Οι Fontaines DC στο σταυροδρόμι “U2 ή Arctic Monkeys” έστριψαν προς Depeche Mode
Διαβάζεται σε 6'
Το review μας για το πολυαναμενόμενο πέμπτο άλμπουμ των Ιρλανδών, τον «δίσκο της χρονιάς» με το περισσότερο hype.
- 17 Οκτωβρίου 2026 08:15
Πέμπτη βράδυ, πριν δέκα μέρες, πολυκατάστημα στο κέντρο της Αθήνας. Στο καφέ του είναι προγραμματισμένη δημόσια προακρόαση του νέου, πέμπτου και, όπως θα καταλάβετε (όχι ότι χρειαζόταν κιόλας), πολυαναμενόμενου άλμπουμ των Fontaines DC.
«Από πότε είναι αυτή η εφημερίδα;» – στην εποχή του streaming υπάρχουν ακόμα γκρουπ και κυκλοφορίες που για χάρη τους διοργανώνονται τέτοια events, πόσο μάλλον στο κέντρο της πρωτεύουσας μιας χώρας που δεν είναι δα και η μεγαλύτερη αγορά του πλανήτη; Κι όχι μόνο συμβαίνουν αλλά η αίθουσα είναι και κατάμεστη, κατά βάση, από 20somethings ως ισχυρή ένδειξη που κάνει σοφόν το σαφές.
Οι Fontaines DC είναι η σημαντικότερη μπάντα της γενιάς της.
Και μάλλον η πιο ισχυρή indie μετοχή της μουσικής βιομηχανίας αυτήν την στιγμή.
Το crossover έχει ήδη συμβεί. Χτίστηκε βήμα βήμα και με τον σωστό τρόπο την τελευταία δεκαετία. Αρκεί μόνο, πάλι μένοντας στα καθ’ ημάς, να σκεφτείτε την πορεία των Δουβλινέζων από εκείνο το πρώτο χειμωνιάτικο βράδυ στην Death Disco το 2018, στα μεσημεροαπογευματινά slots στο Release των επόμενων χρόνων και την θριαμβευτική παρουσία τους ως headliners πλέον το καλοκαίρι του 2025 (…σε μια εμφάνιση που, ξέρω δεν είμαστε πολλοί σε αυτό το νησί αλλά, κάπως με απογοήτευσε).
Νέος δίσκος, όλα τα μάτια και τα φώτα στραμμένα πάνω τους. Θα πέσουν στη λακούβα των μεγάλων προσδοκιών ή θα ανανεώσουν τους όρκους πίστης και αγάπης με την όλο και πιο συμπαγή κοινότητα των fans τους;
Fontaines DC, Dopamine Chamber
(XL, 2026)
Όλοι μιλάνε για το «δύσκολο» δεύτερο άλμπουμ. Αλλά, αλήθεια ασχολείται κανείς με το αν έχεις ακόμα κάτι να πεις στο πέμπτο; Όταν όλοι περιμένουν στη γωνία να σου πουν ότι επαναλαμβάνεσαι, όταν έχει στερέψει το στοιχείο της έκπληξης, όταν οι fans έχουν χωριστεί στα δύο κλασικά στρατόπεδα: αυτών που ήταν εκεί από την αρχή και παρακολουθούν με επιφυλακτικό gatekeeping το μεγάλωμα του γκρουπ κι εκείνων που ήρθαν στην πορεία ακριβώς γιατί οι φιλόδοξες μπάντες νομοτελειακά κι αναπόφευκτα κάνουν αυτά που πρέπει για να πληθύνει το κοινό τους.
Οι Cure ξέφυγαν από το σκοτάδι διατυπώνοντας τη δική τους υπέροχη ποπ πρόταση αμέσως μετά την πρώτη πεντάδα δίσκων, οι New Order ξόρκισαν οριστικά το φάντασμα του Ian Curtis στο Low-Life (πέμπτο στη σειρά αν υπολογίσουμε και τα δύο Joy Division), οι Smiths το διέλυσαν στα τέσσερα άλμπουμ, οι δε Clash την εποχή του Combat Rock δίχαζαν ήδη το κοινό τους γιατί το φλερτ με την Αμερική και την disco τους είχε κάνει πιο «ραδιοφωνικούς». Οι Echo and the Bunnymen την πέμπτη φορά του μπήκαν στο στούντιο για το ομώνυμο του 1987 τώρα πια ξέρουμε ότι μάλλον είχαν αφήσει τα καλύτερα πίσω τους, οι U2 ύψωσαν δυσθεώρητα το μπόι τους με το The Joshua Tree του 1987 μπαίνοντας για τα καλά στην stadium φάση τους, οι Stone Roses «δυστυχώς φιλαρακια μου» έφτασαν μόνο μέχρι τη Δευτέρα Παρουσία τους, οι Blur στο πέμπτο ομώνυμο άλμπουμ τους εγκατέλειπαν τις μέρες της britpop και ήταν ένα βήμα πριν το αριστούργημά τους, οι Oasis στον πέμπτο δίσκο (μπορεί να) σκέφτονταν ήδη το reunion, ενώ μετά το AM οι Arctic Monkeys χαμήλωσαν εντυπωσιακά τους τόνους. [Οι Radiohead παίζουν εκτός συναγωνισμού σε αυτή τη λίστα, κανείς ποτέ δεν έχει αλλάξει το δέρμα του όσο αυτοί]
Υπάρχει κάποιο pattern; Ναι και όχι. Από τη μία, οι μπάντες σταδιακά χάνουν την πείνα και τα γκάζια των πρώτων ημερών, αλλά παράλληλα θέλουν και αν εξελίσσονται. Κι από την άλλη, η βιομηχανία όταν βρίσκει καινούρια κότα θέλει τα αβγά της να είναι όσο πιο χρυσά (δηλαδή καθαρά και μαζικά) γίνεται. Λίγο πολύ σε όλες τις παραπάνω περιπτώσεις, εκεί γύρω στο πέμπτο άλμπουμ – εκεί γύρω στο συμπλήρωμα της πρώτης δεκαετίας ζωής τους, τα γκρουπ έχουν καταλάβει πια ότι έχουν αλλάξει πίστα.
Το έχουν καταλάβει φυσικά και οι Fontaines. Είναι πια headliners παντού, το τυράκι της νέας τους δουλειάς είναι μια συνεργασία με τη Rosalía (που υπέγραψε το αντίστοιχο σε hype άλμπουμ της περασμένης χρονιάς), ο Grian Chatten που της απαντά “so care less” (ή “so careless”;) στο “I could care less” του viral κομματιού “Where Is Gone?” είναι πια σταρ.
Το Dopamine Chamber είναι το άλμπουμ που τους ανοίγει διάπλατα την πόρτα των σταδίων. Όχι μόνο λόγω της έκρηξης της δημοφιλίας τους – αυτήν την καταλάβαμε στο αμέσως προηγούμενο και πολυπλατινένιο Romance (2024) με τη γυαλιστερή παραγωγή και την πολύχρωμη αισθητική γλώσσα. Αλλά κι επειδή, όσο κι αν προσπαθούν να διατηρήσουν την gloomy διάθεσή τους – αλίμονο, ακόμα Ιρλανδοί είναι οι άνθρωποι – τα τραγούδια είναι ανθεμικά, προορισμένα για μεγάλα sing-a-longs σε μεγάλες περιοδείες σε μεγάλα venues. Η παραγωγή του James Ford
Ξεχάστε το αιχμηρό ποστ πανκ των δύο πρώτων δίσκων, τα παιδιά μεγάλωσαν. Ξεχάστε και την χρυσή τομή που βρήκαν στο τρίτο και (νομίζω καλύτερό τους ως τώρα) Skinty Fia. Οι Fontaines DC, λίγο μετά τα 30 (όλοι τους είναι 31-33 ετών), βρίσκονται στο σταυροδρόμι μεταξύ U2 και Arctic Monkeys. Ή θα περάσουν στην αμέσως επόμενη πίστα και θα γίνουν mega (…που λέει και μια ψυχή από το Μάντσεστερ που αυτές τις μέρες τσακώνεται στο Twitter για τη Σίτι) όπως οι συμπατριώτες τους Bono and co. Ή θα φρενάρουν και θα προσπαθήσουν να γίνουν πιο ενήλικοι όπως αποπειράθηκαν οι Arctic Monkeys στα δύο τελευταία τους (κατά τη γνώμη μου, με αξιοσημείωτη καλλιτεχνική επιτυχία αλλά θυσιάζοντας παράλληλα ένα κομμάτι του πυρηνικού κοινού τους που δεν ψήθηκε καθόλου).
Αυτή η διάθεση, αυτό το δίλημμα είναι πολύ φανερό στο Dopamine Chamber. Και ο τρόπος να το ντριμπλάρουν οι Fontaines DC και να μην δώσουν ξεκάθαρη απάντηση είναι να μην πάνε ούτε στη μία ούτε στην άλλη πλευρά. Αλλά, να στρίψουν προς τους Depeche Mode.