HELLENIC FILM COMMISSION/FACEBOOK

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΑΡΝΑΒΑΣ ΓΙΑ ΤΟ ΠΩΣ ΗΡΘΕ ΤΟ “ΤΡΙΓΩΝΟ ΤΗΣ ΘΛΙΨΗΣ” ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Μετά από βραβεία σε Κάννες (Το Τρίγωνο της Θλίψης) και τα ελληνικά Ίρις (Μαγνητικά Πεδία), ο πετυχημένος παραγωγός Γιώργος Καρναβάς μιλά για όλους και για όλα στο Magazine.

«Ασχέτως του τι έγινε στις Κάννες, μας ενδιαφέρει να συνδεόμαστε με ανθρώπους που μπορούμε να καταλάβουμε και μπορούμε να τους προσφέρουμε κάτι σε αυτό που κάνουν. Το απλά να πουλάμε μια υπηρεσία, δεν μας ενδιαφέρει», λέει ο παραγωγός Γιώργος Καρναβάς. «Το βασικότερο στην δουλειά μας είναι το development».

Η κουβέντα γίνεται τη στιγμή μιας φοβερής συγκυρίας επιτυχιών για τον ίδιο. Η Heretic, η μπουτίκ ελληνική εταιρεία παραγωγής και world sales που συνίδρυσαν το 2013 με τον Κωνσταντίνο Κοντοβράκη, με βάση πάντα την Αθήνα, καταφέρνει να λειτουργεί με τρόπο που σπάει τα σύνορα- διεθνής και λόκαλ μαζί. «Το τοπικό είναι το νέο παγκόσμιο», όπως μου λέει χαρακτηριστικά.

Ο κατάλογος τίτλων της Heretic γίνεται όλο και πιο εντυπωσιακός στο πέρασμα των χρόνων, με αποκορύφωμα αυτό που συμβαίνει τον Μάιο του ‘22: Το Τρίγωνο της Θλίψης του Ρούμπεν Έστλουντ -που προβάλλεται στις αίθουσες-, γυρισμένο εν μέρει στην Χιλιαδού με τους Καρναβά και Κοντοβράκη συμπαραγωγούς, κερδίζει τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες. Λίγες βδομάδες μετά, στο άλλο άκρο του φάσματος, το no budget φιλμ Μαγνητικά Πεδία του Γιώργου Γούση -που στριμάρει στο Cinobo-, όπου ο Καρναβάς είναι παραγωγός, κερδίζει το βραβείο Ίρις καλύτερης ελληνικής ταινίας της χρονιάς. (Την ιστορία αυτής της ταινίας την έχουμε αφηγηθεί πολύ αναλυτικά.)

«Θέλουμε να δουλεύουμε με σκηνοθέτες που μπορούμε να ταιριάξουμε δημιουργικά και δεν έχει σημασία αν είναι Έλληνες ή όχι. Είναι μεγάλο το στοίχημα που κερδίσαμε, το ότι υπάρχουν άνθρωποι που θέλουν να δουλέψουν μαζί μας για την επόμενη ταινία τους, από όπου κι αν είναι. Είμαστε ελληνική εταιρεία αλλά μπορούμε να προσφέρουμε οπουδήποτε στον κόσμο», εξηγεί, τονίζοντας τη σημασία της ανάπτυξης των πρότζεκτ (κι όχι απλής προσφοράς σέρβις) σε μια περίοδο που η Ελλάδα γίνεται προορισμός για πολλές διεθνείς παραγωγές.

«Είμαστε σε μια βιομηχανία που το προηγούμενο δουλεύει πολύ. Αν κάποιος δει ότι καταφέρνεις κάτι, “αλλάζεις πίστα”. Οπότε έχεις δυνατότητες που δεν είχες πριν».

Δυνατότητες που, ναι, μπορούν να φτάνουν από το no budget ελληνικό φιλμ των δέκα ημερών γυρίσματος, ως την διεθνή συμπαραγωγή που κερδίζει τις Κάννες. «Το γεγονός ότι μπήκε και στα δύο γκολ… και σε τόσο διαφορετικά πράγματα!», λέει με εμφανή ικανοποίηση και χαρά. «Και το miniDV και το χαϊλίκι των Καννών. Αυτό μου δημιουργεί πάρα πολύ μεγάλη ικανοποίηση, γιατί δείχνει έμπρακτα πως αν κάτι είναι κοντά στην καρδιά μας θα το κάνουμε, είτε είναι ένα εκατομμύριο είτε δύο χιλιάρικα».

«Η καλή ταινία μπορεί να έρθει από οπουδήποτε».

Πώς όμως φτάσαμε ως εδώ;

ΦΕΡΝΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΡΟΥΜΠΕΝ ΕΣΤΛΟΥΝΤ ΣΤΗΝ ΕΥΒΟΙΑ

«Ο Ρούμπεν έλεγε από τα γυρίσματα πως αυτή η ταινία πρέπει να παίξει πρώτη φορά στην αίθουσα Lumiere για να δουλέψει για τη μυθολογία της. Εγώ την αίσθηση αυτής της προβολής μόνο στην πρεμιέρα του ντοκιμαντέρ Maradona την έχω ξανανιώσει. Γύριζα κι έβλεπα κόσμο να πανηγυρίζει στο χέρι του θεού», θυμάται χαμογελώντας πανηγυρικά ο Καρναβάς από την εμπειρία των Καννών.

Εξηγεί κάτι που τόσο ο ίδιος ο Έστλουντ υπονοεί σε συνεντεύξεις του, αλλά κι οι ηθοποιοί του επιβεβαιώνουν: Λειτουργεί δημιουργικά αποσπώντας διαρκώς αντιδράσεις και συμπεριφορικές πληροφορίες από τον κάθε άνθρωπο που θα βρεθεί απέναντί του. «Ο Ρούμπεν είναι ο τύπος που θα τον καλέσεις για επίσκεψη και θα σε τσιγκλάει όλη την ώρα για να σε φέρει σε αμηχανία, κι όταν σε φέρει σε αμηχανία θα πει χαχα τα κατάφερα!», γελάει ο Καρναβάς.

(Περιγράφει ένα απίθανο σκηνικό που δεν γίνεται να μεταφερθεί, το οποίο είμαστε βέβαιοι πως μια μέρα θα αποτελέσει βάση για κάποια φοβερή ταινία.)

Η κοινή τους ιστορία με τον Έστλουντ πάει μερικά χρόνια πίσω, όταν ο έλληνας παραγωγός είχε γνωρίσει τον παραγωγό του σουηδού σκηνοθέτη σε ένα workshop. Θυμάται ένα σκηνικό κατά το οποίο ο Έστλουντ τηλεφώνησε στον παραγωγό του τελευταία στιγμή και του μιλούσε για κάποια απίθανη ιδέα που του ήρθε και για το πώς εκείνη η έξαφνη ιδέα θα πρέπει να αντικαταστήσει το μελετημένο πρότζεκτ που είχε πάει εκεί για να παρουσιάσει. Υπόψην, εκεί σηκώνεται καθένας και παρουσιάζει αναλυτικά ένα πρότζεκτ σε 30 άτομα.

«Ήμασταν εκεί, σε ένα κτήμα στη Νορμανδία, γνωριζόμαστε και πάμε για ποτά. Χτυπάει το τηλέφωνο του παραγωγού και είναι ο Ρούμπεν που του λέει: Έρικ, μην το παρουσιάσεις. Θα κάνουμε άλλο πρότζεκτ!». Μα πώς;!, τον ρωτάει ο Έρικ. «Του λέει ο Ρούμπεν, δεν ξέρω, αλλά θα το λένε Turist και θα είναι η μεγαλύτερη χιονοστιβάδα στην ιστορία του σινεμά».

Ο Έστλουντ είναι φοβερός σκιέρ, διάσημος για τα σκι βίντεο που έκανε. «Κουβαλούσε κάμερα και κατέβαινε κάτω με φορά και όλο αυτό του έδωσε μια ιδιαίτερη σχέση με την κάμερα, πως στήνεται, πως κινείται», μου εξηγεί ο Καρναβάς. «Ξέρει να δουλεύει γωνίες και κίνηση με πολύ ιδιαίτερο τρόπο». Την άλλη μέρα ο Έρικ ανέβηκε και παρουσίασε το πρότζεκτ– αυτή η ταινία, έγινε το Force Majeure, δηλαδή το φιλμ που έκανε ευρύτερα γνωστό το όνομα του Έστλουντ στο σινεφιλικό κύκλο.

Ο Ρούμπεν Έστλουντ πανηγυρίζει για την κατάκτηση του Χρυσού Φοίνικα στο 75ο Φεστιβάλ Καννών. Joel C Ryan/Invision/AP

Οι δυο τους κράτησαν επαφή και, fast forward μερικά χρόνια, όταν το ‘19 τον πετυχαίνει ξανά στο φεστιβάλ Βερολίνο και η συμφωνία για τη νέα του ταινία έχει μόλις χαλάσει. Το φιλμ επρόκειτο να γυριστεί με 18 εκατομμύρια, όλα από Αμερική, όμως η συμφωνία που πήγαν να οριστικοποιήσουν εκεί, χάλασε όταν ο αμερικανός επενδυτής προσπάθησε να επιβάλει ως πρωταγωνίστρια της ταινίας μια συγκεκριμένη γνωστή οσκαρική ηθοποιό– κι ο Έστλουντ του είπε όχι.

«Θα μου πεις εσύ το καστ της ταινίας μου; Το καστ θα το διαλέξω εγώ», είπε. «Και του πήραν πίσω το τσεκ», λέει ο Καρναβάς. «Εκεί εγώ τον σεβάστηκα πάρα πολύ τον Ρούμπεν». Χωρίς να χαθεί πολύτιμος χρόνος, ο Καρναβάς τους έδειξε στο κινητό την τοποθεσία στη Χιλιαδού (συγκεκριμένα την παραλία του Δαμιανού) και, μέσα σε 60 μέρες είχε στηθεί το πρότζεκτ, με άλλες δύο χώρες να μπαίνουν στη συμπαραγωγή. «Ήμουν τρομερά ενθουσιασμένος, ήταν η ευκαιρία της ζωής μου. Βρέθηκα να δουλεύω μαζί τους πολύ στενά», ομολογεί. Όμως μετά ήρθε η πανδημία: «Βρέθηκε όλο αυτό το τεράστιο κατασκεύασμα επί ξύλου κρεμάμενο. Εκεί σφυρηλατήθηκε η σχέση μας πολύ». Αλλά όχι μόνο αυτό: «Είδα πολλά πράγματα. Πώς μπορείς να γκρουπάρεις σε μια παραγωγή Ευρώπη και Αμερική, να δουλέψεις με έναν άνθρωπο που έχει εντελώς δικό του τρόπο να δουλεύει τα πράγματα, και που είναι πολύ συμπεριληπτικός».

Ο Έστλουντ, εξηγεί ο Καρναβάς, «είναι θερμός και ψυχρός ταυτόχρονα, αλλά επίσης ενώ είναι και πολύ ακριβής, είναι παράλληλα έτοιμος για το τυχαίο κάθε φορά. Είναι πολύ ακριβής στο τι κάνει, αλλά το έχει στήσει έτσι ώστε να μπορέσει να το αλλάξει και να το φέρει ώστε να του δώσουν οι ηθοποιοί το καλύτερο που μπορούν». Και παρατηρεί. Παρατηρεί ανθρώπους, καταστάσεις, συνθήκες. «Έχει μια πολύ παγκόσμια αντίληψη του τι μπορεί να είναι αστείο, τι μπορεί να δημιουργήσει αίσθηση, τι μπορεί να τσιγκλήσει τον άλλον. Πήγαινε πάντα σε μαγαζιά και παρατηρούσε τους ανθρώπους πώς φέρονται. Πιστεύει μέσα του ότι πειράζοντας τον κόσμο αυτό γεννά δυνατότητες, είναι ο πιο εύκολος τρόπο να γεννήσεις, να μιλήσεις για πράγματα».

Και, βάσει αποτελεσμάτων, να το πούμε κι αυτό, μάλλον είναι κι ο πιο εύκολος τρόπος να κερδίζεις τις Κάννες ξανά και ξανά! Τον Μάιο του ‘22, το Τρίγωνο της Θλίψης, ύστερα από γυρίσματα μηνών, κομμένα στα δύο λόγω πανδημίας, μια παραγωγή που κόντεψε να τιναχθεί στον αέρα προτού ανασυσταθεί στην Ελλάδα, κερδίζει τον Χρυσό Φοίνικα. Θρίαμβος.

Τα "Μαγνητικά Πεδία" του Γιώργου Γούση

ΤΑ ΜΑΓΝΗΤΙΚΑ ΠΕΔΙΑ ΚΙ Η ΠΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

«Τον Γιώργο Γούση δεν τον ήξερα», λέει ο Καρναβάς. «Μιλούσα με τον Χάρη Λαγούση, με τον οποίο ετοιμάζουμε ταινία μαζί κι ελπίζουμε του χρόνου να γυρίσουμε. Μου είπε ο Χάρης ότι είδε ένα rough της ταινίας του Γιώργου στην Κεφαλονιά. Έστειλα στον Γιώργο κατευθείαν ένα μήνυμα, και μου είπε “με πρόλαβες”. Μου έστειλε κάτι stills από miniDV, λέω… Τι είναι αυτό το πράγμα τώρα;»

Όμως η lo-fi γοητεία του φιλμ τον κέρδισε άμεσα. Ο Γούσης του έστειλε την ταινία κι ο Καρναβάς την είδε λέει στο αεροπλάνο ταξιδεύοντας στη Γερμανία. (Για μια άλλη ταινία, του Βασίλη Κατσούπη, με πρωταγωνιστή τον Γουίλεμ Νταφόε. Αναμένεται κι αυτή.) «Την είδα στο αεροπλάνο κι έπαθα πλάκα, με έπιασε τρέλα! Με το που προσγειωθήκαμε άνοιξα το κινητό, τον πήρα και –επειδή έψαχνε τρόπο να τελειώσει το post της ταινίας– του λέω Γιώργο, ξέχασέ το, θα την τελειώσουμε μαζί την ταινία».

«Συνειδητοποίησα πόσο τυχερός είμαι, μπλεγμένος σε δύο ντεμπούτα ελλήνων, το ένα φτιαγμένο με το τίποτα, το άλλο τρελά φιλόδοξο», ομολογεί. «Και να μπορείς να κάνεις κι αυτό κι εκείνο. Κι αυτό είναι μεγάλο στοίχημα, να μπορεί ένας έλληνας σκηνοθέτης να κάνει ντεμπούτο με αυτές τις συνθήκες. Αλλάζει το παράδειγμα, δείχνει τι μπορεί να γίνει». Μιλώντας για την ταινία του Κατσούπη (που στο παρελθόν μας έχει δώσει το απολαυστικό ντοκιμαντέρ Ο Φίλος Μου ο Larry Gus) τονίζει πως «είναι η πρώτη virtual production ελληνική παραγωγή. Αλλάζει τα πράγματα. Μπορείς να πεις ότι εγώ έχω τη δημιουργική δύναμη εδώ, αλλά κοιτάς και έξω. Έχεις το Κέντρο Κινηματογράφου, την ΕΡΤ για την εντοπιότητα, για την στήριξη της χώρας σου αλλά μπορείς να φέρεις και τον γερμανό και τον αμερικάνο να επενδύσει 10 φορές αυτά που βάζει η χώρα μου».

Για τα Μαγνητικά Πεδία, λέει, παίρνει συχνά μηνύματα από άτομα που δεν ξέρουν ότι έχει ο ίδιος σχέση με την ταινία. «Τελείως ανιδιοτελή πράγματα», λέει σαν ακόμα έκπληκτος. Κι όσο για τον Έστλουντ, «εγώ ήμουν πλήρως ικανοποιημένος που κάναμε την ταινία, πήγε για πρώτη φορά ταινία μας στο Διαγωνιστικό των Καννών. Δεν περίμενα να βγει κάτι από αυτό». Είναι όμως φυσικά μια δικαίωση. Για μια εταιρεία που, όπως λέει, «έχει χτιστεί πάνω στο προσωπικό γούστο και πάνω στην προσπάθεια να μαθαίνουμε πώς γίνονται τα πράγματα, από ανθρώπους που θαυμάζουμε».

Ο Γιώργος Καρναβάς (δεξιά) με τον Κωνσταντίνο Κοντοβράκη. ALAMY/VISUALHELLAS.GR

Η ΜΙΚΡΗ ΑΓΟΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΕΓΑΛΕΣ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΕΣ

«Συνειδητοποιείς όταν συμβεί κάτι τόσο αξιοσημείωτο, πώς σε βλέπουν οι άλλοι. Γιατί ήσουν εδώ, κάνεις αυτό που έκανες, και συνεχίζεις να το κάνεις. Αλλά είναι ένα γεγονός το οποίο κάνει κάποιους να αλλάξουν τρόπο που συμπεριφέρονται, ενώ θα έπρεπε από πριν ο τρόπος να είναι σωστός. Εδώ ζούσα, εδώ το έκανα αυτό το πράγμα, τι περίμενες; Είμαι κάτω από τη μύτη σου!», λέει. Αναμφίβολα, κάθε μεγάλη επιτυχία ανοίγει νέες πόρτες, αλλά για την Heretic λέει ο Καρναβάς πως το τρένο ήταν ήδη σε ράγες οδεύοντας προς τον προορισμό του. «Άλλωστε είμαστε ένα μαγαζί που μας αρέσει να μιλάει η δουλειά μας», υπογραμμίζει.

«Αλλά με το ελληνικό κράτος εγώ δε μπορώ να πω ότι πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα αισιόδοξοι. Δυστυχώς… τα πράγματα θα μπορούσαν να είναι καλύτερα, πολύ πιο υγιή και πολύ πιο εύκολα με ουσιαστικό τρόπο», ομολογεί ωστόσο. «Είμαστε μια μπερδεμένη κατάσταση, ανοργάνωτοι, με διαρκείς παραγκωνισμούς και ανούσιες κόντρες. Τα πράγματα δεν σχεδιάζονται σωστά, βγάζουν δυσλειτουργίες κι αρχίζει μετά η μία να χτυπάει πάνω στην άλλη».

«Είναι ξεκάθαρο πως όλο αυτό που γίνεται στην Ελληνική παραγωγή έχει στηριχθεί στην δουλειά που έκαναν οι ανεξάρτητοι παραγωγοί της γενιάς μου, όλη τη δουλειά που ξεκίνησε από περίπου το 2010 και τη δικτύωση που έγινε με ξένους παραγωγούς και χρηματοδότες. Και ήρθε η δημιουργία του ΕΚΟΜΕ (και ο Covid) να στρέψουν τα φώτα της διεθνούς παραγωγής στην Ελλάδα. Κι αντί να υπάρχει συνεργασία, επικοινωνία και υποστήριξη, αντιμετωπίζουμε από την μεριά του ΕΚΟΜΕ μια αλλοπρόσαλλη κατάσταση, μια διαρκή διοικητική ανεπάρκεια, που μας έχει εκθέσει ανεπανόρθωτα πολλές φορές τα τελευταία χρόνια. Και βασικά εκθέτει την χώρα. Όπως σχεδόν σε όλους τους τομείς, όσο δύσκολα χτίζεις τόσο εύκολα γκρεμίζεις. Και αυτό δυστυχώς φαίνεται πως δεν γίνεται κατανοητό», λέει μιλώντας για τα σημερινά δεδομένα.

Ποια είναι λοιπόν έμπρακτα, τα υπέρ και τα κατά μια τέτοιας δουλειάς στην Ελλάδα; «Είμαστε μια πάρα πολύ μικρή αγορά οπότε ποια είναι τα προβλήματα που έχουμε; Είναι τα προβλήματα του χωριού», μου εξηγεί. «Το χωριό έχει τα καλά του, ότι θα χτυπήσεις και θα έρθει η γειτόνισσα να σε μαζέψει, να σου δώσει ένα ποτήρι νερό. Πάρα πολύ σημαντικό και πολύτιμο. Αλλά έχεις και τις παθογένειες μιας μικρής αγοράς. Όσο πιο μεγάλος πληθυσμός σημαίνει και μεγαλύτερη προσφορά, και ανταγωνισμός, και μεγαλύτερες δυνατότητες να χτίσεις πράγματα, αλλά και μεγαλύτερο κοινό στο τέλος, για να ασχοληθεί με αυτά που κάνεις».

Μια μικρή ιστορική αναδρομή συνδέει παθογένειες και σπασμωδικές κινήσεις διαφόρων εποχών. «Ανοίξανε το ‘80 τα βιντεοκλάμπ και γίνανε 70.000 μέσα σε μήνες. Αυτή τη στιγμή συμβαίνει αυτό με τις παραγωγές. Ανοίξαμε την πόρτα πολύ βίαια κι αυτό έχει κινδύνους να μην παρέχεις καλή υπηρεσία γιατί δεν βρίσκεις συνεργεία, είναι ο ένας πάνω στον άλλον, δεν υπάρχει το know how», προειδοποιεί. «Και την ίδια στιγμή θα επηρεάσει τόσο πολύ τις τιμές, που θα δημιουργήσει πολύ μεγάλο πρόβλημα στην ελληνική ταινία. Εγώ τρομάζω, θα κάνω δύο μικρές παραγωγές με πρωτοεμφανιζόμενους έλληνες κι αναρωτιέμαι πώς θα τις κάνω. Ποιος θα έρθει να δουλέψει, και γιατί;»

«Δεν έχει υπάρξει μια συνολική φροντίδα αυτού του πράγματος. Κι όταν ένα σύστημα δεν το διαμορφώσεις με τον σωστό τρόπο, αρχίζει το καλό του ενός και γίνεται κακό του άλλου. Αλλά αυτά είναι προβλήματα που σχετίζονται όλα με το το ότι είμαστε μικρό μάρκετ αλλά και ότι το κράτος πολλές φορές έχει και άλλη ατζέντα που θέλει να ικανοποιήσει», ξεκαθαρίζει.

Το Τρίγωνο της Θλίψης

ΑΠΟ ΤΟΝ Β’ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ ΣΤΟ NETFLIX

«Είναι μια ενδιαφέρουσα συγκυρία, ο κόσμος βυθίζεται στο μαύρο τέλμα κι ο audiovisual κόσμος ζει χρυσές εποχές, παντού», διαπιστώνει καθώς πιανόμαστε από το πλήθος παραγωγών για να φτάσουμε σε αυτή την ευρύτερη διαπίστωση– και αντίθεση. «Το πλήθος των πόρων που δαπανούνται κι επενδύονται οπτικοακουστικά έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Η πανδημία είχε το αποτέλεσμα να ανοίξουν νέα μαγαζιά, να δούμε νέους τρόπους θέασης, κι όλα αυτά έχουν ανάγκη πολύ περιεχόμενο», εξηγεί. «Παίχτες που έχουν απύθμενα κεφάλαια. Κινούνται τεκτονικές πλάκες, είναι μια τέτοια στιγμή».

Οι αντιθέσεις –εμφανείς και μη– οδηγούν σε πολύ ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις αλλά και επεκτάσεις σε επίπεδο κοινωνικό αλλά και όχι μόνο. «Στον οικονομικό τομέα υπάρχει τόση συγκέντρωση πλούτου σε τόσο μικρά κομμάτια πληθυσμού που βλέπεις παγκοσμίως τη μεσαία τάξη σε αποδρομή. Το ίδιο συμβαίνει με το σινεμά», πιστεύει ο Καρναβάς. «Πιο εύκολο είναι να βρεις 15 εκατομμύρια παρά να βρεις 3. Ή θα παίξεις στο επίπεδο μιας ταινίας με 500 χιλιάρικα μπάτζετ με 15 χρηματοδότες, ή θα βρεις πιο εύκολα να χρηματοδοτήσεις κάτι που κάνει 15 εκατομμύρια. Το μεσαίο φεύγει. Θα μείνει το πολύ mainstream και το πολύ genre. Το πολύ μεγάλο και το πολύ μικρό».

Δεν είναι καινούρια προβλήματα αυτά, στην πραγματικότητα. «Η άνθιση του auteur σινεμά μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο συμβάδισε με την άνθιση του κοινωνικού κράτους». εξηγεί. «Ο πλανήτης ρημάχτηκε από τους πολέμους και κάποια στιγμή οι κοινωνίες είπαν ότι πρέπει να ζήσουμε, να φτιάξουμε ένα κοινωνικό κράτος, να φροντίσουμε τα παιδιά μας. Φτιάξανε εκπαίδευση, υγεία, ο κόσμος να έχει λεφτά… αν κάποιος βγάζει πολλά χρήματα τότε θα τον φορολογήσουμε. Όλο αυτό το πράγμα αντικατοπτρίστηκε στο πώς κινήθηκαν οι κοινωνίες, τι ιδεολογίες υπήρξαν. Και αντικατοπτρίστηκε πάρα πολύ και στο σινεμά», τονίζει.

«Ειδικά στην ευρωπαϊκή κινηματογραφία, ιδρύθηκαν όλοι αυτοί οι φορείς που χρηματοδοτούν το σινεμά. Σαν κλάδος είμαστε πολύ τυχεροί που έχουμε εξαιρεθεί πανευρωπαϊκά από το καθεστώς ενισχύσεων και άρα τα κράτη και η ΕΕ μπορούν να ενισχύουν τα ευρωπαϊκά οπτικοακουστικά έργα σε μεγάλο βαθμό και με τρόπο που δεν υπάρχει σε άλλες ηπείρους. Φυσικά όλο αυτό έγινε και γίνεται για την προστασία του ευρωπαϊκού πολιτισμού και βασικά της εκάστoτε γλώσσας από την επέλαση μεταπολεμικά της οπτικοακουστικής παραγωγής από μεριάς ΗΠΑ».

Τώρα όμως, σήμερα, τι ρόλο συνεχίζει να παίζει η τοπικότητα; Στην εποχή του streaming και της αποσύνθεσης της μέσης τάξης; «Έχουν αρχίσει όλοι οι παίχτες στην παγκόσμια αγορά και συζητάνε συνέργειες. Ακόμα και το Netflix κάνει συμπαραγωγές. Στο κομμάτι της δημιουργίας, ειδικά στο οπτικοακουστικό, ζούμε αυτή τη στιγμή που τα παιδιά που μεγάλωσαν με την παγκόσμια κουλτούρα του διαδικτύου έχουν βγει στο προσκήνιο», τονίζει ο παραγωγός.

«Είναι τα πρώτα που μεγάλωσαν βλέποντας συνεχώς αγγλόφωνα πράγματα από το σπίτι τους, στο YouTube. Υπάρχει μεγαλύτερη πρόσβαση και το κοινό έχει εκπαιδευτεί. Κι επίσης υπάρχει κοινό οπουδήποτε όπου μπορείς να επικοινωνήσεις εύκολα και να κάνεις κάτι. Κι αυτό δημιουργικά σου δίνει πολλές δυνατότητες. Μπορείς να βρεις αδιανόητα ταλέντα εκεί που δεν το περιμένεις», λέει. Θυμάται πως «πήγαινες παλιά σε διανομέα να συζητήσεις ένα πρότζεκτ, με δυναμική, και σου έλεγε φίλε δεν είναι στα αγγλικά, έχει υπότιτλους, αντίο, δεν το κοιτούσε καν. Έγινε το Parasite και τρεις μήνες μετά κυνήγαγαν ξαφνικά όλοι το διεθνές, και η γλώσσα δεν ήταν πρόβλημα απαραίτητα».

Κι ένας ακόμα πολύ σημαντικός παράγοντας: Η αίσθηση του event. Κάτι που ποτέ δεν θα ξεριζωθεί ως ανάγκη, όσο κι αν μεταβάλλονται οι συνθήκες. «Προέρχομαι από τον χώρο της μουσικής, κάναμε συναυλίες και είχα δει από πρώτο χέρι τον θάνατο της δισκογραφίας και την άνοδο του λάιβ», τραβά μια παράλληλο ο Καρναβάς. «Για μένα η γιγάντωση των φεστιβάλ και η κρίση του theatrical είναι ακριβώς το αντίστοιχο με αυτό που έγινε με τα λάιβ στη μουσική. Εκεί που θα δεις λάιβ τον καλλιτέχνη, θα δεις τη συναυλία. Εκεί που θα δημιουργήσεις τη μυθολογία την οποία έχεις πάρα πολύ ανάγκη».

Από την ταινία Inside, σε παραγωγή Heretic.

Η ΕΛΛΑΔΑ ΣΗΜΕΡΑ ΚΙ Η HERETIC ΑΥΡΙΟ

«Από άποψη ταινιών η Ελλάδα φέτος είχε χρονιά ονειρική, είχε παντού ταινίες και διαφορετικές μεταξύ τους», συνοψίζει ο παραγωγός. «Το σινεμά αυτή τη στιγμή τραβάει ξανά το ενδιαφέρον της κοινωνίας, κόσμος βλέπει γυρίσματα γύρω του, ηθοποιούς, έχει αλλάξει η αντίληψη». Όμως η κινηματογραφία, τονίζει, πρέπει να ανοίξει κι άλλο. «Μας λείπει το λαϊκό σινεμά, η Ελλάδα θα έπρεπε να κάνει ταινίες για πιτσιρίκια, για 25χρονους, μια βιογραφία, ένα Από την Άκρη της Πόλης, κάτι. Έχει ανέβει πάρα πολύ το τεχνικό επίπεδο και πλέον έχουμε όλες τις δυνατότητες να κάνουμε μια ταινία σωστά ώστε να μην έχει ελλείψεις».

Αυτή ακριβώς η έλλειψη λαϊκού σινεμά αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό στην πτώση της αίθουσας. «Όλο αυτό το σινεμά ήταν χρηματοδοτούμενο από τους διανομείς», εξηγεί. «Παλιότερα η διανομή μπορούσε να χρηματοδοτήσει 4-5 πράγματα, αλλά με το στρίμινγκ τους κόπηκαν τα πόδια, δεν έχουν αυτή τη δυνατότητα πια. Κι ήταν οι βασικοί πυλώνες αυτού του λαϊκού σινεμά. Ήξερε ο άλλος ποιος έρχεται στο «μαγαζί» του κι έκανε σινεμά για αυτό το κοινό».

«Εκεί πρέπει να γίνει ένας σοβαρός μετασχηματισμός, γιατί θα πρέπει οι δυνάμεις που μπορούν να χρηματοδοτήσουν να ξαναμπουν στο παιχνίδι», ξεκαθαρίζει. «Σμύρνη Μου Αγαπημένη και Ευτυχία, γι’αυτό δούλεψαν. Είναι λαϊκό σινεμά, καλοφτιαγμένο. Ο κόσμος πήγε και το είδε κι είπε να πάτε να το δείτε, είναι σωστό. Κι αυτό είναι κάτι που κοστίζει, θέλει πόρους».

Ως προς τις θεματικές, παραδέχεται τι είδους ταινία έχει στο πίσω μέρος του μυαλού του. «Θα ήθελα πολύ να κάνω μια ταινία για την τραπ και το χιπ χοπ. Με ήρωες από αυτό το μέρος. Είναι ένα βίωμα της ελληνικής κοινωνίας που με ενδιαφέρει πάρα πολύ πού βρέθηκαν οι ντιλεράδες, οι γκανγκστεράδες και σε κάθε περίπτωση είναι ένα σύμπαν κινηματογραφικό το οποίο ξέρεις ότι έχει κοινό που περιμένει. Από την άλλη είναι δεδομένο ότι όταν πας σε ένα τόσο ωμό περιβάλλον αδρεναλίνης, υπάρχουν ιστορίες και δυνατότητες και δυναμικές. Για μένα θα έπρεπε να έχει ήδη γίνει στην Ελλάδα μια καλή ταινία τύπου Straight Outta Compton».

Ως τότε, επειδή όπως είπαμε ήδη το τρένο είναι ήδη στις ράγες, η Heretic προχωρά στην επαύριο των Καννών με την επόμενη μέρα ήδη σχηματισμένη– και με ζηλευτά πρότζεκτ μάλιστα. Στο post production βρίσκονται ήδη πέντε μεγάλα πρότζεκτ που θα βγουν στις αίθουσες το 2023: Το Inside του Βασίλη Κατσούπη με τον Γουίλεμ Νταφόε, η ιστορία μιας λιβεριανής πρόσφυγα (Σύνθια Ερίβο) που φτάνει σε ένα ελληνικό νησί στο Drift του βραβευμένου με Χρυσή Κάμερα των Καννών, Άντονι Τσεν, το γυρισμένο (και) στην Αθήνα μιούζικαλ Greatest Days βασισμένο στην μουσική των Take That, η νέα ταινία της Άνγκελα Σανελέκ (τιμημένη με την Αργυρή Άρκτο του Βερολίνου το 2019) Musik που γυρίστηκε στην Μάνη, και η πρώτη αγγλόφωνη απόπειρα του πολυβραβευμένου παλαιστίνιου Μουαγιάντ Αλαγιάν με τίτλο A house in Jerusalem.

«Και βέβαια η μικρού μήκους ΕΤΟΙΜΟΙ της Ειρήνης Βιανέλλη, ένα υπερταλαντούχο κορίτσι που μας κάνει την τιμή να δουλεύει μαζί μας, και μαζί της να ανακαλύπτουμε τα μυστικά του animation», συμπληρώνει ο Καρναβάς.

Ενώ τρία ακόμα πρότζεκτ ετοιμάζονται για γύρισμα αυτό τον Οκτώβριο: Η λογοτεχνική διασκευή Swimming Home με την Αριάν Λαμπέντ, τον Κρίστοφερ Άμποτ, την Μακένζι Ντέιβις και την Ναντίν Λαμπακί στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, η τολμηρή ιστορία ενηλικίωσης HTHS με χρηματοδότηση από το Film4 και το BFI, και το lo-fi μεγάλου μήκους ντεμπούτο του Κωστή Χαραμουντάνη, Κιούκα.

Αν όλα αυτά μοιάζουν να σχηματίζουν έναν πολυσυλλεκτικό χάρτη από πρότζεκτ σε μια εποχή αβεβαιότητας και διαρκών μεταβάσεων, τότε ναι, δεν είναι τυχαίο. Γιατί είπαμε: Η καλή ταινία μπορεί να έρθει από οπουδήποτε.

Το Τρίγωνο της Θλίψης προβάλλεται στις αίθουσες και τα Μαγνητικά Πεδία στριμάρουν στο Cinobo.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα