”Φρένο” ΣτΕ στην τακτοποίηση αυθαιρέτων με οικοδομικές άδειες που ακυρώθηκαν δικαστικά
Διαβάζεται σε 8'
Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε αντισυνταγματικές διατάξεις του ν. 4495/2017, κρίνοντας ότι αποδυναμώνουν δικαστικές αποφάσεις για τα αυθαίρετα και παραβιάζουν την αποτελεσματική δικαστική προστασία.
- 17 Αυγούστου 2026 17:47
Αντισυνταγματικό έκρινε το Συμβούλιο της Επικρατείας το νομοθετικό πλαίσιο που επιτρέπει την τακτοποίηση αυθαίρετων κτισμάτων, των οποίων οι οικοδομικές άδειες έχουν προηγουμένως ακυρωθεί με δικαστικές αποφάσεις.
Με τις αποφάσεις 1182 και 1183/2026, η Ολομέλεια του ΣτΕ εξέτασε τη συνταγματικότητα των διατάξεων του άρθρου 110 παρ. 3 του ν. 4495/2017, οι οποίες επέτρεπαν την τακτοποίηση αυθαιρέτων όταν η οικοδομική άδεια είχε ακυρωθεί λόγω εφαρμογής ανίσχυρου ή εσφαλμένου πολεοδομικού καθεστώτος, υπό την προϋπόθεση ότι ο ιδιοκτήτης δεν είχε υποβάλει ψευδή ή αναληθή στοιχεία.
Γιατί κρίθηκαν αντισυνταγματικές οι διατάξεις
Σύμφωνα με το ΣτΕ, η αυτόματη υπαγωγή αυτών των κτισμάτων στις ευνοϊκές ρυθμίσεις του νόμου έχει ως αποτέλεσμα να αποδυναμώνονται οι αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις που είχαν ακυρώσει τις οικοδομικές άδειες.
Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι με τον τρόπο αυτό αίρεται ουσιαστικά η υποχρέωση της Διοίκησης να συμμορφωθεί με τις δικαστικές αποφάσεις, παραβιάζοντας τα άρθρα 20 παρ. 1, 26 και 95 παρ. 5 του Συντάγματος.
Μάλιστα, το ΣτΕ ξεκαθαρίζει ότι η προστασία της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ιδιοκτητών, ακόμη και όταν εκείνοι δεν ευθύνονται για την ακύρωση της άδειας, δεν μπορεί να υπερισχύσει της υποχρέωσης εφαρμογής των δικαστικών αποφάσεων και του δικαιώματος δικαστικής προστασίας όσων προσέφυγαν και πέτυχαν την ακύρωση των αδειών.
Η Ολομέλεια έκρινε παράλληλα ότι οι επίμαχες διατάξεις παραβιάζουν και το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος, καθώς επιτρέπουν τη διατήρηση των κτισμάτων με τους όρους των οικοδομικών αδειών που έχουν ήδη ακυρωθεί, χωρίς να έχει προηγηθεί νέα άδεια ή άλλη διοικητική πράξη βασισμένη σε νέα πολεοδομικά δεδομένα.
Κατά το ΣτΕ, νόμιμη διατήρηση τέτοιων κτισμάτων θα μπορούσε να στηριχθεί σε μια γενικότερη μεταβολή του πολεοδομικού καθεστώτος της περιοχής, η οποία όμως θα πρέπει να υπαγορεύεται από πολεοδομικά και περιβαλλοντικά κριτήρια και να εντάσσεται σε ορθολογικό σχεδιασμό.
Τι αναφέρει το ΣτΕ για αποζημίωση
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η αναφορά της απόφασης στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ).
Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο νόμος δεν προβλέπει ούτε έναν εναλλακτικό τρόπο ικανοποίησης εκείνων που είχαν δικαιωθεί δικαστικά, όπως θα μπορούσε να είναι η καταβολή ειδικά προβλεπόμενης αποζημίωσης, σε περίπτωση που τα επίμαχα κτίρια τελικά δεν κατεδαφίζονταν.
Για τον προσδιορισμό μιας τέτοιας αποζημίωσης, σύμφωνα με το ΣτΕ, θα έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη μεταξύ άλλων η βλάβη από τη μακρόχρονη παράνομη διατήρηση του κτίσματος, η διάρκεια των δικαστικών αγώνων και τυχόν παράλειψη της Διοίκησης να συμμορφωθεί με την ακυρωτική απόφαση.
Η απόφαση έρχεται εννέα χρόνια μετά την ψήφιση του ν. 4495/2017 και συνεχίζει τη νομολογιακή γραμμή του ΣτΕ για την προστασία του πολεοδομικού σχεδιασμού και την υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης στις δικαστικές αποφάσεις.
Η γνωμάτευση του ΣτΕ
”Το Δικαστήριο, στις αποφάσεις 1182 και 1183/2026 της Ολομελείας του (Πρόεδρος: Μ. Πικραμένος, Εισηγητής: Χρ. Παπανικολάου, Σύμβουλος Επικρατείας), ασχολήθηκε με το ζήτημα της συνταγματικότητας των διατάξεων των περ. α΄ και β΄ της παρ. 3 του άρθρου 110 του ν. 4495/2017, με τις οποίες επιτρέπεται η τακτοποίηση αυθαιρέτων, η οικοδομική άδεια των οποίων ακυρώθηκε με δικαστική απόφαση λόγω εφαρμογής ανίσχυρου ή εσφαλμένου πολεοδομικού καθεστώτος, υπό την προϋπόθεση ότι δεν υποβλήθηκαν από τον διοικούμενο, κατά την έκδοση αυτής, ψευδή ή αναληθή στοιχεία.
Το Δικαστήριο στις πρώτες σκέψεις των αποφάσεων υπενθύμισε τη νομολογία του περί αυθαιρέτων, και ειδικότερα τις αποφάσεις της Ολομέλειας 3500/2009 και 3921/2010 που έκριναν ότι διατάξεις με τις οποίες επιχειρήθηκε να εξαιρεθούν από την κατεδάφιση νέες αυθαίρετες οικοδομές (συντελεσθείσες μετά την 31.1.1983 – την αρχική «κόκκινη γραμμή» που είχε θέσει ο ν. 1337/1983), μεταξύ αυτών και εκείνες που ανεγέρθηκαν από καλόπιστους διοικουμένους δυνάμει οικοδομικής αδείας, η οποία ακυρώθηκε στη συνέχεια με δικαστική απόφαση, αντίκεινται στο άρθρο 24 του Συντάγματος, καθόσον οδηγούσαν στη νόθευση του πολεοδομικού σχεδιασμού, μεταξύ άλλων και διότι οι προϋποθέσεις της εξαίρεσης αναφέρονταν σε κάθε εξεταζόμενο κτίσμα, χωρίς να εκτιμάται η συνολική επιβάρυνση της περιοχής.
Ακολούθησαν οι αποφάσεις 3341/2013, 1118/2014 και 1119/2014 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου με τις οποίες κρίθηκε ότι οι ρυθμίσεις του ν. 4014/2011, με τις οποίες η τακτοποίηση των αυθαιρέτων κτισμάτων της νέας «κόκκινης γραμμής» (28.7.2011), μεταξύ αυτών και εκείνων που ανεγέρθηκαν από καλόπιστους και κατέστησαν αυθαίρετα λόγω ακύρωσης της οικοδομικής τους άδειας, καταστρώθηκε ως αυτόματη διαδικασία αντίκεινται στο Σύνταγμα διότι έχουν ως συνέπεια να νοθεύεται ο συνταγματικά επιβαλλόμενος ορθολογικός πολεοδομικός σχεδιασμός. Εν συνεχεία με την 1858/2015 απόφαση της Ολομέλειας του ΣτΕ κρίθηκαν συνταγματικώς ανεκτές οι διατάξεις του ν. 4178/2013 που προέβλεψαν αθρόα «νομιμοποίηση» αυθαιρέτων κατασκευών της ίδιας κόκκινης γραμμής, περαιτέρω όμως κρίθηκε ότι το άρθρο 23 παρ. 6 του ν. 4178/2013, που προέβλεπε την δυνατότητα εξαίρεσης από την κατεδάφιση κτισμάτων, οι άδειες των οποίων ακυρώθηκαν με αμετάκλητη δικαστική απόφαση, έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 26, 20 παρ. 1 και 95 παρ. 5 του Συντάγματος.
Μετά την παράθεση της ανωτέρω νομολογίας το Δικαστήριο έκρινε ότι οι περ. α΄ και β΄ της παρ. 3 του άρθρου 110 του ν. 4495/2017 αντίκεινται σε περισσότερες διατάξεις του Συντάγματος. Ειδικότερα, Α) σύμφωνα με την πρώτη συνταγματική βάση οι ως άνω διατάξεις αντίκεινται στα άρθρα 20 παρ. 1, 26 και 95 παρ. 5 διότι επιλέγουν, όπως και οι αντίστοιχες προηγούμενες του ν. 4178/2013 αλλά και του ν. 4014/2011, το σύστημα αυτόματης υπαγωγής των συγκεκριμένων αυθαιρέτων, των οποίων οι οικοδομικές άδειες έχουν ακυρωθεί με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 4495/2017, με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση των εκδοθεισών δικαστικών αποφάσεων, εφόσον αίρεται η υποχρέωση συμμόρφωσης της Διοίκησης προς αυτές.
Δεν συντρέχει δε περίπτωση προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης εκείνων τα κτίρια των οποίων κατέστησαν αυθαίρετα εξαιτίας της ακύρωσης της οικοδομικής τους άδειας για λόγους που δεν αφορούν σε υπαίτια συμπεριφορά τους, διότι τούτο δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επιτακτικός λόγος γενικού συμφέροντος και να υπερισχύσει της συνταγματικής υποχρέωσης του νομοθέτη και της Διοίκησης να εφαρμόζουν τις δικαστικές αποφάσεις ούτε να καταστήσει κενό περιεχομένου το δικαίωμα δικαστικής προστασίας των αντιδίκων που επέτυχαν την ακύρωση των αδειών για ουσιαστικούς πολεοδομικούς λόγους.
Άλλωστε, κατά την στάθμιση μεταξύ δικαιολογημένης εμπιστοσύνης ιδιοκτητών που εξέδωσαν οικοδομικές άδειες με όρους εσφαλμένους ή ανίσχυρους και του ατομικού δικαιώματος δικαστικής προστασίας, το Δικαστήριο είχε ήδη διαμορφώσει νομολογία ότι τα κτίσματα που έχουν ανεγερθεί δυνάμει αδειών οι οποίες ακυρώθηκαν με αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις, δεν μπορούν, κατά το Σύνταγμα να εξαιρεθούν από την κατεδάφιση. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις του άρθρου 110 παρ. 3 εδάφια α΄ και β΄ του νόμου 4495/2017 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 34 παρ. 41 του ν. 4546/2018, αντίκεινται στα άρθρα 26 παρ. 1, 95 παρ. 5 και 20 παρ. 1 του Συντάγματος. Β) Κατά τη δεύτερη συνταγματική βάση οι ελεγχόμενες διατάξεις προσκρούουν στο άρθρο 24 παρ. 2 Συντ., διότι επιτρέπουν τη διατήρηση των κτιρίων με τα χαρακτηριστικά που προέβλεπαν οι ακυρωθείσες οικοδομικές άδειες χωρίς τούτο να είναι αποτέλεσμα νέας οικοδομικής άδειας ή άλλης πράξης, εκδιδόμενης επί τη βάσει νομικών και πραγματικών δεδομένων πολεοδομικού χαρακτήρα, διαφόρων εκείνων ενόψει των οποίων κρίθηκε δικαστικώς η νομιμότητα των ακυρωθεισών αδειών.
Ενόψει του θεμελιώδους ελαττώματος των εν λόγω αδειών, περίπτωση διατήρησης, νόμιμης και θεμιτής, θα ήταν εκείνη η οποία θα είχε ως έρεισμα μία γενική μεταβολή του εφαρμοστέου πολεοδομικού καθεστώτος της περιοχής, η οποία θα ελάμβανε χώρα κατά τρόπο συμβατό με την απορρέουσα από το Σύνταγμα υποχρέωση του νομοθέτη για ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό. Μία μεταβολή, δηλαδή, υπαγορευόμενη από πολεοδομικά κριτήρια, σύμφωνα με την ιδιομορφία, τη φυσιογνωμία και τις ανάγκες της περιοχής και στοχεύουσα στην ορθή ανάπτυξη του οικισμού, στην προστασία του περιβάλλοντος, στη θέσπιση των βέλτιστων δυνατών όρων διαβίωσης και στην οικονομική ανάπτυξη στο πλαίσιο της αρχής της αειφορίας, η οποία θα ελάμβανε υπόψη και την επιβάρυνση του οικισμού από την εφαρμογή των κριθέντων ως εσφαλμένων ή ανίσχυρων όρων δόμησης και θα επιχειρούσε να προβεί στην περιβαλλοντική και πολεοδομική αποκατάσταση και εξισορρόπηση της επιβάρυνσης.
Οι ελεγχόμενες διατάξεις του ν. 4495/2017 προσκρούουν, τέλος, στις διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ περί αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και διότι δεν προσφέρουν έναν εναλλακτικό τρόπο ικανοποίησης του δικαιώματος δικαστικής προστασίας των νικησάντων διαδίκων προβλέποντας τη χορήγηση αποζημίωσης, ειδικώς εκ του νόμου καθοριζόμενης, σε όσους επέτυχαν την ακύρωση των οικοδομικών αδειών κτιρίων, χωρίς αυτά να κατεδαφίζονται. Προκειμένου να προσδιοριστεί το ύψος μιας τέτοιας αποζημίωσης θα έπρεπε να συνεκτιμηθούν τα δικαιώματα των νικησάντων διαδίκων, χάριν των οποίων ζητήθηκε δικαστική προστασία (λ.χ. το δικαίωμα της ειρηνικής απόλαυσης της περιουσίας), η βλάβη αυτών από τη μακρόχρονη παράνομη διατήρηση των αυθαιρέτων κτιρίων, η διάρκεια των δικαστικών αγώνων και η διαγνωσθείσα από δικαστήριο παράλειψη της Διοίκησης να συμμορφωθεί προς την ακυρωτική απόφαση.”