Πήγαμε Τήνο με οδηγό ένα “Αόρατο Νήμα”: Τέχνη και γεύσεις στο χωριό Αγάπι
Διαβάζεται σε 14'
Στο ήσυχο χωριό Αγάπι της Τήνου, ακολουθήσαμε το Αόρατο Νήμα μιας έκθεσης εμπνευσμένης από τον Ίταλο Καλβίνο και ακούσαμε τους ανθρώπους του νησιού να μιλούν για το μέλλον.
- 22 Οκτωβρίου 2026 06:25
Δεν έχουμε συχνά την ευκαιρία να συνδυάσουμε ένα ταξίδι με τέχνη, καλό φαγητό και κουβέντες με τους ανθρώπους ενός τόπου για όλα όσα τους απασχολούν. Στην Τήνο, το Σαββατοκύριακο 17 και 18 Οκτωβρίου, το «Αόρατο Νήμα υφαίνει» της ΝΩΜΩ μάς έδωσε την τέλεια αφορμή. Περπατήσαμε στο Αγάπι, ένα χωριό στην καταπράσινη ενδοχώρα της Τήνου, αναζητώντας έργα τέχνης στο παλιό σχολείο, στο ξωκλήσι της Αγίας Σοφίας και στον νερόμυλο. Καθίσαμε σε τραπέζια στρωμένα με τοπικά προϊόντα και ακούσαμε συζητήσεις για τη ζωή στο νησί και το μέλλον των ντόπιων παραγωγών.
Η εικαστική έκθεση, σε επιμέλεια της καλλιτέχνιδας Ελένης Γλύνη, ήταν ο βασικός λόγος του ταξιδιού μας. Στις συζητήσεις που την πλαισίωναν, όμως, αναγνωρίσαμε αγωνίες που μας αφορούν και ως επισκέπτες. Γιατί κάθε φορά που επιστρέφουμε σε έναν αγαπημένο προορισμό ή στον τόπο της καταγωγής μας, ψάχνουμε γεύσεις, εικόνες και μυρωδιές που θυμόμαστε και αγαπήσαμε. Και όλο και κάτι έχει αλλάξει ή… λείπει.
Οι “Αόρατες Πόλεις” στο Αγάπι
Η ΝΩΜΩ ΑμΚΕ, που ίδρυσαν το 2021 η εικαστικός Αλεξάνδρα Γρυπάρη και η αναλύτρια Σοφία Ζησίμου, έχει αναπτύξει στην Τήνο δράσεις γύρω από τις παραδοσιακές τέχνες και τη σύγχρονη δημιουργία. Στο «Αόρατο Νήμα υφαίνει», που διαρκεί έως τις 25 Οκτωβρίου, η έννοια της φροντίδας αποτελεί την κοινή αφετηρία της έκθεσης και των παράλληλων συναντήσεων.
Οι φετινές δράσεις φιλοξενούνται στο χωριό Αγάπι, χτισμένο στην αρχή της κοιλάδας που καταλήγει στην πεδιάδα της Κώμης. Σύμφωνα με ιστορική αναφορά, κατά τον Μεσαίωνα λεγόταν Πέρασμα, καθώς από εδώ περνούσε ο δρόμος προς την τότε πρωτεύουσα του νησιού. Σήμερα, η έκθεση μας καλεί να το περπατήσουμε, με αφετηρία και έμπνευση τις «Αόρατες Πόλεις» του Ίταλο Καλβίνο – σαν να είναι και το ίδιο το χωριό μια αόρατη πόλη.
«Με απασχόλησε η ιδέα ότι ένας τόπος δεν εξαντλείται σε όσα βλέπουμε, αλλά διαμορφώνεται και από τις μνήμες, τις προσδοκίες και τις εμπειρίες μας», εξηγεί η Ελένη Γλύνη στο NEWS 24/7. Η επιμελήτρια ήθελε να φέρει τη σύγχρονη τέχνη σε χώρους που διατηρούν τα ίχνη των παλιότερων χρήσεών τους. Κάθε έργο κρατά τη δική του γλώσσα, ενώ το περπάτημα από τη μία στάση στην άλλη γίνεται μέρος της εμπειρίας. Φτάνοντας στον νερόμυλο, έχουμε ήδη μαζί μας τις εικόνες και τις εντυπώσεις από το σχολείο. Και τελικά είναι ο ίδιος ο επισκέπτης, που με κάθε βήμα υφαίνει τους συσχετισμούς ανάμεσα στα έργα, στα κτίσματα και στις μνήμες.
Από το παλιό σχολείο στο ξωκλήσι της Αγίας Σοφίας
Τα έργα ταξίδεψαν στο Αγάπι με αφετηρία τις «Αόρατες Πόλεις», όμως η θέση τους στους χώρους δεν βρέθηκε άκοπα. «Η εγκατάσταση των έργων δεν ήταν απλώς η εφαρμογή ενός αρχικού σχεδιασμού, αλλά μια διαδικασία παρατήρησης και ανακάλυψης. Τα έργα και οι χώροι διαμόρφωναν σταδιακά τη μεταξύ τους σχέση, αποκαλύπτοντας δυνατότητες που δεν θα μπορούσαν να έχουν προβλεφθεί από την αρχή. Με έναν τρόπο, τα ίδια τα έργα διεκδίκησαν τη θέση τους.» μας λέει η Ελένη Γλύνη.
Στο παλιό σχολείο, βλέπουμε πρώτα τον πίνακά της «Ξυλότυπος για μια πόλη. Τρεις στιγμές μιας ανύψωσης». Απεικονίζει μια ξύλινη κατασκευή σε τρία διαδοχικά στάδια, με μικρούς θαλάμους στην κορυφή, σαν παρατηρητήρια ή καταφύγια. Τα συνοδευτικά σχέδια με δοκούς, σκάλες και στηρίγματα θυμίζουν οδηγίες συναρμολόγησης μιας πόλης που περιμένει να πάρει μορφή, όπως οι πόλεις του Καλβίνο που γεννιούνται από μνήμες και επιθυμίες.
Στο «Κατοικώντας στο Κενό» του Δημήτρη Σκαλκώτου, μικρές ανθρώπινες μορφές κατοικούν ένα μεταλλικό πλέγμα ανάμεσα σε φυσικούς όγκους. Αφετηρία του έργου είναι η Οκτάβια του Καλβίνο και η εύθραυστη ισορροπία της. Στην «Όρθια φιγούρα» του Εμμανουήλ Μπιτσάκη, δύο πόδια εμφανίζονται πάνω από ένα αρχιτεκτονικό τοπίο, με το κενό ανάμεσα στα κτίρια να οδηγεί το βλέμμα σε ένα έρημο βάθος.
Οι μορφές στο «Serviam» του Νίκου Ποδιά προέρχονται από το φωτογραφικό αρχείο της Παλαιάς Μονής των Ουρσουλινών στα Λουτρά της Τήνου. Κατά την εγκατάσταση, όπως θυμάται η επιμελήτρια, αφαιρέθηκε μια κατασκευή από τον τοίχο του σχολείου και πίσω της έμεινε ένα κιτρινωπό σημάδι. Η απόχρωσή του, μαζί με τη φθορά του τοίχου, ταίριαξε απρόσμενα με τις εικόνες. Οι μορφές έμοιαζαν «σαν να ανήκαν εξαρχής στο περιβάλλον του σχολείου».
Στο «Φλαμανδικό Όνειρο VII: “Αναζητώντας τον Χανς”» του Δημήτρη Αναστασίου, θυμηθήκαμε τη φράση που συνοδεύει τη σύνθεση: «Κάποιος ονειρεύεται μια άλλη πόλη, μια πόλη ονειρεύεται κάποιον άλλο». Ο Λευτέρης Ναύτης συνδυάζει μάρμαρο, μέταλλο, δέρμα, ξύλο και νήμα στο «Χρόνος, από μηχανής και το Λάλον ύδωρ», ενώ στο σχολείο παρουσιάζονται επίσης έργα της Αλεξάνδρας Γρυπάρη, του Γιάννη Ευθυμίου και του Αχιλλέα Παπακώστα.
Βγαίνοντας, πήραμε τον δρόμο προς το ξωκλήσι της Αγίας Σοφίας. Καθώς ανεβαίναμε, το βλέμμα ταξίδεψε ελεύθερα στην απέναντι πλαγιά. Εδώ συναντήσαμε το «ΑΩ, Άγγελος Κυρίου» του Αλέκου Κυραρίνη και την «Κοσμική Προσευχή» του Αλέξανδρου Λάιου. Απέναντι στον άγγελο, με τον σταυρό και τα γράμματα Α και Ω, το έργο του Λάιου θυμίζει κερί ή φλόγα, φτιαγμένη από επινικελωμένο μπρούντζο, αλουμίνιο, φίλτρα φωτισμού και έγχρωμο καθρέφτη.
Για να βρει αυτό το μεταλλικό κερί τη θέση του, χρειάστηκαν δοκιμές. Η Γλύνη περιγράφει τη διαδικασία ως μια διαπραγμάτευση ανάμεσα στο έργο και στο ξωκλήσι, «μέχρι να βρεθεί μια θέση που έμοιαζε να του ανήκει». Για τον Λάιο, η προσευχή είναι μια ανθρώπινη χειρονομία απέναντι σε κάτι που μας ξεπερνά, είτε το ονομάζουμε θείο, φύση, φως ή σύμπαν. Μέσα στην παλιά εκκλησία, αυτή η σχέση αποκτά, όπως σημειώνει, μεγαλύτερη ένταση.
Ο νερόμυλος μας ξάφνιασε
Μέχρι τον νερόμυλο είχαμε αρκετό περπάτημα ακόμη. Ο καιρός ήταν βροχερός και όσο προχωρούσαμε μπαίναμε βαθύτερα στη φύση. Πόσο διαφορετική θα ήταν η ίδια διαδρομή κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο, σε διαφορετικές στιγμές της ημέρας; Ο νερόμυλος μας ξάφνιασε γιατί το κτίριο στην τωρινή του μορφή μοιάζει πιο πολύ με σπίτι. Η εγκατάσταση των έργων, μας λέει η Γλύνη, εξελίχθηκε σε μια διαδικασία γνωριμίας με τις ιδιαιτερότητες του χώρου.
Στο «Άτιτλο (Μπλε Τήνος)», η Μάρω Φασουλή παρεμβαίνει με συνθετική κλωστή και ακρυλικό σπρέι πάνω σε ένα παραδοσιακό χειροποίητο μάλλινο χαλί. Στον «Ήλιο» του Κωνσταντίνου Λαδιανού, χρυσά σιρίτια και μεταλλικές παγιέτες σχηματίζουν τη μορφή πάνω σε βαμβακερό σατέν.
Ο «Αντίλαλος» του Δημήτρη Σκαλκώτου μάς έκανε να ψάξουμε πιο προσεκτικά. Το υπερμεγέθες περιστέρι από γυαλισμένο ανοξείδωτο χάλυβα καθρέφτιζε όσα βρίσκονταν γύρω του και σχεδόν χανόταν μέσα στον περιβάλλοντα χώρο. Ο καλλιτέχνης συνδέει το έργο με τη Δέσποινα του Καλβίνο, μια πόλη που αλλάζει ανάλογα με εκείνον που την πλησιάζει. Ο καμηλιέρης βλέπει στην όψη της ένα πλοίο που θα τον πάρει μακριά, ενώ ο ναυτικός φαντάζεται μια καμήλα που θα τον οδηγήσει στη στεριά.
Η μορφή του περιστεριού παραπέμπει και στους περιστεριώνες της Τήνου. Με το φως, όμως, μεταμορφώνεται. Η επιμελήτρια μάς περιγράφει τη νυχτερινή του όψη, όταν ο φωτισμός δημιουργεί μια μεγάλη μαύρη σκιά. «…σαν να μεταμορφώνεται από την κατακερματισμένη, αντανακλαστική μορφή της ημέρας σε μια σκοτεινή, καθαρά σχηματισμένη κι όμως σχεδόν άυλη φιγούρα. Το έργο μοιάζει να αποκτά μια δεύτερη ζωή, διαφορετική από εκείνη που γνωρίζουμε στο φως». Μια αφορμή να επιστρέψεις στο ίδιο σημείο και να προσέξεις κάτι που σου είχε ξεφύγει.
Οι άνθρωποι
Οι κάτοικοι βοήθησαν στην προετοιμασία της έκθεσης, άνοιξαν τους χώρους του χωριού και βρέθηκαν στα εγκαίνια και στις ομιλίες. «Μας άνοιξαν τις πόρτες τους και μας επέτρεψαν να γνωρίσουμε τον τόπο μέσα από τη δική τους καθημερινότητα», λέει η επιμελήτρια.
Αυτή η καθημερινότητα, με τις δυσκολίες της, βρέθηκε στο επίκεντρο της συζήτησης «Γη» το απόγευμα του Σαββάτου, με συντονιστή τον συντάκτη γαστρονομίας Χάρη Τζαννή. Ο γεωπόνος και ερευνητής Ροίκος Θανόπουλος, ο σεφ Αντώνης Ψάλτης, ο αγρότης Νίκος Αλβέρτης και άνθρωποι της τοπικής παραγωγής μίλησαν για το τι χρειάζεται ώστε να συνεχίσουν να καλλιεργούν και να παράγουν στο νησί.
Η Ιωάννα Τζαβάρα, από τη Διεύθυνση Νεότερης Πολιτιστικής Κληρονομιάς του Υπουργείου Πολιτισμού, μας υπενθύμισε ότι η κυκλαδίτικη τυροκομική παράδοση διεκδικεί την εγγραφή της στον Αντιπροσωπευτικό Κατάλογο Άυλης Πολιτιστικής Κληρονομιάς της Ανθρωπότητας της UNESCO. Η υποψηφιότητα αφορά τις γνώσεις και τις τεχνικές της τυροκομίας και τη μετάδοσή τους. Ο φάκελος υποβλήθηκε τον Μάρτιο του 2024 και η απόφαση αναμένεται στη συνεδρίαση της Επιτροπής, από τις 30 Νοεμβρίου έως τις 5 Δεκεμβρίου 2026, στη Σιαμέν της Κίνας.
Ο συγγραφέας και συνεργάτης του περιοδικού “Γαστρονόμος” Δημήτρης Ρουσουνέλος έφερε την κουβέντα στον κτηνοτρόφο που βρίσκεται δίπλα στα ζώα του 365 ημέρες τον χρόνο. Στον νέο άνθρωπο που καλείται να αναλάβει αυτή τη δέσμευση, με την πίεση των μεσαζόντων και τη δυσκολία να εξασφαλίσει χρηματοδότηση.
Τις ίδιες δυσκολίες είχαμε συζητήσει νωρίτερα στο εστιατόριο «Ήταν ένα μικρό καράβι», φιλοξενούμενοι του σεφ Αντώνη Ψάλτη, με τον Ρ.Θανόπουλο, συνεπιμελητή της έκδοσης «Γεωργικός Πολιτισμός της Τήνου». Αλλά και στο Παραδοσιακό Τυροκομείο Μανταλένα, που βρίσκεται στο χωριό Κέχρος, με τον τυροκόμο 4ης γενιάς Λορέντζο Βιδάλη.
Την Κυριακή, η συζήτηση «Άνθρωπος», με συντονιστές τον Νίκο Γκίζη και τον Μάρκο Παλαμάρη, συνέδεσε τις πρακτικές συντήρησης της τροφής στο τηνιακό σπίτι με την cucina povera της Καμπανίας. Στο “Ξένο τραπέζι”, ο Ιταλός σεφ Raffaele Licinio, του εστιατορίου Lira στην Πομπηία, παρουσίασε ένα μενού βασισμένο στη λογική αυτής της κουζίνας: απλά υλικά, αξιοποιημένα χωρίς σπατάλη
Το δικαίωμα στον χειμώνα
Ο καλύτερος επίλογος του 48ωρου που περάσαμε στην Τήνο κρύβεται στα λόγια της Ελένης Γλύνη για τα όσα ελπίζει για το μέλλον του νησιού. Σημασία έχει να διατηρηθεί η σχέση με όσα έχουν διαμορφώσει το νησί: τη γη, το νερό, την αγροτική εργασία, την τεχνική γνώση και τη ζωή των χωριών. Οι ξερολιθιές, οι νερόμυλοι, οι περιστεριώνες και τα παλιά μονοπάτια δεν είναι απλώς στοιχεία ενός παραδοσιακού τοπίου. Κουβαλούν μια γνώση που γεννήθηκε μέσα από τη συνύπαρξη με τον άνεμο, την πέτρα, την έλλειψη νερού και τα όρια της γης.
«Αν όλα αυτά μετατραπούν σε τουριστικό προϊόν ή αποκοπούν από τη ζωή που τα δημιούργησε, το νησί κινδυνεύει να καταναλωθεί από την ίδια του την εικόνα», επισημαίνει. Ακόμη και ένα κτίσμα που μας ανήκει αποτελεί, όπως λέει, μέρος μιας κοινής κληρονομιάς που έχουμε την ευθύνη να παραδώσουμε στις επόμενες γενιές.
Σε αυτή τη σχέση με τον τόπο βλέπει και τη συμβολή πρωτοβουλιών όπως το «Αόρατο Νήμα υφαίνει» της ΝΩΜΩ. Μέσα από την τέχνη μπορούμε να προσέξουμε ξανά τους χώρους, την ιστορία και τα ίχνη της καθημερινής ζωής τους.
«Δεν ονειρεύομαι μια Τήνο ακίνητη. Οι τόποι είναι ζωντανοί και αναπόφευκτα αλλάζουν. Θα ήθελα, όμως, η Τήνος να διατηρήσει το μέτρο της και, κυρίως, τη δυνατότητα να θέτει όρια». Και καταλήγει: «Θα ήθελα η Τήνος να εξελίσσεται με τους δικούς της όρους και, πάνω απ’ όλα, να κρατήσει το δικαίωμά της στον χειμώνα: να παραμένει τόπος ζωής όλο τον χρόνο και όχι προϊόν μιας εποχής».
Info
«Αόρατο Νήμα υφαίνει» – ΝΩΜΩ
Στην έκθεση συμμετέχουν οι καλλιτέχνες: Δημήτρης Αναστασίου, Ελένη Γλύνη, Αλεξάνδρα Γρυπάρη, Γιάννης Ευθυμίου, Αλέκος Κυραρίνης, Κωνσταντίνος Λαδιανός, Αλέξανδρος Λάιος, Εμμανουήλ Μπιτσάκης, Λευτέρης Ναύτης, Αχιλλέας Παπακώστας, Νίκος Ποδιάς, Δημήτρης Σκαλκώτος, Μάρω Φασουλή.
Η έκθεση διαρκεί έως τις 25 Οκτωβρίου και λειτουργεί 11:00 έως 14:00 και 17:00 έως 20:00.