Νίκος Βλαχάκος: Είκοσι χρόνια ντροπής. Είκοσι χρόνια αναπάντητα ερωτήματα. Πείτε μας την αλήθεια

Νίκος Βλαχάκος: Είκοσι χρόνια ντροπής. Είκοσι χρόνια αναπάντητα ερωτήματα. Πείτε μας την αλήθεια

Ο Νίκος Βλαχάκος ο αδελφός του συγκυβερνήτη του μοιραίου ελικοπτέρου το βράδυ των Ιμίων, μιλά στο News247 για την ανδρεία και την γενναιότητα του αδελφού του. Στέλνει μήνυμα στην πολιτεία ζητώντας να τον κοιτάξουν στα μάτια, να σταθούν στο ύψος της αυτοθυσίας των τριών αξιωματικών και να πουν την αλήθεια. Τι λέει για τα πληρώματα άλλων ελικοπτέρων που αρνήθηκαν να πετάξουν και για το «κατάπτυστο πόρισμα» όπως το χαρακτηρίζει

“«Να προσέχεις σε παρακαλώ» και ο Τάκης μου απάντησε: «Μην φοβάσαι τίποτα αδελφέ»”. Αυτός είναι ο τελευταίος διάλογος που είχε ο υποπλοίαρχος Παναγιώτης Βλαχάκος με τον αδελφό του Νίκο, λίγα εικοσιτετράωρα πριν καταπέσει το ελικόπτερο που επέβαινε ο αξιωματικός του Πολεμικού Ναυτικού, τα ξημερώματα της 31ης Ιανουαρίου κατά την κορύφωση της κρίσης των Ιμίων.

Από τα πρώτα κιόλας λεπτά της συνάντησής μας με τον αδελφό του Παναγιώτη Βλαχάκου ήξερες ότι η συζήτηση θα είναι συναισθηματικά φορτισμένη. Η γλώσσα του σώματος, η παρατεταμένη σιωπή, που λειτουργούσε ως φόρο τιμής στους νεκρούς αλλά και η μεταλαμπάδευση εθνικής υπερηφάνειας ήταν κάποια από τα στοιχεία που κυριάρχησαν σε αυτήν την τόσο ξεχωριστή συζήτηση.  Και πώς να μην είναι ξεχωριστή όταν ο γιατρός Νίκος Βλαχάκος δεν έχασε απλά τον αγαπημένο του αδελφό. Έχασε ένα κομμάτι από τον ίδιο του τον εαυτού καθώς μετά τον θάνατο της μητέρας τους ο Νίκος και ο Τάκης, έγιναν κυριολεκτικά ένα.

Το δέσιμο που είχαν, όπως ο ίδιος εξηγεί στο News247, ήταν πολύ ισχυρό, ενώ ο μόλις ένας χρόνος διαφοράς ηλικίας, τους έκανε να βιώνουν με έναν μοναδικό τρόπο τις χαρές και τις λύπες. Μαζί περνούσαν ατελείωτες ώρες, έπαιζαν και γλένταγαν, ενώ μεγαλώνοντας ο ένας θαύμαζε τον άλλο για τα προτερήματά του. Όπως θυμάται ο Νίκος «μετά τον χαμό της μητέρας μας, μείναμε οι δυο μας με τον πατέρα μας στο σπίτι. Ο Τάκης εκείνη την περίοδο ήταν στην σχολή, εγώ σπούδαζα στην ιατρική και αντιμετωπίσαμε πολλά προβλήματα. Μαζί όμως τα ξεπεράσαμε, γιατί ο ένας έδινε και βοηθούσε τον άλλο».

Ο ξεχωριστός χαρακτήρας του Τάκη, φάνηκε στην Σχολή. «Ήταν ένα εξαιρετικό παιδί, καλός δόκιμος και έγινε ένας πολύ καλός αξιωματικός.  Ήταν από εκείνους στον στρατό που δεν συμπεριφερόταν άσχημα στους κατώτερούς του. Δεν έριχνε ποινές και ήταν πολύ αγαπητός» θυμάται ο Νίκος, ενώ για το τραγικό συμβάν υπογράμμισε:  «Είχε τεράστια εμπειρία ακόμη και στις νυχτερινές πτήσεις και γι’ αυτό επιλέχθηκε μαζί με τον Χριστόδουλο Καραθανάση να μετεκπαιδευτούν προκειμένου να παραλάβουν τα καινούρια ελικόπτερα C -Hawk εκείνης της εποχή. Εκπαιδευόντουσαν συνεχώς και ήταν πάντοτε η πρώτη επιλογή των ανωτέρων τους. Άρα – συμπληρώνει ο Νίκος Βλαχάκος- πως ξαφνικά προκύπτουν προβλήματα υγείας και τους επιρρίπτουν ανθρώπινο λάθος που οδήγησε στην πτώση του ελικοπτέρου;».

Τα ερωτήματα όμως για την θυσία του Παναγιώτη και των υπολοίπων δύο αξιωματικών  παραμένουν αναπάντητα στο μυαλό του Νίκου. Είκοσι ολόκληρα χρόνια μετά δεν γνωρίζει τι ακριβώς συνέβη και στέλνει μια ύστατη κραυγή αγωνίας: «Να κοιτάξουν στα μάτια τα αδέλφια των νεκρών αξιωματικών και να μας πουν την αλήθεια. Πρέπει να σταθούν στο ύψος της θυσίας αυτών των παιδιών και να σταματήσουν να σπιλώνουν την μνήμη τους. Δεν θα κηρύξουμε πόλεμο, αλλά πρέπει με κάποιον τρόπο να ηρεμήσουμε. Ο πατέρας μου όπως και ο Ναύαρχος Καραθανάσης έφυγαν από αυτή τη ζωή με ένα γιατί και πως στο μυαλό τους. Γιατί και πώς έχασαν τα παιδιά τους. Ας το σεβαστούν».

“Ο Τάκης και το υπόλοιπο πλήρωμα είχαν τεράστια εμπειρία σε νυχτερινές πτήσεις. Είχαν πάνω από 600ώρες αντίστοιχων πτήσεων”

«Αποφοίτησε στους τρεις πρώτους στην Σχολή Δοκίμων και κάποια στιγμή ήταν αρχηγός τάξης και έγινε ένας αξιωματικός ο οποίους τηρούσε με ευλάβεια τα ιδανικά, που είχαμε πάρει από την οικογένειά μας. Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια και να μην θεωρηθεί σας παρακαλώ εθνικισμός. Έτσι μεγαλώσαμε. Ο πατέρας μας ήταν έφεδρος αξιωματικός, η μητέρα μας προερχόταν από στρατιωτική οικογένεια με καταγωγή από την Μάνη.

Μεγαλώσαμε με όλες τις αρχές και τις αξίες της εποχής του 1960. Εποχές σκληρές και όχι τόσο απελευθερωμένες όσο σήμερα. Μάθαμε να σεβόμαστε τον πατέρα μας, να τιμούμε την μητέρα μας και την οικογένειά μας. Να τιμούμε την πατρίδα και να έχουμε στην καρδιά μας τα ιδανικά και ιδεώδη του έθνους μας.

Πάντα το όνειρο του Τάκη ήταν να γίνει πιλότος. Μετά από μεγάλες θητείες σε πυραυλακάτους και αντιτορπιλικά του στόλου αποφάσισε να γίνει πιλότος στα ελικόπτερα και αυτό γιατί δεν υπέγραφε ο πατέρας μου να καταταχθεί στην Σχολή Ικάρων, που θα μπορούσε πολύ εύκολα με τους βαθμούς που είχε. Έδωσε λοιπόν, τις εξετάσεις του στα τέλη της δεκαετίας του ’80 αρχές του ’90 μπήκε πρώτος και τελείωσε πρώτος. Και έγινε συγκυβερνήτης στα Αγκούστα Μπελ.

Οι αποστολές που έκανε ήταν έρευνας και διάσωσης και πρόσφερε τις υπηρεσίες του σε δύσκολες στιγμές για την χώρα. Πέταγε σε απομακρυσμένα νησιά, σε απομονωμένα σημεία της χώρας όπου την χειμερινή περίοδο δεν υπήρχε άλλος τρόπος προσέγγισης. Μοίραζε τρόφιμα και φάρμακα σε ορεινές περιοχές, σε κατοίκους νησιών και έκανε διακομιδές, ενώ είχε αμέτρητες ώρες νυχτερινών πτήσεων. Σημειώστε πως μόνο το Πολεμικό Ναυτικό πετούσε νύχτα εκείνη την περίοδο και ειδικά για τις αεροδιακομηδές. Η εμπειρία, λοιπόν, σε νυχτερινές πτήσεις, του συγκεκριμένου πληρώματος και κάποιων άλλων πληρωμάτων ήταν τεράστια. Είχαν πάνω από 600ώρες αντίστοιχων πτήσεων. 

Μάλιστα ο Χριστόδουλος και ο Τάκης είχαν επιλεγεί να μετεκπαιδευτούν προκειμένου να παραλάβουν τα καινούρια ελικόπτερα C -Hawk ανθυποβρυχιακού πολέμου. Εκπαιδευόντουσαν συνεχώς και ήταν πάντοτε η πρώτη επιλογή. Άρα πως την μια στιγμή είναι ικανοί πιλότοι, τους στέλνουν να μετεκπαιδευτούν και να παραλάβουν τα νέα διαμάντια του Πολεμικού Ναυτικού, και στην συνέχεια τους θεωρούν ανίκανους να πετάξουν νύχτα σε άσχημες καιρικές συνθήκες».

“Του είπα «να προσέχεις σε παρακαλώ» και εκείνος μου απάντησε: «Μην φοβάσαι τίποτα αδελφέ». Ήταν η τελευταία φορά που του μίλησα…”

«Ο Τάκης δεν φοβόταν. Θυμάμαι όταν είχα τελειώσει το Πανεπιστήμιο έκανα το αγροτικό μου στις Σχοινούσες και μου είχε πει ο Τάκης: «Ξέρεις ότι τον χειμώνα ρίχνω ψωμί από το ελικόπτερο στους ανθρώπους του νησιού; Πως θα τα βγάλεις πέρα ως αγροτικός γιατρός;».

Μια μέρα πριν αναχωρήσει για την φρεγάτα Ναυαρίνο και ενώ ήμουν πλέον αγροτικός γιατρός στη Μάνη, έβλεπα την αναστάτωση στο Αιγαίο και ανησυχούσα. Τον πήρα τηλέφωνο -Κυριακή απόγευμα, θυμάμαι, 28 Ιανουαρίου 1996- και είπα στην γυναίκα του «ξύπνησέ τον θέλω να του μιλήσω». Εκείνο το Σαββατοκύριακο είχα εφημερία και θα επέστρεφα στο σπίτι το επόμενο Σαββατοκύριακο.

Μετά από λίγη ώρα ήρθε στο τηλέφωνο και του λέω: «Είναι λίγο περίεργα τα πράγματα στο Αιγαίο και θέλω να προσέχεις. Να προσέχεις σε παρακαλώ» και εκείνος μου απάντησε: «Μην φοβάσαι τίποτα αδελφέ».

Έκτοτε δεν ξαναμίλησα μαζί του. Ήταν η τελευταία φορά που τον άκουσα.

Ο Τάκης ήξερε τις δυνατότητες των συναδέλφων του, ήξερε τις δικές του και δεν φοβόταν. Δεν έκανε πίσω σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές. Κάποιοι άλλοι έκαναν, αλλά όχι ο στρατός. Δεν έκαναν πίσω αυτοί που ήταν στην πρώτη γραμμή και οι πραγματικοί Έλληνες το έχουν αποδείξει. Δεν κάνουν πίσω. Είχε, δηλαδή, μέχρι και την τελευταία στιγμή μεγάλο ενθουσιασμό και αυτοπεποίθηση που με γέμιζε περηφάνια. Φτάνοντας την επόμενη μέρα, Δευτέρα πλέον, στην φρεγάτα Ναυαρίνο, ήταν μαζί με τον Χριστόδουλο και τον Έκτορα που ήταν συμπαγές σαν πλήρωμα». 

“Σε παραπλέοντα πολεμικά σκάφη υπήρχαν πληρώματα τα οποία ενώ κλήθηκαν να πετάξουν αρνήθηκαν. Ο Χριστόδουλος, ο Παναγιώτης και ο Έκτορας όμως δεν είπαν ποτέ όχι”

«Τα όσα εκτυλίχθηκαν στην συνέχεια είναι πραγματικά συγκλονιστικά.

Την τραγική εκείνη νύχτα, γνωρίζουμε την στάση της πολιτικής ηγεσίας και ιδιαίτερα του Κώστα Σημίτη να προσπαθεί να διαχειριστεί την   κρίση και να αναγκάζει τον Ναύαρχο Λυμπέρη να εγκαταλείψει το θάλαμο επιχειρήσεων. Την ίδια στιγμή τα τουρκικά μέσα επικοινωνίας έδειχναν την απόβαση των Τούρκων στη Δυτικά Ίμια, ενώ υπήρχε σε πλήρη εξέλιξη –όπως εκ των υστέρων μάθαμε- η εμπλοκή της Αμερικής να διατάζει την Ελλάδα να αποχωρεί από τα Ίμια παίρνοντας μαζί της και το ιερό της σύμβολο. Ο Σημίτης, όμως, σε συνεννόηση με τους τότε υπουργούς Εξωτερικών και Άμυνας, ήθελαν να διαπιστώσουν την ύπαρξη των Τούρκων κομάντος στο νησί. Έτσι δόθηκε εντολή να απονηωθεί το ελληνικό ελικόπτερο και να φωτίσει τους Τούρκους στρατιώτες.

Ο Χριστόδουλος, ο Τάκης και ο Έκτορας πράγματι έκαναν τέσσερις διελεύσεις πάνω από το νησί και τους διέταξαν να κάνουν μια ακόμη. Όλα αυτά την ώρα που σε πολιτικό επίπεδο οι Έλληνες ήταν έτοιμοι να δεχθούν το Αμερικανικό σχέδιο ώστε να οδηγηθούμε στην εκτόνωση της κρίσης και σε μια άνευ προηγουμένου ήττα. Εκεί, λοιπόν, ξεκινάνε τα μεγάλα ερωτήματα. Πως μπορούσαν να γνωρίζουν οι Τούρκοι κομάντος ότι το ελικόπτερο που πετά από πάνω τους, μέσα σε φοβερή κακοκαιρία,  είναι φιλικό ή εχθρικό; Πως μπορούσαν να ξέρουν αν είναι ένα επιθετικό ελικόπτερο με βαρύ οπλισμό; Τι τους λέει το ένστικτο της επιβίωσης, όταν τους φωτίζει ένα ελικόπτερο σε απόσταση μόλις 18 μέτρων; Τι έκαναν τελικά; Έριξαν ή όχι;

Και όποιος αμφισβητεί την γενναιότητα του αδελφού μου και των υπολοίπων ας μάθουν και αυτό: στην ίδια φρεγάτα υπήρχε και ένα δεύτερο πλήρωμα που δεν είχε τόσο μεγάλη εμπειρία, ενώ σε παραπλέοντα πολεμικά σκάφη υπήρχαν πληρώματα τα οποία ενώ κλήθηκαν να πετάξουν αρνήθηκαν. Ο Χριστόδουλος, ο Παναγιώτης και ο Έκτορας όμως δεν είπαν ποτέ όχι. Είπαν θα πετάξουμε εμείς και όταν κάποιος που θέλησε να πετάξει με τον Χριστόδουλο, ο αδελφός μου τον σταμάτησε γιατί με τον Καραθανάση ήταν δίδυμο στις πτήσεις.

Όλη η επιχείρηση, λοιπόν, ήταν λάθος στημένη εξ αρχής ή αν θέλετε την κατεύθυναν άσχετοι άνθρωποι. Έστειλαν ένα ελικόπτερο μη οπλισμένο να αντιμετωπίσει μια κορυφαία εχθρική ομάδα, με τεράστια εμπειρία. Τελικά η επιμονή και εμμονή του τότε πρωθυπουργού τι νόημα είχε;

Όμως τα παιδιά ρίχτηκαν στη φωτιά, δεν φοβήθηκαν και είμαι σίγουρος ότι ο Τάκης, όπως και οι υπόλοιποι, πάλι το ίδιο θα έκαναν. Και σήμερα να ζούσε ο αδελφός μου το ίδιο θα έκανε. Με όσο άσχημες καιρικές συνθήκες και αν επικρατούσαν. Δεν έκανε πίσω ποτέ. Μα ποτέ».

“Να κοιτάξουν στα μάτια τα αδέλφια των νεκρών αξιωματικών και να μας πουν την αλήθεια. Πρέπει να σταθούν στο ύψος της θυσίας αυτών των παιδιών”

«Μέχρι στιγμής έχουμε μόνο ενδείξεις. Δεν έχουμε αποδείξεις. Ή τουλάχιστον υπάρχουν και δεν τις έχουμε μάθει. Τις κρατάνε επτασφράγιστο μυστικό. Σίγουρα συνέβη κάτι που δεν μας λένε. Πως έπεσε το ελικόπτερο; Όπως ανέφερε το κατάπτυστο πόρισμα των 13 σελίδων; Ότι ίσως έφταιγαν οι καιρικές συνθήκες, ότι αποκλείεται μηχανικό πρόβλημα, ότι αποκλείονται οι ριπές και έφτασαν στο τέλος να μιλάνε για ανθρώπινο λάθος και πως έχασε τον προσανατολισμό του ο πιλότος κάτι που είναι εξ ολοκλήρου αστείο.

Όταν βγήκε ο Αρσένης στην πρώτη του συνέντευξη κοντά στις 9 το πρωί, χωρίς να έχει βρεθεί το ελικόπτερο, χωρίς να έχουν βρεθεί οι αξιωματικοί, είπε ότι έπαθε βέρτιγκο ο πιλότος. Αυτά είναι αστεία και αυτοί που τον συμβούλεψαν να πει κάτι τέτοιο είναι αδαείς και δεν γνωρίζουν από στρατιωτικά θέματα. Δεν παθαίνεις βέρτιγκο με μικρή ταχύτητα. Δεν παθαίνεις βέρτιγκο από τις αντανακλάσεις του προβολέα. Εκτός εάν θέλησε να προκαταλάβει την εξέλιξη του πορίσματος και να κατευθύνει τελικά τα συμπεράσματα της πτώσης του ελικοπτέρου. Στην ουσία το πόρισμα δεν είπε ποτέ  τίποτα.

Δυστυχώς, είκοσι χρόνια μετά παραμένει αναπάντητο το ερώτημα γιατί έπεσε το ελικόπτερο. Και είμαι σίγουρος ότι δεν έπεσε ούτε από ανθρώπινο λάθος, ούτε από τις καιρικές συνθήκες. Από κάτι άλλο ναι. Και αυτό που έχω ζητήσει είναι να βρεθεί κάποιος από την τότε πολιτική ηγεσία ή και από την σημερινή,  να κοιτάξουν στα μάτια τα αδέλφια των νεκρών αξιωματικών και να μας πουν την αλήθεια. Πρέπει να σταθούν στο ύψος της θυσίας αυτών των παιδιών και να σταματήσουν να σπιλώνουν την μνήμη τους. Δεν θα κηρύξουμε κανέναν πόλεμο, αλλά πρέπει με κάποιον τρόπο να ηρεμήσουμε. Ο πατέρας μου όπως και ο Ναύαρχος Καραθανάσης έφυγαν από την ζωή με ένα γιατί και πως στο μυαλό τους. Γιατί και πώς έχασαν τα παιδιά τους. Έφυγαν όμως εθνικά υπερήφανοι που τα παιδιά τους πέθαναν για την πατρίδα».

“Φύλαξαν θερμοπύλες και είναι οι συνεχιστές της ιστορίας των προγόνων μας. Τα τρία αυτά παιδιά κράτησαν ψηλά το γόητρο του έθνους με τους πολιτικούς να τους μαστιγώνουν”

«Κάποτε είχα πει ότι η θυσία του αδελφού μου πήγε χαμένη γιατί η χώρα σιγά – σιγά πήρε μια φθίνουσα πορεία στα εθνικά της θέματα, ενώ ακόμη και σήμερα δηλώσεις όπως “η θάλασσα δεν έχει σύνορα” δείχνει τον εθνικό κατήφορο της πατρίδας μας.

Κατά μια έννοια, λοιπόν, ναι η θυσία του αδελφού μου πήγε χαμένη. Πήγε χαμένη γιατί υπερασπίστηκε δυο ελληνικούς βράχους στη μέση του πουθενά, οι οποίοι σήμερα χαρακτηρίζονται ως «αδέσποτα εδάφη». Και είναι αυτό για το οποίο είχε ορκιστεί ότι δεν θα παραχωρήσει σπιθαμή προς σπιθαμή ελληνικού εδάφους. Ο αδελφός μου και οι συνάδερφοί του το τήρησαν. Φύλαξαν θερμοπύλες και είναι οι συνεχιστές της ιστορίας των προγόνων μας. Και για αυτό γίνανε ήρωας. Δεν ήταν ήρωες. Ξεκίνησαν και έγιναν ήρωες. Όμως με την θυσία τους χάθηκαν και τα Ίμια και ας αρνούμαστε να το παραδεχθούμε. 

Δεν πήγε χαμένη όμως για τις νέες γενιές. Εκεί έχω τις ελπίδες μου. Σε αυτούς πιστεύω και στα διδάγματα που θα αντλούν από τους τρεις σύγχρονους ήρωες της ιστορίας μας. 

Όλα αυτά τα χρόνια ο απλός κόσμος, οι απλοί Έλληνες τους έχουν κάνει δικά τους παιδιά. Εκείνη την νύχτα η Ελλάδα ντροπιάστηκε. Την μια στιγμή ήμασταν υπερήφανοι βλέποντας ότι πάμε με τα καράβια μας και τον στρατό μας να δώσουμε μια μάχη και μονομιάς γίναμε  ταπεινωμένοι σύμμαχοι. Και βρέθηκαν τρία παιδιά να κρατήσουν ψηλά  το γόητρο όλου του έθνους με τους πολιτικούς να τους μαστιγώνουν».

“Ας αντλήσουμε δύναμη από τους νεκρούς αδελφούς μας ώστε να μην τσαλακωθεί για ακόμη μια φορά το γόητρό μας”

«Ήταν έτοιμοι να πεθάνουν. Γι αυτό άλλωστε πριν μπουν στο ελικόπτερο δίπλωσαν τα ρούχα τους και είπαν να τα δώσουν στις γυναίκες τους.

Στη διάρκεια αυτών των είκοσι ετών έχω συναντήσει μικρά παιδιά που αν και γεννήθηκαν εκείνη την εποχή νιώθουν μεγάλη συγκίνηση. Θέλουν να θυμούνται και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ακόμη και σήμερα υπάρχουν άνθρωποι έτοιμοι να θυσιαστούν για την πατρίδα μας.

Αυτή η θυσία πρέπει να μας δίνει δύναμη, ώστε να μαχόμαστε απέναντι σε όσους επιζητούν να υπονομεύουν την εθνική μας κυριαρχία. Ας αντλήσουμε δύναμη από τους νεκρούς αδελφούς μας ώστε να μην τσαλακωθεί για ακόμη μια φορά το γόητρό μας. Ας αποτελούν το φωτεινό παράδειγμα για να αγωνιζόμαστε και να είμαστε έτοιμοι να παλέψουμε και να θυσιαστούμε για τα ιδανικά μας. Ας αποκτήσουμε επιτέλους συνείδηση για αυτήν την πατρίδα. Το αξίζει… »

Τελειώνοντας την δίωρη συζήτησή μας με τον ξεχωριστό άνθρωπο και επιστήμονα Νίκο Βλαχάκο δώσαμε ένα ακόμη ραντεβού, ελπίζοντας, τόσο ο ίδιος όσο και οι συγγενείς του Χριστόδουλου Καραθανάση και του Έκτορα Γιαλοψού να μάθουν την αλήθεια γύρω από τον χαμό των ανθρώπων τους και αναρωτηθήκαμε. Ένας Πατριώτης δεν θα βρεθεί στην μνήμη αυτών των Ηρώων;

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα