Κινδυνεύει η ελευθερία της έκφρασης στo Facebook; BIRN

ΚΙΝΔΥΝΕΥΕΙ Η ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΤΗΣ ΕΚΦΡΑΣΗΣ ΣΤO FACEBOOK;

Περισσότεροι από δύο στους τρεις Έλληνες ενημερώνονται μέσω των κοινωνικών δικτύων, αψηφώντας τα παραδοσιακά μέσα μαζικής ενημέρωσης. Ωστόσο, αρκετοί πιστεύουν ότι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια νέα μορφή λογοκρισίας.

Τον Ιούνιο του 2020, ο Νίκος Σαραντάκος δημοσίευσε στο προφίλ του στο Facebook την τελευταία του ανάρτηση στο προσωπικό του blog, ένα σύντομο άρθρο για την ιστορία της λέξης «φράουλα».

Οι αναλύσεις του κ.Σαραντάκου για την ελληνική γλώσσα, όπως παραδείγματος χάριν για την ετυμολογία λέξεων που πέρασαν από την Ιλιάδα στη νέα ελληνική ή για την ιστορία της ελληνικής αργκό, έχουν συγκεντρώσει την προσοχή 12.800 ακολούθων στο Facebook, ενώ περίπου 230.000 χρήστες επισκέπτεται κάθε μήνα το blog του «Οι λέξεις έχουν τη δική τους ιστορία» .

Στην εποχή της παραπληροφόρησης και των «ψευδών ειδήσεων», ο 62χρονος κ. Σαραντάκος, ο οποίος ζει στο Λουξεμβούργο και εργάζεται ως μεταφραστής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, θεωρεί το ιστολόγιό του μια νησίδα επιστημονικής νηφαλιότητας σε έναν ωκεανό από θεωρίες συνωμοσίας που αφορούν την ελληνική γλώσσα και κατακλύζουν το ελληνικό διαδίκτυο.

Ωστόσο, την επομένη ημέρα της ανάρτησής του, όταν προσπάθησε να δημοσιεύσει στο Facebook την επόμενο άρθρο του σχετικά με τις τουρκικές ρίζες δύο ελληνικών λέξεων, έλαβε ένα απλό μήνυμα: «Δεν μπορείτε να δημοσιεύσετε αυτό το περιεχόμενο, γιατί αυτός ο σύνδεσμος παραβιάζει τους όρους της κοινότητας μας. Εάν πιστεύετε ότι δεν παραβιάζει τους όρους της κοινότητας μας, ενημερώστε μας».

Έκτοτε, ο κ.Σαραντάκος αδυνατεί να μοιραστεί μέσω Facebook τις αναρτήσεις του ιστολογίου του. Το μήνυμα που συνήθως λαμβάνει αναφέρει ότι τα άρθρα του παραβιάζουν τους κανόνες του Facebook. Το ίδιο ισχύει και για οποιονδήποτε άλλον χρήστη της πλατφόρμας προσπαθεί να τα μοιραστεί, με ορισμένα μάλιστα μηνύματα να αναφέρουν ότι ο συγκεκριμένος ιστότοπος ή το περιεχόμενό του έχει καταγγελθεί από άλλους χρήστες ως «προσβλητικός».

Ο κ.Σαραντάκος προσπάθησε να υποβάλει ένσταση σχετικά αυτή την ιδιότυπη τιμωρία, αλλά δεν έλαβε απάντηση. Μόνο εικασίες μπορεί να κάνει σχετικά με το σκεπτικό του Facebook. Οι αναρτήσεις του ιστολογίου του σπάνια περιλαμβάνουν κάτι περισσότερο από μια μικρή δόση πολιτικού σχολιασμού, ενώ ο ίδιος αφαιρεί προσεκτικά όσα σχόλια αναγνωστών θα μπορούσαν να θεωρηθούν προσβλητικά.

Η περίπτωση του κ.Σαραντάκου δεν είναι μοναδική. Αρκετοί χρήστες αισθάνονται οτι δέχονται άδικη μεταχείριση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναρωτώμενοι με ποια κριτήρια το Facebook και άλλες αντίστοιχες πλατφόρμες ρυθμίζουν τη ροή πληροφοριών και απόψεων. Στο επίκεντρο αυτής της συζήτησης βρίσκεται ο αντίκτυπός της επιρροής τους στη δημόσια σφαίρα, σε μια χώρα όπως η Ελλάδα όπου η εμπιστοσύνη στα παραδοσιακά μέσα είναι χαμηλή και ο αριθμός των ατόμων που χρησιμοποιούν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να ενημερωθούν είναι σχετικά υψηλός.

Αρκετοί φοβούνται ότι βρίσκονται αντιμέτωποι με μια νέα μορφή λογοκρισίας.

«Το Facebook είναι de facto μονοπώλιο», σχολιάζει ο κ. Σαραντάκος. «Δεν πρέπει να επιτρέπεται να έχει το ακαταλόγιστο, αφού αποφασίζει ποιος έχει πρόσβαση στη δημόσια σφαίρα».

Χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης στην τηλεόραση

Σε αντίθεση με αρκετές άλλες Bαλκανικές χώρες , το τοπίο των ελληνικών μέσων ενημέρωσης διατηρεί μια επίφαση πλουραλισμού. Ωστόσο, η συγκέντρωση ιδιοκτησίας στα χέρια ισχυρών επιχειρηματιών, οι οποίοι συχνά κατηγορούνται ότι επιδιώκουν πολιτική επιρροή, έχει συμβάλει σε ένα ανησυχητικά χαμηλό επίπεδο εμπιστοσύνης στα ΜΜΕ.

Σύμφωνα με την Έκθεση Ψηφιακών Ειδήσεων 2021 του Ινστιτούτου Reuters, το οποίο έχει έδρα την Οξφόρδη, περίπου ένας στους τρεις Έλληνες εμπιστεύεται τις ειδήσεις τις περισσότερες φορές, κάτι που φέρνει την Ελλάδα στα ίδια επίπεδα με τη Βουλγαρία και ψηλότερα μόνο από τη Γαλλία, τη Σλοβακία και την Ουγγαρία ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Μόλις ένας στους τέσσερις εκφράζει εμπιστοσύνη στα τηλεοπτικά δίκτυα, σύμφωνα με τη φετινή έρευνα του Ευρωβαρόμετρου, το χαμηλότερο ποσοστό στην Ε.Ε.

Ωστόσο, ενώ αρκετοί πολίτες απομακρύνονται από τις παραδοσιακές πηγές ενημέρωσης, το Ινστιτούτο Reuters διαπίστωσε ότι ο μέσος Έλληνας συμμετέχων στην έρευνα χρησιμοποιεί περισσότερες ψηφιακές πηγές ειδήσεων την εβδομάδα από όλες τις άλλες 46 χώρες του δείγματος, εκτός από την Κένυα. Περισσότερα από τα δύο τρίτα (69 τοις εκατό) ενημερώνονται μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ποσοστό πολύ υψηλότερο από τις υπόλοιπες χώρες.

Η Ελλάδα κατέλαβε την 70η θέση στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου για το 2021 που δημοσιεύεται από την ΜΚΟ Δημοσιογράφοι Χωρίς Σύνορα, πάνω μόνο από τη Μάλτα, τη Βουλγαρία και την Ουγγαρία μεταξύ των χωρών της Ε.Ε.

Τον περασμένο Μάρτιο, χρήστες του Twitter προσπάθησαν μέσω του hashtag «#boycottGreekMedia» να διαμαρτυρηθούν για τον τρόπο με τον οποίο πολλά παραδοσιακά ΜΜΕ κάλυψαν ένα περιστατικό αστυνομικής βίας στη Νέα Σμύρνη. Ιδιαίτερα οι νεότεροι έχουν απογοητευτεί με τα παραδοσιακά μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα οποία αντιλαμβάνονται ως μέρος ενός διεφθαρμένου συστήματος. Στα μάτια τους, τα κοινωνικά δίκτυα αποτελούν μία διέξοδο.

Ο πρωθυπουργός χώρας, από την άλλη, δεν κρύβει την περιφρόνησή του για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, χαρακτηρίζοντάς τα «απειλή για τη δημοκρατία» η οποία ενισχύει τη διάδοση ψευδών ειδήσεων.

Η δικηγόρος και διαπιστευμένη βοηθός στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κ. Αιμιλία Γιβροπούλου, μέλος της ελληνικής ΜΚΟ Homo Digitalis η οποία προωθεί τα ψηφιακά δικαιώματα, σχολιάζει ότι τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης έχουν εξαντλήσει την εμπιστοσύνη που απολάμβαναν κάποτε.

«Δεν θα εμπιστευόμουν τα μέσα ενημέρωσης, γιατί πολλοί ιδιοκτήτες τους ή οι οικογένειές τους συνδέονται με μέλη της κυβέρνησης ή τις οικογένειές τους», δήλωσε η κ. Γιβροπούλου. «Από εκεί προέρχεται η παραπληροφόρηση, όχι από έναν ψηφιακό χώρο που μοιάζει με δημόσια πλατεία χωριού όπου ο καθένας μπορεί να πει οτιδήποτε».

Μπορεί ωστόσο;

Ορατότης μηδέν

Όπως καταλαβαίνει κανείς από το όνομά της, η σατιρική σελίδα «Παρατηρητήριο Δεξιάς Παλινόρθωσης και Νεοφιλελεύθερης Παράκρουσης » πρόσκειται στην αριστερά και δεν κρύβει την αντίθεση της στην παρούσα κυβέρνηση.

Το 2019, μόλις λίγες μέρες πριν από τις τοπικές εκλογές και λίγες εβδομάδες πριν από τις βουλευτικές εκλογές, η σελίδα –η οποία έχει περισσότερους από 56.000 ακόλουθους– έλαβε την πρώτη της τιμωρία από το Facebook: άμεση μείωση της απήχησης (visibility) της στην πλατφόρμα, καθώς οι αναρτήσεις της σταμάτησαν να εμφανίζεται στο newsfeed των ακολούθων της.

Μία από τις διαχειριστές της σελίδας, η Ελένη [δεν είναι το πραγματικό της όνομα], περιέγραψε μια καφκική οδύσσεια προκειμένου να υποβάλλει ένσταση. Τελικά, κατάφερε να μιλήσει με κάποιον υπάλληλο του Facebook μέσω γνωστών της στην ελληνική τεχνολογική κοινότητα. Όπως έμαθε, η σελίδα είχε τιμωρηθεί για μια ανάρτηση δημοσιευμένη ένα χρόνο νωρίτερα που προωθούσε ένα νόμιμο φεστιβάλ σχετικά με την κάνναβη. Η ανάρτηση, σύμφωνα με το Facebook, παραβίαζε τους κανόνες του για περιεχόμενο που αφορά τα ναρκωτικά.

Η Ελένη δεν πείστηκε από αυτή την εξήγηση.

«Το είχαμε δημοσιεύσει πριν από ένα χρόνο, οπότε αμφιβάλλω ότι ήταν αλγόριθμος που το έπιασε», είπε η Ελένη στο BIRN. «Κάποιος τσέκαρε τις αναρτήσεις μου για να με τιμωρήσουν», υπέθεσε. «Όταν έλαβα την ειδοποίηση νόμιζα ότι κάποιος είχε παραβιάσει το λογαριασμό μου.»

Η επόμενη ποινή ήρθε τον Οκτώβριο του 2020 και ήταν πολύ πιο επώδυνη. Εκείνη την εποχή, η σελίδα τασσόταν υπερ της καταδίκης των ηγετών της Χρυσής Αυγής.

Όπως πολλές άλλες ελληνικές σελίδες, η σελίδα είδε την απήχηση της να μειώνεται από περίπου ένα εκατομμύριο προβολές την ημέρα σε μόλις 200.000.

Σύμφωνα με το Facebook, η τιμωρία αφορούσε δημοσίευση ψευδών ειδήσεων, ανεπιθύμητων μηνυμάτων ή/και μη συμμορφούμενου περιεχομένου, χωρίς αναφορά σε κάποια συγκεκριμένη ανάρτηση. Η πλέον σχετική παραβίαση σημειώθηκε στις 7 Οκτωβρίου 2020, την ημέρα που η ηγεσία της Χρυσής Αυγής κρίθηκε ένοχη. Όπως λέει η Ελένη, υποψιάζεται ότι δεν ήταν απλώς ένα λάθος του αλγορίθμου.

«Οι αλγόριθμοι μπορούν να διαβάζουν μόνο αναφορές και λέξεις κλειδιά», είπε. «Δεν υπήρχε λόγος αναφοράς της σελίδας και είμαστε πολύ προσεκτικοί για να αποφύγουμε τη δημοσίευση προσβλητικού περιεχομένου».

Η Ελένη και οι συνεργάτες της αναγκάστηκαν να καλέσουν απευθείας τους χρήστες του Facebook να ακολουθήσουν τη σελίδα προκειμένου αυτή να διατηρήσει την απήχηση της. Άλλοι απλώς τα παρατάνε, όπως λέει: «Αν δεν είσαι αφοσιωμένος και δεν έχεις χρόνο να αφιερώσεις, απλώς κλείνεις τη σελίδα σου».

Άλλες πηγές ανέφεραν ότι αρκετές σελίδες που πρόσκεινται στην αριστερά έλαβαν προειδοποιήσεις από το Facebook τον Δεκέμβριο του 2020. Κάποια από τα μηνύματα απειλούσαν τις εν λόγω σελίδες με κλείσιμο λόγω παραβίασης των κανόνων της πλατφόρμας (δεν ήταν δυνατή η επιβεβαίωση του συμβάντος). Το θέμα δημοσιοποιήθηκε και μετά από κατακραυγή από αρκετά μέσα μαζικής ενημέρωσης, το Facebook φάνηκε να κάνει πίσω.

“Περιστασιακά ενδέχεται να συμβούν λάθη”

Στο επίκεντρο των συζητήσεων σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης στο διαδίκτυο βρίσκεται ο ρόλος που παίζουν οι αλγόριθμοι και οι συντονιστές περιεχομένου (moderators) του Facebook και άλλων κοινωνικών δικτύων.

Κατά της διάρκεια της απεργίας πείνας του κ. Δημήτρη Κουφοντίνα στις αρχές του έτους, αρκετοί χρήστες της πλατφόρμας παραπονέθηκαν ότι οι λογαριασμοί τους στο Facebook είχαν δεχθεί ποινές, αφού δημοσίευσαν φωτογραφίες από συγκεντρώσεις υπέρ του κ. Κουφοντίνα, παρότι είχαν εκφράσει την υποστήριξή τους για τα δικαιώματά του ως φυλακισμένου, αλλά όχι για τη δράση του.

Σε δήλωση μέσω της εταιρείας δημοσίων σχέσεων με την οποία συνεργάζεται στην Ελλάδα, το Facebook ανέφερε ότι απαγορεύεται στην πλατφόρμα του «περιεχόμενο που επιδοκιμάζει ή υποστηρίζει τον κ. Κουφοντίνα και τις ενέργειές του», αλλά όχι περιεχόμενο που «αναφέρεται ουδέτερα» σε αυτόν, την απεργία πείνας ή τις διαμαρτυρίες που σχετίζονται με αυτήν.

Ωστόσο, στην ανακοίνωση της η εταιρεία παραδέχεται ότι τα συστήματα φιλτραρίσματος περιεχομένου που χρησιμοποιεί δεν είναι αλάνθαστα.

«Δεδομένου ότι πρόκειται για συστήματα, περιστασιακά ενδέχεται να συμβούν λάθη και περιεχόμενο που δεν παραβιάζει τις πολιτικές του Facebook να αφαιρεθεί, όπως συνέβη σε κάποιες περιπτώσεις στην προκειμένη», αναφέρει η ανακοίνωση. «Για αυτόν τον λόγο, έχει δημιουργηθεί μία διαδικασία προσφυγής, έτσι ώστε οι χρήστες να μπορούν να απευθυνθούν στο Facebook, όταν πιστεύουν ότι έχει γίνει κάποιο λάθος, έτσι ώστε το περιεχόμενο να επανεξεταστεί».

Το 2021, τέσσερις Έλληνες δημοσιογράφοι υπέβαλαν αίτηση ασφαλιστικών μέτρων κατά του Facebook, υποστηρίζοντας ότι οι κανόνες της πλατφόρμας ισοδυναμούν με μια μορφή λογοκρισίας που παραβιάζει τους ελληνικούς και διεθνείς νόμους και συμβάσεις για την ελευθερία του λόγου. Όπως υποστηρίζουν, οι κυρώσεις και οι περιορισμοί που τους επιβλήθηκαν από το Facebook ήταν πιθανότατα αποτέλεσμα πολιτικά καθοδηγούμενης ανθρώπινης παρέμβασης κι όχι αλγορίθμων.

Σύμφωνα με τα Facebook Papers, μια σειρά εσωτερικών εγγράφων της εταιρείας που δημοσιεύτηκαν από μια κοινοπραξία ειδησεογραφικών οργανισμών, το 87% του παγκόσμιου προϋπολογισμού του Facebook για την καταπολέμηση της παραπληροφόρησης ξοδεύεται στις ΗΠΑ, παρόλο που οι χρήστες που κατοικούν στη Βόρεια Αμερική αποτελούν μόλις το 10% των ενεργών χρηστών παγκοσμίως, σύμφωνα με έγγραφο που αναφέρεται σε σχετικό άρθρο των New York Times τον περασμένο Οκτώβριο.

Απαντώντας στο άρθρο των New York Times, ένας εκπρόσωπος του Facebook είπε ότι τα στοιχεία είναι ελλιπή και δεν περιλαμβάνουν συνεργάτες ελέγχου περιεχομένου (fact-checkers) της εταιρείας, οι περισσότεροι από τους οποίους βρίσκονται εκτός των ΗΠΑ.

Σύμφωνα με τον κ. Stefan Theil, νομικό και ερευνητή που ηγείται ενός προγράμματος του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης για την ελευθερία της έκφρασης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, λειτουργώντας σε πολλές διαφορετικές χώρες και αντίστοιχες έννομες τάξεις, το Facebook αντιμετωπίζει προβλήματα για τα οποία «είναι υπεύθυνο το ίδιο».

«Ένα {τέτοιο πρόβλημα} είναι ότι υπάρχει διαφωνία, όχι μόνο στην Ευρώπη αλλά παγκοσμίως, ως προς το τι αποτελεί αποδεκτό όριο στην ελευθερία της έκφρασης», δήλωσε ο κ.Theil. “Είναι σχετικό με την κουλτούρα {κάθε χώρας}».

«Κανείς δεν εξαναγκάζει το Facebook να λειτουργεί σε όλες αυτές τις διαφορετικές χώρες και γλώσσες», είπε. «Το να σηκώνει κανείς τα χέρια ψηλά και να λέει “Λοιπόν, αυτό [δηλ. ο έλεγχος περιεχομένου] είναι πολύ περίπλοκο για να γίνει καλά, και επομένως δεν πρόκειται να το κάνουμε καθόλου ή θα το κάνουμε άσχημα” – αυτή είναι μια απάντηση που ιστορικά δεν αποδεχόμαστε σαν κοινωνία».

Σχετικά με τους ισχυρισμούς ότι το Facebook συχνά υποκύπτει στις απαιτήσεις κυβερνήσεων προκειμένου να προστατεύσει τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες, ο Theil είπε: «Δεν γίνεται από τη μία πλευρά να ισχυρίζονται ότι αυτές οι αξίες [η ελευθερία του λόγου] είναι σημαντικές και στη συνέχεια να λογοκρίνουν εκ μέρους κυβερνήσεων. Η απάντηση θα πρέπει πιθανώς να είναι η απόσυρση τους από μια αγορά, εάν δεν μπορούν να λειτουργήσουν με τρόπο που συνάδει με τις αξίες τους. Δεδομένου ότι το Facebook και όλες αυτές οι εταιρείες δεν το κάνουν, πιστεύω ότι αυτές οι αξίες δεν είναι και τόσο σημαντικές για αυτούς.»

Το Facebook δεν είναι η μόνη πλατφόρμα που έχει προβλήματα με τους αλγόριθμους και τους συντονιστές περιεχομένου του.

Τον περασμένο Οκτώβριο, το Twitter ανακοίνωσε ότι σύμφωνα με έρευνα της εταιρείας οι αλγόριθμοι του ευνοούν tweets από δεξιόστροφα πολιτικά κόμματα και μέσα ενημέρωσης. Οι λόγοι για τους οποίους συμβαίνει αυτό δεν είναι εμφανείς, όπως εξήγησε η πλατφόρμα, ωστόσο υποσχέθηκε να τους διερευνήσει.

Το Facebook λέει ότι χρησιμοποιεί έναν συνδυασμό αναφορών χρηστών και τεχνολογικών μέσων για να εντοπίσει περιεχόμενο που παραβιάζει τους κανόνες του, καθώς και έναν συνδυασμό τεχνολογίας και «ανθρώπινης τεχνογνωσίας» για να εξετάσει περαιτέρω αυτό το περιεχόμενο.

Κατά τη διάρκεια της διαμάχης σχετικά με την απεργία πείνας του κ. Κουφοντίνα, αρκετοί από τους επικριτές της εταιρείας έστρεψαν τα βέλη τους στην Teleperformance, μια εταιρεία με έδρα το Παρίσι που εξειδικεύεται στην παροχή τεχνολογικών υπηρεσιών σε τρίτους, όπως τηλεπωλήσεις, εποπτεία περιεχομένου και εξυπηρέτηση πελατών.

Η ελληνική αντιπροσωπεία της εταιρείας έχει έδρα στο κέντρο της Αθήνας, όπου εργάζονται υπάλληλοι από όλο τον κόσμο. Η Teleperformance υποστηρίζει ότι οι ελληνόφωνοι συντονιστές περιεχομένου της εποπτεύουν αποκλειστικά διαφημίσεις, ωστόσο αρκετοί από αυτούς που έχουν δεχτεί ποινές στο Facebook το αμφισβητούν. Η εταιρία δεν απάντησε σε αίτημα για σχολιασμό.

Η σελίδα ελέγχου fake news Ellinika Hoaxes, με την οποία συνεργάζεται το Facebook στην Ελλάδα, έχει επίσης δεχθεί έντονη κριτική. Οι επικριτές της, συμπεριλαμβανομένων μελών κομμάτων της αντιπολίτευσης, έχουν κατηγορήσει τον ιστότοπο για προκατάληψη με πολιτικά κριτήρια. Η σελίδα αρνήθηκε να παραχωρήσει συνέντευξη.

“Θα βρουν τον τρόπο”

Το καλοκαίρι του 2020, όταν η σατιρική σελίδα «ΤΖΙΖ» έλαβε ποινή 10 ημερών για παραβίαση των κανόνων του Facebook, η απήχηση της μειώθηκε από 50.000 προβολές την ημέρα σε μόλις 200.

facebook

Οι κυρώσεις συνεχίστηκαν για αρκετούς μήνες, ώσπου οι διαχειριστές της σελίδας αποφάσισαν να αφαιρέσουν όλες τις προηγούμενες δημοσιεύσεις που θα μπορούσαν να θεωρηθούν έστω και ελάχιστα προβληματικές.

«Μπορεί να λάβεις εκ των υστέρων ποινή για κάτι που δημοσιεύτηκε πριν από τρία χρόνια», είπε ένας από τους διαχειριστές της σελίδας, ο οποίος αρνήθηκε να κατονομαστεί. «Αν θέλουν να σε ρίξουν, θα βρουν τον τρόπο».

«Με την υπόθεση Κουφοντίνα έχει γίνει φανερό ότι οι ιδιωτικές εταιρείες που λειτουργούν ως επόπτες στην πράξη δεν είναι ουδέτερες», είπε ο Σαραντάκος. «Ο τρόπος που εφάρμοσαν τους κανόνες ήταν μονόπλευρος, ακόμα και όταν επρόκειτο για ειδήσεις».

Το Facebook λέει ότι απασχολεί 15.000 συντονιστές περιεχομένου σε όλο τον κόσμο, οι οποίοι εργάζονται σε περισσότερες από 50 γλώσσες, συμπεριλαμβανομένων των ελληνικών. Ωστόσο, σύμφωνα με την κ. Γιβροπούλου από τη ΜΚΟ Homo Digitalis, τόσο τα προσόντα που έχουν για να επιτελέσουν αυτό το ρόλο, όσο και η δύναμη που κατέχουν, τίθενται υπό αμφισβήτηση.

«Δεν θέλουμε να είναι η αστυνομία του Διαδικτύου», είπε.

facebook

Η ΕΕ αντιμετωπίζει τη λογοκρισία στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης

Τον Δεκέμβριο του 2020, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε έναν νόμο για τις ψηφιακές υπηρεσίες (Digital Services Act), ο οποίος θα αναγκάσει τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης με περισσότερους από 45 εκατομμύρια χρήστες στην ΕΕ να προσαρμόσουν τις πολιτικές τους για τον έλεγχο περιεχομένου, αναγκάζοντας τις να εξηγήσουν πως λειτουργούν οι αλγόριθμοι τους και ποια κριτήρια χρησιμοποιούν για να αφαιρέσουν περιεχόμενο. Η σχετική νομοθετική παρέμβαση αυτή τη στιγμή βρίσκεται υπό συζήτηση στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Εάν εγκριθεί, η νέα νομοθεσία θα υποχρεώνει τις πλατφόρμες να προσδιορίζουν εάν έχουν αφαιρέσει περιεχόμενο για νομικούς λόγους ή για παραβίαση των δικών τους κανόνων, καθώς και να διευκρινίζουν ποιος νόμος ή κανόνας έχει παραβιαστεί.

Επί του παρόντος, το Facebook δημοσιεύει μια τριμηνιαία έκθεση σχετικά με το περιεχόμενο που αφαιρεί και τον αριθμό των αποδεκτών ενστάσεων χρηστών. Οι επικριτές της εταιρείας θέλουν να κάνουν αυτές τις εκθέσεις υποχρεωτικές και με περισσότερες λεπτομέρειες. Οι χρήστες που εδρεύουν στην ΕΕ ενδέχεται επίσης να αποκτήσουν νόμιμο δικαίωμα υποβολής ένστασης κατά αποφάσεων για αφαίρεση περιεχομένου, συμπεριλαμβανομένης της δυνατότητας να επικοινωνούν με κάποιον εκπρόσωπο της εταιρείας.

Ορισμένοι, ωστόσο, φοβούνται ότι τέτοια μέτρα ενδέχεται να είναι αναποτελεσματικά εάν είναι υπερβολικά περιοριστικά, ενθαρρύνοντας τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης να κατεβάζουν αδιακρίτως οτιδήποτε θεωρείται ύποπτο, προκειμένου να αποφύγουν τις κυρώσεις. Ένας άλλος λόγος ανησυχίας ότι ακόμη και οι πιο προηγμένοι αλγόριθμοι δεν είναι σε θέση να αποκρυπτογραφήσουν τις λεπτές αποχρώσεις του ανθρώπινου λόγου, όπως η ειρωνεία ή το χιούμορ.

Μεταξύ των ιδεών που έχουν κατατεθεί είναι η δημιουργία ενός δημόσιου φορέα και η χρήση «έμπιστων αξιολογητών» (trusted flaggers) που θα βοηθούν τις πλατφόρμες στον εντοπισμό υπόπτου περιεχομένου και στη λήψη αποφάσεων για το αν αυτό παραβαίνει κάποιο νόμο. Οι πλατφόρμες που δεν εδρεύουν στην ΕΕ ενδέχεται επίσης να χρειαστεί να διορίσουν νομικούς εκπροσώπους και να ορίσουν υπεύθυνους επικοινωνίας σε όλα τα κράτη μέλη. Ωστόσο, πολλοί ακτιβιστές φοβούνται ότι μια τέτοια διάταξη θα μπορούσε να ανοίξει ένα νομικό κενό το οποίο θα μπορούσαν να εκμεταλλευτούν αυταρχικές κυβερνήσεις, επιδιώκοντας λογοκρισία εκτός των συνόρων τους.

Τα κράτη μπορούν επίσης να περιορίσουν τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης μέσω αυστηρότερης εθνικής νομοθεσίας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελέι ο NetzDG, ένας νόμος που εισήχθη στη Γερμανία το 2017 και αναγκάζει τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης να καταπολεμήσουν τη ρητορική μίσους, με υψηλά πρόστιμα εάν δεν το κάνουν.

Σύμφωνα με τον κ.Stefan Theil από το Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, ο νόμος συνέβαλε στη δημιουργία μιας «κουλτούρας διαφάνειας», αναγκάζοντας το Facebook να δημοσιεύει εκτενείς εκθέσεις σχετικά με το περιεχόμενο που διαγράφουν οι συντονιστές περιεχομένου του στη Γερμανία, καθώς και τις σχετικές διατάξεις του γερμανικού δικαίου στις οποίες εμπίπτει.

Το Εποπτικό Συμβούλιο του Facebook

Σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τις φωνές που μιλούν για μια νέα μορφή ψηφιακής λογοκρισίας, το Facebook δημιούργησε το 2020 ένα ανεξάρτητο Συμβούλιο Εποπτείας, επιφορτισμένο με την προάσπιση της ελευθερίας του λόγου στην πλατφόρμα, συμπεριλαμβανομένης της ανάλυσης υποθέσεων αφαίρεσης περιεχομένου.

Το σώμα έχει περιορισμένους πόρους, το οποίο σημαίνει ότι μόνο λίγες από τις επιλέξιμες υποθέσεις εκδικάζονται από την 20μελή επιτροπή του. Τον περασμένο Οκτώβριο, το πάνελ επέκρινε το Facebook επειδή δεν είχε ενημερωθεί για μια εσωτερική λειτουργία που ονομάζεται «διασταυρούμενος έλεγχος» (cross-check) και επιτρέπει σε εξέχοντες χρήστες, όπως πολιτικοί, να παρακάμπτουν τις τυπικές διαδικασίες εποπτείας περιεχομένου.

Με βάση τις περιπτώσεις τις οποίες αναλαμβάνει, το συμβούλιο μπορεί να κάνει συστάσεις σχετικά με αλλαγές στους κανόνες του Facebook. Ωστόσο, η η πλατφόρμα δεν είναι υποχρεωμένη να τις εφαρμόσει. Σύμφωνα με τον κ Theil, αυτό σημαίνει ότι το Εποπτικό Συμβούλιο ενδέχεται να αποτελέσει ένα «μέσο εξωραϊσμού» (whitewashing operation): «Είναι φανερό ότι θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αυτό το σώμα για να αποφύγουν την κριτική», δήλωσε, συμπληρώνοντας: «Όσον αφορά δομικές αλλαγές, το Facebook μπορεί και να μην ενδιαφέρεται ιδιαίτερα [για την εφαρμογή των συστάσεων του συμβουλίου], επειδή ο απώτερος σκοπός του είναι το κέρδος και αντιμετωπίζει τους κανόνες της κοινότητας ως εργαλείο για την επίτευξη του».

Το παρόν κείμενο δημοσιεύεται στην αγγλική έκδοση του Balkan Insight και στα ελληνικά, στο NEWS 24/7.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα