Και στο τέλος την πληρώνει ο εργαζόμενος
AP PHOTO
ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΑ ΑΠΩΘΗΜΕΝΑ

Και στο τέλος την πληρώνει ο εργαζόμενος

Μέσα στην πανδημία φτάσαμε να συζητάμε για το ωράριο εργασίας. Γιατί, όμως συμβαίνει αυτό;

Δυστυχώς οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα αντί να διακατέχονται από ρεαλισμό, σκορπάνε τον περισσότερο χρόνο τους στην προσπάθεια να ικανοποιήσουν κάποια απωθημένα είτε δικά τους είτε μιας μικρής μερίδας ψηφοφόρων τους.

Μόνο από αυτή την οπτική μπορεί κανείς να ερμηνεύσει το νομοσχέδιο για τα εργασιακά που έρχεται σε ψήφιση στη Βουλή από τον Κωστή Χατζηδάκη. Ο αρμόδιος υπουργός μάλλον σε προφανή συζήτηση με το Μέγαρο Μαξίμου, έρχεται κάπως να κάνει ένα νεανικό του όνειρο πραγματικότητα: να μεταμορφώσει την χώρα σε μια σύγχρονη παραγωγική μηχανή εργατοωρών, έναν παράδεισο για κάθε εργοδότη που θέλει να θριαμβεύσει, για κάθε εργαζόμενο που θέλει να εκπληρώσει τ΄ όνειρό του να αυξήσει τις αποδοχές του, μακριά από αγκυλώσεις και προκαταλήψεις του παρελθόντος.

Όλα αυτά προφανώς με τη στήριξη του Κυριάκου Μητσοτάκη που ενώ στην αρχή προσπάθησε να οχυρώσει επιστημονικά τις δικές του θέσεις μέσα από την περίφημη επιτροπή Πισσαρίδη, τώρα φαίνεται ν’ αναλαμβάνει ο ίδιος το εγχείρημα μιας νέας χώρας, της “Ελλάδας 2.0”.

Όλα καλά μέχρι εδώ μ’ ένα όμως μικρό προβληματάκι. Το νομοσχέδιο για τα εργασιακά θα είχε κάποιο νόημα αν ψηφιζόταν πριν από 20 χρόνια, γιατί τώρα δεν απέχει πολύ από το να χαρακτηριστεί και ως κουταμάρα. Κρίμα και για τις υπερωρίες (sic) που έκαναν οι άνθρωποι για να το συγγράψουν.

Πριν από 20 χρόνια ο Πρωθυπουργός και ο υπουργός Εργασίας ήταν λίγο πάνω από τα τριάντά τους, σε μια Ελλάδα που έμπαινε με ορμή στην ΟΝΕ, διοργάνωνε Ολυμπιακούς, δανειζόταν φτηνά και ανέβαινε οριστικά, με φόρα και αισιοδοξία, στο τρένο της Ευρώπης. Τότε, αυτοί και οι συνομήλικοί τους, ορμώμενοι από τις αρχές της νεοφιλελεύθερης οικονομίας, μπουχτισμένοι από τις “παχιές αγελάδες” θα πίστευαν πώς μια απορρύθμιση της εργασίας θα έκανε την Ελλάδα να μοιάζει με τη Σιγκαπούρη και πώς κάπως έτσι θα φτάναμε αντί για πρωθυπουργό να έχουμε CEO που στο τέλος κάθε χρονιάς θα μοιράζει μερίσματα στους σκληρά εργαζόμενους πολίτες. Αυτή η φαντασίωση είχε κάποιο νόημα τότε. Φτηνή χώρα, σχετικά καλοί μισθοί, μεγάλος όγκος αποταμιεύσεων, υψηλό ποσοστό ιδιοκατοίκησης σε συνδυασμό με τις νέες συνθήκες, δημιουργούσαν ένα μείγμα που μπορούσες να πειραματιστείς. Το απωθημένο όμως έμεινε και μας βρήκε 20 χρόνια μετά.

Δεν ξέρω αν έχετε διαφορετική άποψη αλλά πιστεύω ότι για να ξεκινήσει κάποιος να γράφει ένα νομοσχέδιο, αυτό που επιζητά είναι να δώσει κάποιες απαντήσεις σε ερωτήματα-αιτήματα της εποχής. Το “θέλω να δουλεύω παραπάνω ώρες για παραπάνω λεφτά” είναι ένα αίτημα που μπορεί ν’ ακούσεις. Το “δουλεύω παραπάνω ώρες και δεν τις πληρώνομαι” επίσης. Το “δουλεύω πολύ, πληρώνομαι λίγο και όταν κάνω και παράπονο μου απαντάνε ότι υπάρχουν άλλοι 50 που περιμένουν για τη θέση”, θα λέγαμε ότι είναι και η νόρμα της εποχής. Όπως και το “δεν έχω δουλειά”. Το “θέλω να δουλεύω παραπάνω για να μαζεύω ώρες ρεπό”, ειλικρινά μόνο οι υψηλόμισθοι μπορεί να το ψιθυρίζουν και στη χώρα μας δεν έχουμε πολλούς.

Πέρα όμως, από το χιτάκι του νομοσχεδίου με το ωράριο όλη η λογική που το διακατέχει είναι σαν να μην περάσαμε δέκα χρόνια με μνημόνια. Δέκα χρόνια όπου η ανταγωνιστικότητα συνδεόταν αποκλειστικά με το μισθολογικό κόστος. Δέκα χρόνια που αν μη τι άλλο καταλάβαμε ότι η απορρύθμιση της εργασίας δε φτάνει για ν’ αυξήσεις την ανταγωνιστικότητά σου. Δέκα χρόνια που οι κατώτατοι μισθοί στον πάτο δεν προσέλκυσαν τους επενδυτές που περιμέναμε. Δέκα χρόνια που οι κατώτατοι μισθοί και η ανεργία “έδιωξαν” εκατοντάδες χιλιάδες νέους στο εξωτερικό. Σε αυτά τα δέκα χρόνια, θα έρθουν τώρα να προστεθούν και οι οικονομικές επιπτώσεις της πανδημίας. Ποια η απάντηση του Υπουργείου Εργασίας; Ωράρια λάστιχα και ιδιωτικά συμφωνητικά.

Ας είμαστε όμως καλόπιστοι και ας θέσουμε ορισμένα ερωτήματα.

Πώς το νέο νομοσχέδιο θα ρίξει το υψηλό ποσοστό ανεργίας στη χώρα μας;
Πώς αυτό το νομοσχέδιο θ’ αποτελέσει εφαλτήριο ώστε να επιτευχθεί το brain gain;
Ή πιο απλά, γιατί να γυρίσει κάποιος να δουλέψει στην Ελλάδα;
Πώς αυτό το νομοσχέδιο δημιουργεί μεγαλύτερη ασφάλεια στους εργαζόμενους στις υπηρεσίες;
Πώς ευνοεί τους εργαζόμενους στον τουρισμό, στην εστίαση και στο λιανεμπόριο που δουλεύουν σερί, χωρίς ρεπό;
Πώς η χώρα θα παρέχει και άλλες, πιο ακριβές υπηρεσίες, πέραν του τουρισμού και της εστίασης;
Πώς το νέο νομοσχέδιο δημιουργεί τελικα το αίσθημα της ασφάλειας σε όλους τους εργαζομένους;

Με την πανδημία, είμαστε πάλι μάρτυρες ενός παγκόσμιου φαινομένου: οι μεσαίοι και οι φτωχοί να γίνονται φτωχότεροι και οι πλούσιοι, πλουσιότεροι. Αν το θίξει κανείς αμέσως κατηγορείται ως λαϊκιστής. Αν είναι λαϊκισμός ν’ αναρωτιέσαι γιατί πρέπει αυτός που παίρνει 1000 ευρώ να πάει στα 800 και να δουλεύει και παραπάνω για να περάσει η “κρίση”, ε τότε τι να πω, ας γίνουμε όλοι λαϊκιστές.

Πριν από λίγες μέρες οι εργαζόμενοι της Amazon στην Αλαμπάμα ψήφισαν κατά της δημιουργίας σωματείου. Την ύπαρξη του σωματείου την υποστήριξε διακριτικά και ο Πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, Τζο Μπάιντεν. Η εταιρεία κέρδισε γιατί έταξε μεγαλύτερα προνόμια και γιατί είχε λεφτά να στηρίξει μια αντισυνδικαλιστική καμπάνια. Τα προνόμια μπορεί να πει κανείς είναι μια νίκη των εργαζομένων αλλά από την άλλη για άλλη μια φορά αποδεικνύεται ότι ο παλαιού τύπου συνδικαλισμός έχει πεθάνει. Η αριστερά αντί να το καταλάβει, σφυρίζει αδιάφορα επιμένοντας σε εργαλεία του παρελθόντος χάνοντας κάθε μέρα προς τα δεξιά και την άκρα δεξιά, το κατεξοχήν κοινό της.

Ο Κωστής Χατζηδάκης τελειώνει με τ’ απωθημένά του επειδή βρίσκει και τα κάνει. Υπάρχει κανείς να τον εμποδίσει;

Η φωτογραφία είναι από το 1932, από την οικοδομή του ξακουστού RCA στο Rockefeller Center. Ένας εργάτης ξαποσταίνει για μεσημέρι ακούγοντας ραδιόφωνο. Τότε που εργαζόμενος ήταν το ιστορικό υποκείμενο που έφερνε την πρόοδο. Πώς φτάσαμε σήμερα να πιστεύουμε ότι την ανακόπτει;
ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ: Opinions, Κωστής Χατζηδάκης, Υπουργείο Εργασίας, Κυριάκος Μητσοτάκης, Amazon, Μνημόνιο