τελικά, σε μια σπαρακτική επανένωση λίγο πριν από τον θάνατο της Βιολέττας.
Ο Βέρντι δημιουργεί εδώ ένα από τα πιο λεπτοδουλεμένα γυναικεία πορτρέτα στην ιστορία της όπερας. Η μουσική ακολουθεί κάθε ψυχική μεταβολή της Βιολέττας — από τη λάμψη των παρισινών σαλονιών και την ερωτική αφύπνιση έως τη θυσία, τη μοναξιά και την κατάρρευση.
Για τον Κωνσταντίνο Κληρονόμο, ο Αλφρέντο δεν είναι απλώς ένας ρομαντικός νέος ούτε μόνο ένας ζηλότυπος εραστής. Είναι ένας άνθρωπος που ενηλικιώνεται μέσα από την απώλεια και ταυτόχρονα ο καθρέφτης μιας κοινωνίας που αγαπά αλλά κρίνει, απαιτεί αγνότητα, αλλά αδυνατεί να συγχωρήσει και ζητά από τη γυναίκα να θυσιαστεί χωρίς να αντιλαμβάνεται το κόστος της.
Πώς ξεκίνησαν όλα για τον Κωνσταντίνο Κληρονόμο
Συστηθείτε μας
Μεγάλωσα στην Κέρκυρα και στην Αθήνα από γονείς που μπορεί να μην είχαν να κάνουν άμεσα με την τέχνη, αλλά και οι δύο είχαν και έχουν ακόμα πολύ όμορφες φωνές. Σαν νέος ήμουν κι εγώ όπως σχεδόν όλα τα παιδιά, αρκετά ανήσυχος αν και εν μέρει αρκετά εσωστρεφής.
Η σχέση μου με τη μουσική υπήρξε στενή ήδη από τα εφηβικά μου χρόνια στην Κέρκυρα, όπου μαζευόμασταν με την παρέα με κιθάρες και περνούσαμε το χρόνο μας στην παραλία ή στο γιαλό τραγουδώντας επιτυχίες από συγκροτήματα και από καλλιτέχνες που μας άγγιζαν, όπως ο Παύλος Σιδηρόπουλος, οι Τρύπες, τα Ξύλινα Σπαθιά, ο Νικόλας Άσιμος, ο Βασίλης Παπακωνσταντίνου, οι Πυξ Λαξ. Την ίδια εποχή στο γυμνάσιο είχα και την πρώτη μου επαφή με την θεατρική σκηνή.
Στην τρίτη γυμνασίου έλαβα μέρος στο «Όνειρο θερινής νυκτός» του William Shakespeare παίζοντας τον ρόλο του Αιγέα, τον πατέρα της Ερμίας, στα πλαίσια ενός σχολικού θεατρικού διαγωνισμού.
Έτσι η επαφή με το θέατρο και τη μουσική υπήρξε από αρκετά νωρίς στην ζωή μου.Είναι κάτι που με άγγιξε βαθιά και δεν μπόρεσα να το αφήσω ουσιαστικά ποτέ. Στο λύκειο και το πανεπιστήμιο, όταν είχαμε ήδη μετακομίσει στην Αθήνα, ήμουν μέλος σε αρκετά συγκροτήματα που εμφανίζονταν κατά καιρούς σε γνωστά rock μαγαζιά όπως «Όνομα του ρόδου» και «Αρχιτεκτονική».
Αν το θέατρο και η μουσική θα ήταν κάτι που θα ακολουθούσα επαγγελματικά στην ζωή μου, ήταν κάτι που δεν με απασχολούσε βαθιά. Το έκανα καθαρά από αγάπη και μάλλον πιο πολύ για να έχω μία ευκαιρία να ξεδίνω.
Πρώτες αναμνήσεις από τον κόσμο της όπερας και τι ήταν αυτό που σας γοήτευσε σε αυτη ώστε να ασχοληθείτε.
Οι πρώτες αναμνήσεις από τον κόσμο της όπερας ήταν από όταν είχα λάβει μέρος σε μία παραγωγή του musical Jesus Christ Superstar όπου ερμήνευσα τον ρόλο του Ιησού. Οι άλλοι συνάδελφοι που είχαν σπουδάσει λυρικό τραγούδι μου πρότειναν να ακολουθήσω κι εγώ κάτι τέτοιο επειδή υπήρχε μία τάση στη φωνή, ένα μέταλλο, ένα ηχόχρωμα που παρέπεμπε σε λυρικό τενόρο και εκεί μου έβαλαν να ακούσω ουσιαστικά για πρώτη φορά πολύ διάσημους τενόρους και φυσικά μεγάλα έργα κυρίως της κλασικής και της bel canto εποχής. Τότε είναι που αγάπησα τον Mozart και τον Rossini.
Αυτό που με γοήτευσε και ακόμη με γοητεύει στην όπερα είναι ουσιαστικά η σχέση της μουσικής με το θέατρο. Είναι κάτι το οποίο δεν μπορεί κάποιος εύκολα να το εκφράσει με λόγια. Είναι μια ιδανική περίπτωση που μπορείς να εκφράσεις συναισθήματα σε ένα άλλο επίπεδο, πέρα από το κείμενο το ίδιο. Είναι σαν να βρίσκονται πολλοί άνθρωποι μέσα σου ταυτόχρονα για να εκφράσουν ένα και μοναδικό συναίσθημα.
Συνυπάρχουν μέσα σου ο συγγραφέας, ο συνθέτης, ο σκηνοθέτης, ο μαέστρος, οι μουσική της ορχήστρας, οι συνάδελφοι της χορωδίας κ.ο.κ, και εσύ ο ίδιος ως εκφραστής του ρόλου και αυτό είναι ένα φανταστικό πάντρεμα. Το νιώθω σαν δώρο.
Είναι κάθε φορά μία ακόμη ευκαιρία να ενωθώ με κάτι, το οποίο είτε είναι μέσα μου ήδη είτε το συναντάω για πρώτη φορά σε έναν καινούργιο χαρακτήρα που καλούμαι να ερμηνεύσω. Ένα άλλο στοιχείο που με γοητεύει είναι η επαφή με τους άλλους ανθρώπους. Κάθε φορά μια καινούργια ομάδα συντελεστών απο τους οποίους κάτι έχεις να πάρεις και ίσως μερικές φορές να δώσεις κι εσύ.
Ποιο ήταν το πρώτο έργο ή ο πρώτος ρόλος που σας «άνοιξε» τον δρόμο; Ποιοι δάσκαλοι ή συνεργασίες σας διαμόρφωσαν καθοριστικά;
Ο πρώτος ρόλος που ουσιαστικά, δεν ξέρω αν μπορώ να πω μου άνοιξε τον δρόμο, αλλά σίγουρα ήταν η πρώτη μεγάλη μου δοκιμασία, ήταν ο ρόλος των Νεμορίνο στο «Elisir d’ amore» στην Εθνική Λυρική Σκηνή. Είχαν προηγηθεί κι άλλοι ρόλοι αλλά αυτός ήταν ο πρώτος μεγάλος μου ρόλος και ως προς την διάρκεια και γιατί είναι ένας πολύ πολύ γνωστός ρόλος του belcanto ρεπερτορίου. Ήταν μία μεγάλη δοκιμασία και αποτελεί ακόμα μια σημαντική ανάμνηση.
Από τους σημαντικότερους ανθρώπους που θα μπορούσα να αναφέρω είναι η Χριστίνα Γιαννακοπούλου, δασκάλα και μέντοράς μου, στο ωδείο Atenaeum. Είναι από τους ανθρώπους, που ενώ δεν βρισκόμαστε συχνά πια, την έχω πάντα στο μυαλό και στην ψυχή μου. Εκείνα τα τρία πρώτα χρόνια έμαθα κοντά της όχι μόνο τη μουσική και την τέχνη του τραγουδιού, αλλά και την τέχνη του ανθρώπου, το ήθος. Την ουσία δηλαδή του θεάτρου που δεν είναι τίποτα άλλο από τον ίδιο τον άνθρωπο.
Ένας ακόμα άνθρωπος, που ακόμα κουβαλάω μέσα μου, είναι ο Eike Gramms τον οποίο γνώρισα και πλάι του μαθήτευσα στο Mozarteum του Ζάλτσμπουργκ. Κοντά του εμβάθυνα περισσότερο στην τέχνη του θεάτρου και της όπερας. Θυμάμαι ακόμα την επιμονή του στο πόσο βαθιά πρέπει κάποιος να σκάψει για να βρει μία κάποια αλήθεια σε αυτό που πάει να εκφέρει ως κείμενο, να εκφράσει ως συναίσθημα, ως ύπαρξη, ως ρόλος.
Η Τραβιάτα και ο ρόλος του Αλφρέντο
Επιστρέφετε σε μια ιστορική παραγωγή 25 χρόνια μετά. Τι κρατά ζωντανό αυτό το ανέβασμα σήμερα;
Η σκηνοθεσία του Νίκου Σ. Πετρόπουλου για την Τραβιάτα εξακολουθεί να παραμένει ζωντανή και επίκαιρη νομίζω όχι επειδή επιδιώκει να εκσυγχρονίσει το έργο, αλλά επειδή υπηρετεί με συνέπεια τη δραματουργία του G. Verdi και του libretto. Τα στοιχεία που διατηρούν τη δύναμή της σήμερα είναι κατά την γνώμη μου η πιστότητα στην εποχή του έργου, η ενότητα σκηνικών, κοστουμιών και σκηνοθεσίας και η διαχρονικότητα του ίδιου του έργου.
Πώς συνομιλεί η αισθητική του Νίκου Σ. Πετρόπουλου με έναν σύγχρονο ερμηνευτή;
Η αισθητική του Νίκου Σ. Πετρόπουλου μπορεί να μοιάζει εκ πρώτης όψεως «κλασική», όμως για έναν σύγχρονο ερμηνευτή αποτελεί περισσότερο πρόκληση παρά περιορισμό. Η σκηνοθετική του γλώσσα δεν βασίζεται σε εξωτερικά ευρήματα, αλλά απαιτεί από τον τραγουδιστή να χτίσει έναν ολοκληρωμένο δραματικό χαρακτήρα.
Ζητά να αναδείξει ο ερμηνευτής τις ψυχολογικές μεταπτώσεις του ρόλου μέσα από τη μουσική και το κείμενο και όχι να υπηρετήσει ένα σκηνοθετικό εύρημα. Ο ερμηνευτής αντιμετωπίζεται ως φορέας του δράματος και απαιτείται από αυτόν μια πιο βαθιά ανάγνωση του μουσικού κειμένου. Ένας σύγχρονος ερμηνευτής καλείται σε μια σκηνοθεσία όπως αυτή να χρησιμοποιήσει τον χώρο και τα υπέροχα αυτά σκηνικά ως μέρος της αφήγησης και όχι απλώς να κινηθεί ανάμεσα σε αυτά.
Τραβιάτα είναι ένα έργο βαθιά γυναικείο. Πώς τοποθετείται μέσα του ο Αλφρέντο; Σκιαγραφήστε μας τον ήρωα.
Μέσα σε ένα έργο που δικαίως θεωρείται βαθιά γυναικείο, ο Alfredo θεωρώ πως λειτουργεί ως καθρέφτης της εποχής του. Εκφράζει μια κοινωνία που αγαπά, αλλά ταυτόχρονα κρίνει, που διεκδικεί την αγνότητα, αλλά αδυνατεί να συγχωρήσει, που απαιτεί θυσίες από τη γυναίκα, χωρίς όμως να αντιλαμβάνεται το τίμημά τους.
Για έναν ερμηνευτή, ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι να τον παρουσιάσει είτε ως έναν αφελή ρομαντικό είτε ως έναν βίαιο ζηλότυπο. Ο Alfredo θα μπορούσε να είναι ναι μεν και τα δύο, αλλά κυρίως είναι ένας νέος άνθρωπος που ενηλικιώνεται μέσα από την απώλεια. Η δραματική του διαδρομή είναι η μετάβαση από τον αυθορμητισμό στη γνώση και αυτή η γνώση έρχεται στο τέλος του έργου με σκληρό τρόπο, γιατί η συγγνώμη δεν αρκεί πλέον για να σώσει εκείνη που αγαπά.
Πώς βιώσατε την περιοδεία στην Κίνα; Τι σας εντυπωσίασε περισσότερο στο κοινό εκεί;
Η περιοδεία στην Κίνα ήταν μία τρομερή εμπειρία από πολλές απόψεις από την αρχή της ήδη. Υπήρχαν άλλες υποχρέωσεις ταυτόχρονα στην Γερμανία. Εκείνη την εποχή έτρεχε η Lucia di Lammermoor, ταυτόχρονα οι πρόβες για την Carmen και φυσικά η μελέτη του Alfredo για αυτήν την Traviata. Μόλις τελείωσε η πρεμιέρα της Carmen στην Γερμανία ξεκίνησα αμέσως αυτές τις λίγες, τρεις ή τέσσερις σκηνικές πρόβες που είχαμε την ευχέρεια να έχουμε.
Ταξίδεψαμε στην Κίνα, πάθαμε ένα σοκ με το πόσο διαφορετικό ήταν το κλίμα εκεί με υψηλές θερμοκρασίες και πολύ υγρασία, κάναμε μία πρόβα ορχήστρας και ακολούθησε η παράσταση. Ήταν δηλαδή ένα ντεμπούτο και για μένα και για τη Δήμητρα την Κωτίδου φανταστικό από όλες τις πλευρές. Είχαμε ελάχιστες πρόβες, οι ρόλοι είναι πολύ πολύ γνωστοί κι έτσι μπορεί να εκτεθείς εύκολα. Αγαπάω όμως την μουσική αυτή πάρα πολύ και τη γνωρίζω πολλά χρόνια τώρα.
Είχα μελετήσει τον ρόλο και ως φοιτητής και ένιωθα μία κάποια σιγουριά μετά από τόσα χρόνια με το ευρύ ρεπερτόριο που έχω ερμηνεύσει. Είχα ας πούμε την αυτοπεποίθηση να κάνω κάτι τέτοιο, το ίδιο πιστεύω και η Δήμητρα Κωτίδου και αυτό αποδείχτηκε και πάνω στην σκηνή. Ήταν φανταστική εκείνη η βραδιά, η παράσταση πήγε πάρα πολύ καλά.
Αυτό που με εντυπωσίασε περισσότερο από το κοινό εκεί ήταν η αμεσότητά του. Μάλλον επειδή είχα κάτι άλλο στο μυαλό μου για το κινέζικο κοινό, λανθασμένα πάντως, γιατί αποδείχθηκε πως ήταν ένα φανταστικά ζεστό κοινό που μας αγκάλιασε πολύ γρήγορα, ήδη από την αρχή της παράστασης. Στο τέλος φυσικά ήταν θεαματική η ανταπόκρισή τους. Το τελικό χειροκρότημα ήταν κάτι, το οποίο δύσκολα κάποιος μπορεί να ξεχάσει.
Υπάρχουν διαφορές στην πρόσληψη της Τραβιάτας από ένα ασιατικό κοινό; Υπάρχει κάποιο περιστατικό από την περιοδεία που σας έχει μείνει έντονα;
Δεν θα μπορούσα να πω ότι υπάρχουν διαφορές. Αυτό που μου αποδείχθηκε τρανά ήταν ότι τελικά είμαστε απλά όλοι άνθρωποι που ζουν πάνω σε αυτό τον πλανήτη, αυτό το κινούμενο πλοίο. Προφανώς και δεν είμαστε ίδιοι αλλά από την άλλη δεν πιστεύω τελικά μετά από αυτή την εμπειρία μου, ότι είμαστε και τόσο διαφορετικοί. Ήταν ένα πολύ ζεστό κοινό όπως είπα.
Αυτό που ίσως να μου έκανε λίγο εντύπωση, είναι η αγάπη τους να αποθανατίσουν την κάθε στιγμή που βλέπουν με το κινητό τους. Έβλεπες δηλαδή τα flash και τα φώτα από τα κινητά να βιντεοσκοπούν και να φωτογραφίζουν στιγμές από την παράσταση. Στην αρχή ήταν ίσως λίγο περίεργο και δύσκολο αλλά πολύ γρήγορα το αφήσαμε πίσω μας και ήταν απλά άλλο ένα στοιχείο της βραδιάς αυτής, χωρίς πια να μας ενοχλεί.
Πιστεύετε ότι η Τραβιάτα μιλά ακόμη «άμεσα» στο σημερινό κοινό; Πού βρίσκεται η επικαιρότητά της;
Είμαι τελείως σίγουρος για αυτό και αυτό γιατί, πίσω από το ιστορικό της πλαίσιο, πραγματεύεται ζητήματα που παραμένουν βαθιά ανθρώπινα και διαχρονικά. Δεν είναι μόνο μια ιστορία έρωτα, είναι μια ιστορία για την ελευθερία, την κοινωνική υποκρισία, την προκατάληψη και το τίμημα της προσωπικής επιλογής.
Η επικαιρότητα του έργου βρίσκεται επίσης στη μουσική του G. Verdi. Η δύναμή της δεν περιγράφει απλώς τα συναισθήματα, αλλά τα κάνει άμεσα και βιώματα για τον θεατή. Γι’ αυτό και κάθε νέα γενιά μπορεί να αναγνωρίσει μέσα στην παρτιτούρα τη δική της εμπειρία της αγάπης, της απώλειας, της ενοχής και της συγχώρεσης.
Πώς μπορεί η όπερα να προσεγγίσει νεότερες γενιές χωρίς να χάσει την ταυτότητά της;
Πιστεύω πως οι οργανισμοί οφείλουν να επενδύσουν περισσότερο στην εκπαίδευση, στην εξωστρέφεια και στον ουσιαστικό διάλογο με το κοινό. Οι νέες τεχνολογίες, τα ψηφιακά μέσα και οι διαφορετικοί τρόποι παρουσίασης μπορούν να λειτουργήσουν ως γέφυρες προς την όπερα, όχι όμως ως υποκατάστατα της ίδιας της καλλιτεχνικής εμπειρίας που προσφέρει.
Οι νέοι άνθρωποι δεν απομακρύνονται από την όπερα επειδή τα έργα της δεν τους αφορούν, αλλά συχνά επειδή δεν είχαν την ευκαιρία να τα γνωρίσουν χωρίς προκαταλήψεις. Όταν βρεθούν στην αίθουσα και βιώσουν τη ζωντανή εμπειρία μιας μεγάλης φωνής και μιας ορχήστρας, ανακαλύπτουν ότι τα συναισθήματα που εκφράζει η όπερα είναι απολύτως σύγχρονα.
Αν η όπερα παραμείνει πιστή στην ανθρώπινη αλήθεια και ταυτόχρονα βρει έναν ανοιχτό, σύγχρονο τρόπο να απευθυνθεί στο κοινό της, δεν έχει να φοβηθεί τίποτα. Η ανανέωση της ταυτότητάς της και της σχέσης της με τον άνθρωπο δεν προκύπτει από την άρνηση της παράδοσης, αλλά από τη δημιουργική συνομιλία μαζί της.
Όπερα • Αναβίωση • Αφιέρωμα στον Νίκο Σ. Πετρόπουλο
Τραβιάτα – Τζουζέππε Βέρντι
18, 19, 21, 23, 24, 26, 28, 30, 31 Ιουλίου 2026
Ώρα έναρξης: 20.00
Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος Εθνικής Λυρικής Σκηνής – Κέντρο Πολιτισμού Ίδρυμα Σταύρος Νιάρχος
Μουσική διεύθυνση: Λουκάς Καρυτινός
Σκηνοθεσία, σκηνικά, κοστούμια, φωτισμοί: Νίκος Σ. Πετρόπουλος
Αναβίωση σκηνοθεσίας: Ίων Κεσούλης
Χορογραφία: Δήμητρα Σβήγκου
Αναβίωση φωτισμών: Χρήστος Τζιόγκας
Διεύθυνση χορωδίας: Αγαθάγγελος Γεωργακάτος
Διεύθυνση μπάντας: Κάτια Μολφέση
Βιολέττα Βαλερύ: Βασιλική Καραγιάννη (18, 21, 24, 28, 31 Ιουλ.) / Δήμητρα Κωτίδου (19, 23, 26, 30 Ιουλ.)
Φλόρα Μπερβουά: Μαρισία Παπαλεξίου (18, 21, 24, 28, 31 Ιουλ.) / Χρυσάνθη Σπιτάδη (19, 23, 26, 30 Ιουλ.)
Αννίνα: Τζούλια Σουγλάκου (18, 21, 24, 28 Ιουλ.) / Σοφία Κυανίδου (19, 23, 26, 30, 31 Ιουλ.)
Αλφρέντο Ζερμόν: Γιάννης Χριστόπουλος (18, 21, 24, 28, 31 Ιουλ.) / Κωνσταντίνος Κληρονόμος (19, 23, 26, 30 Ιουλ.)
Τζόρτζιο Ζερμόν: Τάσης Χριστογιαννόπουλος (18, 21, 24, 28 Ιουλ.) / Διονύσης Σούρμπης (19, 23, 26, 30, 31 Ιουλ.)
Γκαστόνε: Γιάννης Καλύβας (18, 21, 24, 28 Ιουλ.) / Νικόλας Μαραζιώτης (19, 23, 26, 30, 31 Ιουλ.)
Βαρόνος Ντουφόλ: Μαξίμ Κλονόφσκι (18, 21, 24, 28 Ιουλ.) / Χρήστος Ραμμόπουλος (19, 23, 26, 30, 31 Ιουλ.)
Μαρκήσιος του Ομπινύ: Νίκος Κοτενίδης (18, 21, 24, 28, 31 Ιουλ.) / Σωτήρης Τριάντης (19, 23, 26, 30 Ιουλ.)
Δόκτωρ Γκρανβίλ: Μάριος Σαραντίδης (18, 21, 24, 28 Ιουλ.) / Γιώργος Παπαδημητρίου (19, 23, 26, 30, 31 Ιουλ.)
Τζουζέππε: Νίκος Κατσιγιάννης (18, 21, 24, 28 Ιουλ.) / Αντώνης Αντωνιάδης (19, 23, 26, 30, 31 Ιουλ.)
Οικονόμος / Μαντατοφόρος: Ιωάννης Κοντέλλης (18, 21, 24, 28 Ιουλ.) / Βασίλης Δημακόπουλος (19, 23, 26, 30, 31 Ιουλ.)
Με την Ορχήστρα, τη Χορωδία και το Μπαλέτο της Εθνικής Λυρικής Σκηνής
Τα εισιτήρια για τις οκτώ πρώτες παραστάσεις έχουν εξαντληθεί. Η προπώληση για την επιπλέον παράσταση της 31ης Ιουλίου 2026 ξεκινά την Παρασκευή 17/7 στις 12.00, από τα Ταμεία της ΕΛΣ (2130885700 | καθημερινά 9.00-21.00) και την www.ticketservices.gr.
Τιμές εισιτηρίων: €15, €20, €35, €40, €50, €55, €60, €80 | Φοιτητικό, παιδικό: €15 | Περιορισμένης ορατότητας: €10
Προπώληση: Ταμεία ΕΛΣ, ΚΠΙΣΝ (καθημερινά 9.00-21.00 | τηλ.: 2130885700) & ticketservices.gr