Εχει καταλάβει κανείς τι θέλει να πει ο ΣΥΡΙΖΑ;
24MEDIA CREATIVE TEAM
ΛΑ ΓΚΡΕΚΑ ΜΠΕΛΕΤΣΑ

Εχει καταλάβει κανείς τι θέλει να πει ο ΣΥΡΙΖΑ;

Η αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ είναι αντανακλαστική αλλά κάποια στιγμή θα πρέπει να μας εξηγήσει γιατί πρέπει να τον ψηφίσουμε.

Όταν κάποια στιγμή θα πάμε στις κάλπες να ξαναψηφίσουμε, είτε αυτό είναι το προσεχές φθινόπωρο όπως όλοι διαψεύδουν (άρα παίζει;) είτε είναι στο τέλος της τετραετίας όπως σήμερα μοιάζει απίθανο, η ΝΔ κι ο Κυριάκος Μητσοτάκης θα απαντήσουν στην όποια συνολική κριτική λέγοντας ότι ήθελαν να εφαρμόσουν «μεταρρυθμιστική ατζέντα» (θα έχουν και το σχέδιο «Ελλάδα 2.0» κάπου πρόχειρο), αλλά τους φρέναρε η πρωτοφανής συνθήκη της πανδημίας. Και θα έχουν δίκιο. Λίγο πάνω, λίγο κάτω, όσο δίκιο είχε ο ΣΥΡΙΖΑ όταν έλεγε στο τέλος της δικής του διακυβέρνησης ότι δεν μπόρεσε να εφαρμόσει «αριστερή πολιτική» επειδή αναγκάστηκε να τηρήσει μνημονιακές υποχρεώσεις.

Υπάρχουν πολλές όψεις της αλήθειας, οι πολιτικοί διαλέγουν πάντα την πιο βολική.

Ποιος να το περίμενε άλλωστε εκείνο το πρώτο δραματικό εξάμηνο της διαπραγμάτευσης ότι θα κατέληγε η «έξοδος από τα Μνημόνια» να αποτελεί το βασικό πετράδι στο πρωθυπουργικό στέμμα του Αλέξη Τσίπρα; Μάλλον κανείς. Γι΄αυτό κι ο ΣΥΡΙΖΑ δεν απέφυγε τη μοίρα των κυβερνήσεων της περιόδου 2010-2019. Όλες πλήρωσαν το τίμημα μιας σκληρής -ίσως παράλογης- δημοσιονομικής πολιτικής που προκάλεσε φτωχοποίηση, κοινωνική ένταση κι έκανε την κρίση «νέα πραγματικότητα». Καμία δεν ανανέωσε την επιβράβευσή της δεύτερη φορά στις κάλπες. Κι αν για το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου και τη ΝΔ του Αντώνη Σαμαρά αυτό έμοιαζε και λίγο με μεταπολιτευτική νομοτέλεια, για τον ΣΥΡΙΖΑ που μπήκε σφήνα ανάμεσά τους ως ο νέος πόλος του δικομματισμού, η ήττα συνοδεύτηκε με ένα πολύ βαρύ πλήγμα αξιοπιστίας. Θέλετε η προσγείωση από τις προεκλογικές υποσχέσεις στην πραγματικότητα της διακυβέρνησης, θέλετε οι περίφημες και πολυσυζητημένες αριστερές «αυταπάτες», θέλετε η λυσσαλέα αντιπολίτευση (τόσο από τη ΝΔ, αλλά κυρίως από τη συντριπτική πλειοψηφία των μίντια); Όλα μαζί στο μπλέντερ έφθειραν τον συναισθηματικό δεσμό όσων πίστεψαν έστω και συμβολικά στην «Πρώτη Φορά Αριστερά». Κι ο δεσμός αυτός, όχι αμελητέος (παρήγαγε κι ένα ΟΧΙ στο δημοψήφισμα), για πολλούς έσπασε κάπου στο Μάτι.

Ο ΣΥΡΙΖΑ ηττήθηκε σκληρά στις Ευρωεκλογές, αλλά πρόλαβε να μαζέψει τη διαφορά στις Βουλευτικές του 2019, επιβεβαιώνοντας με το 32% αυτό που πρώτα απ’ όλα πολλά από τα ίδια του τα στελέχη δε θέλουν να παραδεχθούν: ότι είναι πλέον ένα κόμμα εναλλαγής στην εξουσία. Κι αν δανειστούμε και μια ατάκα από μια ταινία μάλλον πολύ δημοφιλή στους ψηφοφόρους του, αυτήν την στιγμή μοιάζει περισσότερο «αρχηγικό κόμμα» απ’ ότι «κόμμα αρχών». Έχει ανεβάσει τους τόνους της πολιτικής αντιπαράθεσης με τις συνεχείς αφορμές που δίνει η ΝΔ στη διαχείριση της πανδημίας και με την πρωτοφανή αλλεργία της στην λογοδοσία. Αλλά, ακούγεται ως αξιωματική αντιπολίτευση που όσο περισσότερο φωνάζει, τόσο αποκαλύπτει ότι κινητοποιείται σχεδόν αποκλειστικά από το πολυχρησιμοποιημένο μαοϊκό ρητό «μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση». Ο ΣΥΡΙΖΑ ύστερα από παρατεταμένη μετεκλογική μελαγχολία και μια αμήχανη συναίνεση στο πρώτο κύμα, έχει ανέβει και πάλι στα κάγκελα. Δείχνει και πάλι μαχητικός όμως αυτή τη φορά δεν είναι άφθαρτος, έχει απέναντι του μια μερίδα του κόσμου που τον έχει αποθηκεύσει ως «μια από τα ίδια»/ «σας είδαμε κι εσάς».

(Έχουν πολυ ενδιαφέρον τα πολιτικά mind games: τα στελέχη της ΝΔ συνεχώς αφήνουν υπαινιγμούς ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα επιστρέψει στο 3%. Είναι το αντίστοιχο των ΣΥΡΙΖΑιων όταν επισημαίνουν το «ωστικό» κύμα αντικυβερνητικής δυσφορίας στα σόσιαλ μίντια. Κανόνας: Ακόμα κι αν αυτό που λες δεν έχει απόλυτη βάση, γίνεται σημαντικό όταν ξέρεις ότι είναι αυτό που φοβάται ο αντίπαλος).

Η αντιπολίτευση του ΣΥΡΙΖΑ είναι αντανακλαστική. Όχι προγραμματική (με την εξαίρεση της πρόσφατης παρέμβασης στην υγεία που ανοίγει μια συζήτηση). Της λείπει ο συνεκτικός δεσμός, ένα όραμα για το πώς φαντάζεται π.χ. την Ελλάδα του 2031. Αντλεί από το θυμικό της Αριστεράς όταν ξεσηκώνεται δικαίως για την αστυνομική αυθαιρεσία αλλά κατέθεσε και την τροπολογία Σπίρτζη για «μπόνους» στους αστυνομικούς (που τελικά αποσύρθηκε μετά από γενική εσωτερική κατακραυγή). Κάνει πατριωτική αντιπολίτευση στα ελληνοτουρκικά, αναιρώντας τον εαυτό του με τα 12 μίλια, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας διαβεβαίωσε πέρυσι ότι θα έκλεινε τα σύνορα στην κρίση του Έβρου. Ο ΣΥΡΙΖΑ τα βάζει με την υπαρκτή μιντιακή προπαγάνδα αλλά πέφτει και στη λακούβα με ιστορίες που αποδεικνύονται ανύπαρκτες όπως η πρόσφατη με τα self tests και την Siemens. Μιλάει για τη διαπλοκή που τον στήνει στον τοίχο και στοιχίζεται στην γραμμή του Ελληνικού. Προσπαθεί να συνδυάσει αυτό που αντιλαμβάνεται ως ρεαλισμό, ειδικά όσο μένει σταθερά 10+ μονάδες πίσω στις δημοσκοπήσεις, αναζητώντας συμμαχίες που η μία ακυρώνει την άλλη, θολώνοντας όλο και περισσότερο το ιδεολογικό του στίγμα.

Και, παράλληλα, έχει να αντιμετωπίσει, όπως όλα τα κόμματα, και τις εσωτερικές του τάσεις-αντιφάσεις. Με χαρακτηριστικό παράδειγμα, τη φουλ επίθεση Πολάκη αυτήν την εβδομάδα στη Βουλή που προκάλεσε τις αντιδράσεις Μπίστη-Κούλογλου-Φίλη. Είναι οι «προεδρικοί» (ή «καραβελιστές», σε ένα από τα καλύτερα ονόματα τάσης έβερ) που «πήραν την κυβέρνηση αλλά όχι την εξουσία» μαζί με την Κίνηση των 53+ που χτυπάει τα «αριστερά καμπανάκια» και το ενδιάμεσο Αριστερό Δίκτυο (αν υπάρχει ακόμα). Είναι οι «Πασοκογενείς» που ξέρουν πώς γίνεται η δουλειά, αλλά δε θα γίνουν ποτέ αποδεκτοί από την θερμόαιμη Νεολαία. Μα κι εντός των Πασοκογενών, είναι οι «εκσυγχρονιστές» και «οι παλιοί, οι ορθόδοξοι«. Αυτό το Συνέδριο που αναβλήθηκε λόγω κορoνοϊού θα είχε κάποιο ενδιαφέρον…

Την ίδια ώρα, μέσα στην πανδημία, η ΝΔ παρά τις εκκλήσεις του ΣΥΡΙΖΑ για νομοθετικό μορατόριουμ, αφήνει ηγεμονικά το στίγμα της. Στα εργασιακά, στη δημόσια τάξη, στην παιδεία. Αυτό το στίγμα δεν είναι και τόσο κέντρωο, όπως διαπιστώνει ένα κομμάτι της κοινωνίας που γοητεύθηκε προεκλογικά από τον Κυριάκο Μητσοτάκη (κι απογοητεύεται σταδιακά, όπως δείχνουν και οι μετρήσεις). Αυτό το κομμάτι ο Αλέξης Τσίπρας κι ο ΣΥΡΙΖΑ λαχταρούν να επαναπροσεγγίσουν. Με την περίφημη «διεύρυνση» και τις αναμενόμενες αναφορές στη «σοσιαλδημοκρατία», ολοταχώς «κεντροαριστερά». Αλλά, δεν ακούγεται παράδοξο να θες να ξαναχτίσεις την σχέση με τους «νοικοκυραίους», ενώ συνεχίζεις να τους αποκαλείς έτσι; Συμβαίνει, ίσως, γιατί στον ΣΥΡΙΖΑ έχουν μπερδευτεί όσο (κι όπως) έχουμε μπερδευτεί όλοι, σε όλον τον πλανήτη. Συγχέοντας αυτό που γενικά κι αόριστα προσδιορίζουμε κοινωνικά ως «μεσαία τάξη» με αυτό που πολιτικά έχουμε μάθει να θεωρούμε «κέντρο» και επιφανή «κρίσιμα» στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, όπως ο Ευκλείδης Τσακαλώτος, θεωρούν ότι πια δεν υφίσταται. Και ίσως να μην έχουν κι άδικο. Είναι μια κουβέντα που διεξάγεται παγκοσμίως. Ας πούμε, ο Τζο Μπάιντεν κέρδισε γιατί ήταν μετριοπαθής «κεντρώος» (και δε φόβισε όσο ο «αριστερός ριζοσπάστης» Μπέρνι Σάντερς) ή γιατί απλά η δύναμη της αρνητικής ψήφου στον Τραμπ αποδείχθηκε τεράστια;

Αλλά, δεν ακούγεται παράδοξο να θες να ξαναχτίσεις την σχέση με τους «νοικοκυραίους», ενώ συνεχίζεις να τους αποκαλείς έτσι; Συμβαίνει, ίσως, γιατί στον ΣΥΡΙΖΑ έχουν μπερδευτεί όσο (κι όπως) έχουμε μπερδευτεί όλοι, σε όλον τον πλανήτη.

Μήπως τελικά όλα ξεκινάνε από τα δημογραφικά; Το 39% του εκλογικού σώματος το 2019 ήταν άνω των 60 ετών, αν προσθέσουμε και το γκρουπ 42-59 ετών μας κάνει 7 στους 10 που πήγαν να ψηφίσουν. Η ΝΔ φαίνεται να έχει λύσει το θέμα απόλυτα κυνικά. Μοιάζει να έχει διαλέξει προσεκτικά που απευθύνεται π.χ. με το δόγμα «Νόμος και Τάξη», ίσως ακόμα και δαιμονοποιώντας τα απέναντι γκρουπ, βλέπε στοχοποίηση των «ανεύθυνων νέων» στην πανδημία. Μια στρατηγική Τραμπ που ενίοτε γεννά και τραμπισμό. Στο γκρουπ 18-24, στα παιδιά της κρίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ ακόμα προηγείται (το 40-18% του 2015 βέβαια μειωθηκε σε 38-30% το 2019, με βασικότερη αιτία την αποχή κι όχι τη μετακίνηση προς τα δεξιά). Παράλληλα, λοιπόν, με τις απαιτήσεις που υπάρχουν από ένα κόμμα που αυτοπροσδιορίζεται πια ως εκφραστής της «μεγάλης προοδευτικής παράταξης», ο ΣΥΡΙΖΑ έχει να πει κάτι χρήσιμο και φρέσκο πέρα από το τι ψήφιζαν ο Κολοκοτρώνης και ο Μακρυγιάννης; Μπορεί να στείλει ξανά τους νέους στην κάλπη;

Αν ναι, ίσως ο εκλογικός συσχετισμός ξαναγίνει ντέρμπι. Αν όχι, μάλλον θα χρειαστεί να αποφασίσει αν προτιμά να χάσει ως «ριζοσπαστική Αριστερά» ή «μετριοπαθές κέντρο»…

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Opinions, Αλέξης Τσίπρας, ΣΥ.ΡΙΖ.Α., Κυριάκος Μητσοτάκης, Ευκλείδης Τσακαλώτος, Νικόλαος Φίλης