Οικονομία 2026–2030: Δημογραφικό, παραοικονομία και χαμηλή παραγωγικότητα σκιάζουν την ελληνική ανάκαμψη

Διαβάζεται σε 7'
οικονομία
Οικονομικοί δείκτες (φωτογραφία αρχείου) iStock

Τι αποκαλύπτουν τα ευρύματα της νέας έρευνας του EWC Investments – Think Tank με τίτλο “Η ελληνική οικονομία 2026–2030: Η ανατομία μιας δομικής ανάκαμψης”.

Παρά τη θεαματική βελτίωση των δημοσιονομικών δεικτών και την επιστροφή της Ελλάδας στην επενδυτική βαθμίδα, η νέα έρευνα του EWC Investments – Think Tank επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει βαθιές διαρθρωτικές αδυναμίες που μπορούν να επηρεάσουν τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα της ανάπτυξης.

Η έκθεση, με τίτλο «Η ελληνική οικονομία 2026–2030: Η ανατομία μιας δομικής ανάκαμψης», ξεκαθαρίζει ότι η πρόοδος των τελευταίων ετών δεν αρκεί για να εξαφανίσει παθογένειες δεκαετιών.

Κυριότερη απειλή θεωρείται το δημογραφικό πρόβλημα. Οι γεννήσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν από 115.000 το 2010 σε μόλις 69.000 το 2024, ενώ ο πληθυσμός σε ηλικία εργασίας προβλέπεται να συρρικνωθεί κατά 1,5 έως 1,7 εκατομμύρια άτομα μέχρι το 2050. Η έρευνα χαρακτηρίζει την εξέλιξη αυτή «δημογραφικό κρημνό», προειδοποιώντας ότι θα ασκήσει σοβαρές πιέσεις στην αγορά εργασίας, στο ασφαλιστικό σύστημα και στις αναπτυξιακές δυνατότητες της χώρας.

Την ίδια στιγμή, η παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας εξακολουθεί να κινείται αισθητά χαμηλότερα από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η ωριαία παραγωγικότητα της εργασίας παραμένει στο 56,2% του μέσου ευρωπαϊκού επιπέδου, στοιχείο που αποτυπώνει το διαρθρωτικό έλλειμμα ανταγωνιστικότητας της οικονομίας.

Σημαντική παραμένει και η έκταση της παραοικονομίας, η οποία σύμφωνα με την έρευνα υπολογίζεται στο 20,9% του ΑΕΠ, παρά τη βελτίωση που έχει επιφέρει η ψηφιοποίηση των φορολογικών μηχανισμών και η επέκταση των ηλεκτρονικών συναλλαγών.

Παράλληλα, το ποσοστό μη συμμόρφωσης στους φορολογικούς ελέγχους εξακολουθεί να βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα, αγγίζοντας το 29,7%, γεγονός που καταδεικνύει ότι η μάχη κατά της φοροδιαφυγής δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Η ανάκαμψη

Η έκθεση του EWC, ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα έχει πετύχει μία από τις πιο εντυπωσιακές δημοσιονομικές και θεσμικές ανακάμψεις στην Ευρώπη μετά την κρίση χρέους, ωστόσο σημειώνει ότι η πραγματική πρόκληση της επόμενης δεκαετίας θα είναι η μετατροπή αυτής της ανάκαμψης σε διατηρήσιμη παραγωγική ανάπτυξη.

Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά, η χώρα έχει πλέον σταθεροποιήσει τη δημοσιονομική της εικόνα, όμως η επόμενη φάση απαιτεί αύξηση παραγωγικότητας, αντιμετώπιση της δημογραφικής συρρίκνωσης και περαιτέρω περιορισμό της παραοικονομίας, ώστε η σημερινή υπεραπόδοση να αποκτήσει μόνιμα χαρακτηριστικά.

Τα δεδομένα

Πιο συγκεκριμένα, με βάση τη μελέτη, “αυτό που έχει επιτύχει η Ελλάδα μεταξύ 2019 και 2026 δεν έχει προηγούμενο ανάλογης κλίμακας στην Ευρωπαϊκή Ένωση της μεταμνημονιακής εποχής. Κράτος μέλος που χρεοκόπησε το 2012, έχασε την επενδυτική βαθμίδα από όλους τους μεγάλους οίκους αξιολόγησης, είδε το δημόσιο χρέος του να φτάνει το 209,4% του ΑΕΠ στο χαμηλό σημείο της πανδημίας και απορρόφησε τρία διαδοχικά προγράμματα διάσωσης, έχει σήμερα ανακτήσει την επενδυτική βαθμίδα από κάθε οίκο αξιολόγησης που το καλύπτει, παράγει το δεύτερο υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα της ευρωζώνης, έχει μειώσει το κενό ΦΠΑ κατά περίπου επτά δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως, και έχει ανοικοδομήσει τη θεσμική φορολογική του αρχιτεκτονική εκ θεμελίων.

Κάθε αριθμητικός ισχυρισμός στο παρόν άρθρο έχει διασταυρωθεί τουλάχιστον με δύο ανεξάρτητες θεσμικές πηγές, μεταξύ των οποίων η Ελληνική Στατιστική Αρχή (ΕΛΣΤΑΤ), η Τράπεζα της Ελλάδος, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), η Eurostat, οι έξι οίκοι αξιολόγησης που καλύπτουν την Ελλάδα, και η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ). Η ανάκαμψη αποτελεί τη συγκλίνουσα ανάγνωση κάθε θεσμικού φορέα που εκδίδει στοιχεία για την ελληνική οικονομία.

Η θεσμική διαφωνία που απομένει δεν αφορά πλέον το εάν συμβαίνει η ανάκαμψη, αλλά το πόσο διατηρήσιμη θα αποδειχθεί έως το 2030 και πόσο από αυτήν έχουν ήδη τιμολογήσει οι αγορές. Αυτό που καταγράφουν τα δεδομένα είναι ότι το ελληνικό κράτος, η θεσμική αρχιτεκτονική που έχει οικοδομήσει, και οι ιθύνοντες και δημόσιοι λειτουργοί που εκτέλεσαν το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα έχουν παραδώσει μία από τις πιο συνεκτικές προσπάθειες δημοσιονομικής και θεσμικής αποκατάστασης στη σύγχρονη ευρωπαϊκή ιστορία.

Οι αριθμοί που ορίζουν το νέο σκηνικό

Το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% σε ετήσια βάση το 2025, το τρίτο διαδοχικό έτος στον ίδιο ρυθμό, έναντι μέσου ευρωπαϊκού ρυθμού 1,0% με 1,2%. Στο τρίτο τρίμηνο του 2025 η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 0,6% σε τριμηνιαία βάση, διπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου 0,3%. Το χρέος της γενικής κυβέρνησης ως ποσοστό του ΑΕΠ έχει υποχωρήσει από το ιστορικό υψηλό του 209,4% το 2020 (έτος της πανδημικής συρρίκνωσης) στο 146,1% στο τέλος του 2025, με προβλεπόμενη τροχιά γύρω στο 142% για το 2026 σύμφωνα με τις Φθινοπωρινές Προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και κάτω από το 140% το 2027. Ο στρατηγικός στόχος του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών είναι κάτω από το 100% έως το 2035.

Η Ελλάδα παράγει σήμερα το δεύτερο υψηλότερο πρωτογενές πλεόνασμα της ζώνης του ευρώ: 4,7% του ΑΕΠ το 2024 και 4,3% το 2025 σύμφωνα με τις πιο πρόσφατες εκτιμήσεις. Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων του ελληνικού τραπεζικού συστήματος έχει υποχωρήσει από την κορύφωση του 45,6% το 2016 στο 3,8% στο τέλος του 2024, το χαμηλότερο επίπεδο από την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη, σύμφωνα με την Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας της Τράπεζας της Ελλάδος του Μαΐου 2025. Ο Γενικός Δείκτης Τιμών του Χρηματιστηρίου Αθηνών κατέγραψε άνοδο 44,30% το 2025, τη δεύτερη υψηλότερη ετήσια απόδοση μετά το 1998 και την έκτη παγκοσμίως μεταξύ των οργανωμένων χρηματιστηρίων.

Ο κύκλος των αναβαθμίσεων

Έως τον Μάρτιο του 2025, και οι έξι μεγαλύτεροι οίκοι αξιολόγησης που καλύπτουν την Ελλάδα είχαν αποκαταστήσει την επενδυτική βαθμίδα. Πρώτος ο Scope Ratings τον Αύγουστο του 2023, ακολούθησε ο DBRS Morningstar, η S&P Global τον Οκτώβριο, η Fitch τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, η Kroll Bond Rating Agency στο τέλος του 2024, και τέλος η Moody’s τον Μάρτιο του 2025 με την πολυαναμενόμενη αναβάθμιση από Ba1 σε Baa3. Η Ελλάδα επανήλθε στην επενδυτική κατηγορία διεθνώς για πρώτη φορά μετά από δεκατρία χρόνια απουσίας. Το ελληνικό δεκαετές κρατικό ομόλογο διαπραγματεύεται σήμερα περίπου πενήντα μονάδες βάσης κάτω από το ιταλικό αντίστοιχο, μία διαρθρωτική αναστροφή των ιστορικών σχέσεων που αξίζει τη θέση της στην ιστορία των ευρωπαϊκών αγορών ομολόγων.

Η σιωπηλή φορολογική επανάσταση

Το πιο σημαντικό και ταυτόχρονα το λιγότερο συζητημένο εύρημα της έρευνας αφορά τη φορολογική αρχιτεκτονική του ελληνικού κράτους. Η πορεία μεταρρύθμισης 2019–2026 έχει παράγει την πιο σημαντική δημοσιονομική μετασχηματιστική παρέμβαση σε ολόκληρη την ευρωζώνη της μεταμνημονιακής εποχής. Η συστηματική κατάργηση του κενού ΦΠΑ έχει μειώσει κατά περίπου 7 δισ. ευρώ ετησίως τα έσοδα που η Ελλάδα έχανε, σύμφωνα με την Έκθεση VAT Gap 2025 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η υποχρεωτική διασύνδεση ταμειακών μηχανών με τερματικά POS κατά τη διάρκεια του 2024 παρήγαγε εντυπωσιακά ποσοτικά αποτελέσματα. Στον κλάδο του προγραμματισμού υπολογιστών οι συναλλαγές POS αυξήθηκαν κατά 2.459%, από 4,8 σε 128 εκατ. ευρώ μέσα σε δώδεκα μήνες. Στις αίθουσες εκδηλώσεων η αύξηση ήταν 471%, στα ταξί 221%, στις μεταφορές 57%, στην εστίαση 39%, στα ξενοδοχεία 24%. Τα δημόσια έσοδα αυξήθηκαν κατά 2,66 δισ. ευρώ μόνο το 2024 ως άμεση συνέπεια αυτής της διασύνδεσης. Η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ) λειτουργεί πλέον με συνταγματική κατοχύρωση ανεξαρτησίας.

Η πλατφόρμα myDATA έχει επιβληθεί καθολικά. Το σύστημα άμεσων πληρωμών IRIS έχει ενσωματωθεί ως αναγνωρισμένο κανάλι με αυτόματη αναφορά στο myDATA, δημιουργώντας ένα ολοκληρωμένο ψηφιακό ίχνος ελέγχου από τον καταναλωτή προς τη φορολογική αρχή.

Τα στηρίγματα: Τουρισμός, Ναυτιλία, Επενδύσεις

Ο τουρισμός κατέγραψε έσοδα ύψους 23,6 δισ. ευρώ και 38 εκατομμύρια αφίξεις το 2025, το τρίτο διαδοχικό ρεκόρ. Οι Έλληνες εφοπλιστές ελέγχουν περίπου το 21% του παγκόσμιου εμπορικού στόλου σε όρους χωρητικότητας. Οι ξένες άμεσες επενδύσεις ανήλθαν σε 12,8 δισ. δολάρια το 2025, αύξηση 69% σε ετήσια βάση και υψηλότερη τιμή εικοσαετίας, σε μία περίοδο κατά την οποία οι συνολικές ευρωπαϊκές εισροές ΞΑΕ υποχώρησαν κατά 6%.

Η πενταετής τροχιά

Η EWC αναμένει ότι η ελληνική υπεραπόδοση είναι πιθανό να συνεχιστεί έως το 2027 και να αποτονωθεί σταδιακά αλλά διατηρήσιμα έως το 2030. Ο κύκλος αναβαθμίσεων δεν έχει ολοκληρωθεί. Η μετάβαση στα ψηφιακά περιουσιακά στοιχεία υπό το πλαίσιο MiCA (Νόμος 5193/2025) είναι ασυνήθιστα καλά τοποθετημένη. Η φορολογική αρχιτεκτονική έχει αποκαταστήσει διαρθρωτικά τη δημοσιονομική ικανότητα.”

 

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα