Οι γυναίκες πονάνε περισσότερο από τους άνδρες, σύμφωνα με παγκόσμια μελέτη

Διαβάζεται σε 6'
Οι γυναίκες πονάνε περισσότερο από τους άνδρες, σύμφωνα με παγκόσμια μελέτη
Πόνος στην μέση (αρχείου) iStock

Νέα παγκόσμια έρευνα σε περισσότερους από 6 εκατομμύρια ανθρώπους επιβεβαιώνει την ύπαρξη του gender pain gap, αποκαλύπτοντας ότι οι γυναίκες υποφέρουν συχνότερα από κάθε τύπο πόνου.

Οι γυναίκες αναφέρουν ότι υποφέρουν από περισσότερο πόνο σε σύγκριση με τους άνδρες, σύμφωνα με νέα, μεγάλης κλίμακας παγκόσμια μελέτη.

Το εύρημα αυτό ισχύει για όλους τους τύπους πόνου που εξέτασαν οι ερευνητές και έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία παραμένει έντονη η ανησυχία για το λεγόμενο «χάσμα πόνου μεταξύ των φύλων» (gender pain gap), εξαιτίας του οποίου οι γυναίκες έχουν μικρότερες πιθανότητες να λάβουν την αναλγητική αγωγή που χρειάζονται.

Ερευνητές από όλο τον κόσμο πραγματοποίησαν «μία από τις μεγαλύτερες προσπάθειες εναρμόνισης δεδομένων στην επιδημιολογία του πόνου μέχρι σήμερα».

Συγκεντρώθηκαν στοιχεία από περισσότερους από 6 εκατομμύρια ανθρώπους σε 118 χώρες, για την περίοδο 1990-2025, με τις ηλικίες των συμμετεχόντων να κυμαίνονται από τα 5 έως και πάνω από τα 100 έτη.

Η έρευνα, που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Nature Medicine, εξέτασε πώς κατανέμεται ο πόνος τόσο γεωγραφικά όσο και σε ολόκληρη τη διάρκεια της ανθρώπινης ζωής.

Περισσότερος πόνος στις γυναίκες σε όλα τα σημεία του σώματος

Όπως μεταδίδει η TheGuardian, διαπιστώθηκε ότι ο πόνος που ανέφεραν οι ίδιες οι γυναίκες σε 11 σημεία του σώματος –κεφάλι, πρόσωπο, αυχένα ή ώμο, πέλμα ή αστράγαλο, χέρι ή καρπό, αγκώνα, θώρακα, πλάτη, στομάχι ή κοιλιά, ισχίο και γόνατο– ήταν συχνότερος σε σχέση με τους άνδρες.

Η διαφορά ήταν ιδιαίτερα έντονη στους πονοκεφάλους, καθώς και στον πόνο στο πρόσωπο και την κοιλιά.

Τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες, η μεγαλύτερη αύξηση του πόνου καταγραφόταν πριν από την ηλικία των 55 ετών, ενώ κορυφωνόταν στα 75 ή και αργότερα.

Ο πόνος στην πλάτη, το ισχίο και το γόνατο αυξανόταν καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής.

Το εύρημα αυτό υποδεικνύει «ότι ένα σημαντικό μέρος της συνολικής επιβάρυνσης από τον πόνο στη διάρκεια της ζωής αναπτύσσεται κατά την παραγωγική ηλικία», έγραψαν οι συγγραφείς της μελέτης.

Ο πόνος στην πλάτη ο συχνότερος

Περίπου το 40% των συμμετεχόντων ανέφερε πόνο στην πλάτη, ενώ ο πόνος στο πρόσωπο ήταν ο σπανιότερος, με ποσοστό 2%.

Στις περιοχές με τον χαμηλότερο Δείκτη Ανθρώπινης Ανάπτυξης καταγράφηκε σημαντικά «υψηλότερος επιπολασμός σωματικού πόνου σε προχωρημένες ηλικίες», ενώ στους ηλικιωμένους τα ποσοστά οσφυαλγίας ήταν σχεδόν διπλάσια.

Ο πόνος υψηλής έντασης κορυφωνόταν περίπου στην ηλικία των 50 ετών, ενώ ο γενικευμένος πόνος έφτανε στο υψηλότερο σημείο του γύρω στα 70.

«Συνολικά, τα αποτελέσματά μας υποδεικνύουν ότι, παρότι η πιθανότητα να βιώσει κάποιος οποιονδήποτε πόνο αυξάνεται σταθερά με την ηλικία, οι πλέον αναπηρογόνες μορφές πόνου ακολουθούν μια πορεία ανεστραμμένου U, κορυφώνονται δηλαδή από τη μέση έως την ύστερη ενήλικη ζωή και στη συνέχεια υποχωρούν», έγραψαν οι συγγραφείς.

«Αυτή η διάκριση, μεταξύ του πόνου που συσσωρεύεται και του πόνου που εντείνεται και στη συνέχεια υποχωρεί, έχει άμεσες συνέπειες ως προς το πού θα πρέπει να επικεντρώνονται η πρόληψη και η φροντίδα στα διαφορετικά στάδια της ζωής».

Πώς αλλάζει ο πόνος με την ηλικία

Οι συγγραφείς σημείωσαν ότι οι σημερινές εκτιμήσεις επικεντρώνονται στις διαγνώσεις, γεγονός που ενδέχεται να αφήνει εκτός ανθρώπους με περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας.

Για τον λόγο αυτό ανέλυσαν τα ποσοστά του πόνου όπως τον ανέφεραν οι ίδιοι οι συμμετέχοντες. Όπως έγραψαν, η προσέγγιση αυτή θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για δικαιότερη παρακολούθηση και αποτελεσματικότερες προσπάθειες πρόληψης.

«Οι πορείες διέφεραν σημαντικά ανάλογα με τον τύπο του πόνου: ο πονοκέφαλος και ο πόνος στην κοιλιά και το πρόσωπο κορυφώνονταν νωρίτερα στη ζωή και στη συνέχεια μειώνονταν, ενώ ο μυοσκελετικός πόνος γενικά αυξανόταν προοδευτικά με την ηλικία», ανέφεραν.

Στα σημεία του μυοσκελετικού συστήματος, ο πόνος στο άνω μέρος του σώματος –συμπεριλαμβανομένων του αυχένα, του ώμου και του αγκώνα– κορυφωνόταν περίπου στη μέση ηλικία και στη συνέχεια μειωνόταν.

Αντίθετα, ο πόνος στο κάτω μέρος του σώματος –συμπεριλαμβανομένων της πλάτης, του ισχίου και του γόνατος– συνέχιζε να αυξάνεται σε όλη τη διάρκεια της ζωής.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, αυτό συνάδει με τον μεγαλύτερο ρόλο της σωρευτικής μηχανικής καταπόνησης και της εκφύλισης στα σημεία που φέρουν το βάρος του σώματος.

Κάπνισμα, παχυσαρκία και χαμηλό εισόδημα

Η μελέτη διαπίστωσε επίσης ότι το 18,3% της παγκόσμιας επιβάρυνσης από τον πόνο αποδιδόταν στο κάπνισμα, την παχυσαρκία και το χαμηλό οικογενειακό εισόδημα.

Το ποσοστό κυμαινόταν από 12,6% στην υποσαχάρια Αφρική έως 27,1% στην Ανατολική Ευρώπη.

Στην Ωκεανία, το 6,6% της επιβάρυνσης από τον πόνο αποδιδόταν στο κάπνισμα, έναντι 2,5% στην υποσαχάρια Αφρική και 8,5% στην Ανατολική Ευρώπη.

Στην παχυσαρκία αποδιδόταν το 11,2% του πόνου, έναντι 2,7% στην Κεντρική και Νότια Ασία και 14,6% στη Βόρεια Αμερική.

Παράλληλα, το 8% αποδιδόταν στα χαμηλότερα εισοδήματα, έναντι 6,6% στην υποσαχάρια Αφρική και 8,6% στην Ανατολική Ευρώπη.

Οι συγγραφείς επισήμαναν ότι η έρευνα έχει σημαντικούς περιορισμούς, οι οποίοι θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ερμηνεία των αποτελεσμάτων, χωρίς ωστόσο να αλλάζουν τα γενικά μοτίβα που καταγράφηκαν.

Μεταξύ αυτών είναι οι διαφορετικοί τρόποι μέτρησης του πόνου, η άνιση κάλυψη μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών και των μεγαλύτερων και μικρότερων ηλικιακών ομάδων. Επιπλέον, οι ερευνητές περιέγραψαν μοτίβα συγκεκριμένων ηλικιακών ομάδων αντί να παρακολουθήσουν τους ίδιους ανθρώπους σε βάθος χρόνου.

“Το χάσμα πόνου μεταξύ των φύλων είναι πραγματικό και παγκόσμιο”

Ο καθηγητής Άντριου Χορν, διευθυντής του Κέντρου Αναπαραγωγικής Υγείας του Πανεπιστημίου του Εδιμβούργου στη Βρετανία, χαρακτήρισε την έρευνα μελέτη-ορόσημο, καθώς δείχνει ότι οι γυναίκες βιώνουν περισσότερο πόνο από τους άνδρες σε κάθε σημείο του σώματος που εξετάστηκε.

«Ο πόνος αυξάνεται επίσης με τον ταχύτερο ρυθμό πριν από την ηλικία των 55 ετών, κατά τη διάρκεια των ετών στα οποία οι γυναίκες εργάζονται, φροντίζουν άλλους και βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία. Πρόκειται για ισχυρή απόδειξη ότι το χάσμα πόνου μεταξύ των φύλων είναι υπαρκτό, σταθερό και παγκόσμιο», δήλωσε.

«Κι όμως, ο πόνος των γυναικών εξακολουθεί πολύ συχνά να υποβαθμίζεται, να μην ερευνάται επαρκώς και να μην αντιμετωπίζεται επαρκώς».

Όπως τόνισε, «για να κλείσει το χάσμα, πρέπει ο πόνος των γυναικών να αντιμετωπίζεται σοβαρά στην κλινική πράξη, τα δεδομένα να αναλύονται συστηματικά ανά φύλο, να χρηματοδοτείται επαρκώς η έρευνα για τα βιολογικά και κοινωνικά αίτια και να αναπτυχθούν καλύτερες, περισσότερο εξατομικευμένες θεραπείες για τις γυναίκες».

“Ο πόνος των γυναικών συχνά υποβαθμίζεται”

Η καθηγήτρια Παιδιατρικής Νευροεπιστήμης του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, Ρεμπέκα Σλέιτερ, συμφώνησε.

«Το ανησυχητικό παράδοξο είναι ότι οι γυναίκες βιώνουν περισσότερο πόνο, ωστόσο ο πόνος τους είναι επίσης πιθανότερο να υποβαθμιστεί, να διαγνωστεί καθυστερημένα ή να μην αντιμετωπιστεί επαρκώς», δήλωσε.

«Αυτή η τεράστια μελέτη δείχνει ότι η μεγαλύτερη επιβάρυνση των γυναικών από τον πόνο είναι εντυπωσιακά σταθερή σε ολόκληρο το σώμα και σε έναν εξαιρετικά ποικιλόμορφο παγκόσμιο πληθυσμό».

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα