Βενεζουέλα: 4 σενάρια για την επόμενη μέρα
Διαβάζεται σε 9'
Η επόμενη δημόσια εμφάνιση του Μαδούρο πιθανότατα θα είναι σε δικαστήριο της Νέας Υόρκης. Που όμως βαδίζουν οι ΗΠΑ και η Βενεζουέλα από εδώ και πέρα;
- 05 Ιανουαρίου 2026 14:44
Η στρατιωτική επιχείρηση των ΗΠΑ που οδήγησε τον Νικολάς Μαδούρο και τη σύζυγό του εκτός Βενεζουέλας και υπό αμερικανική κράτηση σηματοδοτεί ένα ορόσημο στην πολιτική σκηνή της Νότιας Αμερικής. Ίσως και του δυτικού ημισφαιρίου θα λέγαμε, καθώς ανοίγει το πεδίο για πιθανές, ανάλογες επιχειρήσεις fast track και στην Κεντρική Αμερική και την Καραϊβική.
Σε μια επιχείρηση που διήρκεσε λίγο περισσότερο από δύο ώρες, οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις απομάκρυναν έναν πρόεδρο τρίτης χώρας χωρίς να χυθεί αίμα. Είτε υπό τη «σημαία» της καταπολέμησης του εμπορίου ναρκωτικών, είτε υπό το πρόσχημα της αλλαγής καθεστώτος, το μήνυμα είναι αδιαμφισβήτητο: Οι ΗΠΑ είναι έτοιμες να ενεργήσουν μονομερώς, δυναμικά και, ενδεχομένως, παράνομα, κατά παράβαση διατάξεων του διεθνούς δικαίου. Κι αυτό ενδέχεται να έχει ευρείες επιπτώσεις σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, όχι μόνο στην ίδια τη Βενεζουέλα.
Η αντίδραση στην επέμβαση των ΗΠΑ από κάποια κράτη και πολιτικές ηγεσίες της περιοχής ήταν άμεση. Η Κολομβία έστειλε στρατεύματα στα σύνορά της, προετοιμαζόμενη για πιθανή εισροή προσφυγικών ρευμάτων, καταγγέλλοντας τις αμερικανικές επιθέσεις ως «προσβολή της περιφερειακής κυριαρχίας». Η ηγεσία της Κούβας ένωσε τη φωνή της με το Ιράν, ζητώντας σύγκλιση της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών για το θέμα. Επίσης, οι κυβερνήσεις της Βραζιλίας, της Χιλής, του Μεξικού και της Ουρουγουάης, καθώς και η Ισπανία, εξέδωσαν κοινή ανακοίνωση με την οποία απορρίπτουν «κάθε προσπάθεια ελέγχου» της Βενεζουέλας. Άλλες κυβερνήσεις τηρούν στάση αναμονής, «ζυγίζοντας» τις επιλογές τους απέναντι σε μια διοίκηση στην Ουάσινγκτον διαφορετική κι αρκετά απρόβλεπτη σε σύγκριση με τις προηγούμενες.
Η επόμενη δημόσια εμφάνιση του Μαδούρο είναι σε δικαστήριο της Νέας Υόρκης. Που όμως βαδίζουν οι ΗΠΑ και η Βενεζουέλα από εδώ και πέρα; Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα «κυβερνήσουν» τη χώρα μέχρι να υπάρξει «μια ασφαλής, σωστή και συνετή μετάβαση» της εξουσίας. Πρόσθεσε επίσης ότι η κυβέρνησή του «δεν φοβάται τους στρατιώτες και οπαδούς του Μαδούρο».
Πολλά εξαρτώνται από το τι θα κάνει η Ουάσιγκτον το επόμενο διάστημα και πώς θα αντιδράσει η κατακερματισμένη πολιτική σκηνή της Βενεζουέλας. Αρκετά θα μπορούσαν να συμβούν τις επόμενες μέρες και εβδομάδας. Παρακάτω επιχειρούμε να σχεδιάσουμε τέσσερα πιθανά σενάρια με βάση τις πληροφορίες που υπάρχουν μέχρι τώρα ως ένα πρώτο πλαίσιο για την επόμενη μέρα στη χώρα.
Σενάριο 1: Η Βενεζουέλα υπό αμερικανική κηδεμονία
Μια ομαλή πολιτική μετάβαση είναι η επιλογή που έχει ανοιχτά προτείνει ο Τραμπ, με την Ουάσινγκτον να αναλαμβάνει έναν προσωρινό ρόλο κηδεμονίας της Βενεζουέλας. Οι πρώτες προτεραιότητες θα ήταν η επιβολή μιας βασικής ομάδας διοίκησης και η αποκατάσταση της εκτελεστικής επάρκειας του κράτους, η σταθεροποίηση του νομίσματος και του συστήματος πληρωμών και μια σειρά ενεργειών για την αποτροπή της κατάρρευσης του γραφειοκρατικού μηχανισμού και της μίνιμουμ καθημερινής λειτουργίας των θεσμών.
Το πολιτικό χρονοδιάγραμμα μιας τέτοιας επιλογής θα βρισκόταν στο επίκεντρο. Η Ουάσινγκτον θα επηρέαζε σε μεγάλο βαθμό τις προσωρινές ρυθμίσεις της διακυβέρνησης, τους εκλογικούς κανόνες και το χρονοδιάγραμμα των προεδρικών και νομοθετικών εκλογών, συμπεριλαμβανομένης της ανασύστασης των εκλογικών αρχών και του καθορισμού ελάχιστων όρων για την προεκλογική εκστρατεία και την πρόσβαση στα μέσα ενημέρωσης. Οι ΗΠΑ δεν θα χρειαζόταν απαραίτητα να καταλάβουν στρατιωτικά τη χώρα, αλλά μπορεί να χρειαστούν την ανάπτυξη κάποιων επί τόπου αμερικανικών δυνάμεων για να αποτρέψουν πιθανή κινητοποίηση υπέρμαχων του Μαδούρο.
Η οικονομική λογική αυτής της επιλογής θα εξαρτιόταν από την ταχεία αποκατάσταση της παραγωγής πετρελαίου και των βασικών υπηρεσιών μέσω της τεχνικής υποστήριξης των ΗΠΑ, ιδιωτικών εργολάβων και επιλεκτικής άρσης κυρώσεων κατά του καθεστώτος και προσώπων του. Εταιρείες όπως η Chevron, η μόνη μεγάλη πετρελαϊκή εταιρεία των ΗΠΑ που εξακολουθεί να βρίσκεται εντός της Βενεζουέλας, ή πάροχοι υπηρεσιών πετρελαϊκών κοιτασμάτων όπως η Halliburton, πιθανότατα θα ήταν οι πρώτοι που θα επωφελούνταν σε μια τέτοια μετάβαση.
Ωστόσο, οι κίνδυνοι είναι σοβαροί. Μια αμερικανική, προσωρινή κηδεμονία της χώρας θα μπορούσε να πυροδοτήσει το εθνικιστικό και το πατριωτικό αίσθημα των Βενεζολάνων, ενισχύοντας την αντιιμπεριαλιστική αφήγηση του Τσαβισμού, γυρνώντας «μπούμερανγκ» στο επίπεδο της δυναμικής στην πολιτική σκηνή της Βενεζουέλας εις βάρος των αντι-τσαβιστών.
Σενάριο 2: Η νίκη επιτυγχάνεται μέσα από τη σύλληψη Μαδούρο και μόνο
Σε αυτό το σενάριο, ο Αμερικανός πρόεδρος θα χρησιμοποιούσε τη σύλληψη/απαγωγή του Μαδούρο ως θρίαμβο της αμερικανικής ισχύος και των αμερικανικών συμφερόντων. Οι θεσμοί της Βενεζουέλας θα παρέμεναν σε μεγάλο βαθμό ως έχουν, με τις πολιτικές αρχές να δεσμεύονται για έναν νέο εκλογικό κύκλο. Η νυν αντιπρόεδρος Ντέλσι Ροντρίγκεζ, ο υπουργός Εσωτερικών Ρεμίτζιο Σεμπάγιος Ιτσάσο και ο υπουργός Άμυνας Βλαντιμίρ Παντρίνο Λόπεζ θα προεδρεύσουν μιας ανασυσταθείσας κυβέρνησης που θα διατηρούσε τη δέσμευσή της στο πνεύμα του μπολιβαρισμού, ανοίγοντας ωστόσο μια σταθερή γέφυρα επικοινωνίας με την Ουάσινγκτον.
Αυτό είναι το σενάριο που προκρίνουν κύκλοι του αμερικανικού Πενταγώνου και του κινήματος MAGA, κοντά στον Αμερικανό πρόεδρο, επιθυμώντας να περιορίσουν την έκθεση των αμερικανικών στρατευμάτων στη Βενεζουέλα, διατηρώντας ωστόσο την επιρροή πάνω στην πολιτική εξουσία. Από την άλλη βέβαια, έναν τέτοιο σενάριο προσφέρει ελάχιστα στην αντιπολίτευση της Βενεζουέλας, αλλά και σε γειτονικές κυβερνήσεις που έχουν δεχθεί επί χρόνια μεγάλα κύματα προσφύγων.
Επίσης, ένα τέτοιο σενάριο ίσως ακύρωνε την ώθηση και την πολύμηνη προετοιμασία που απαιτήθηκε από την Ουάσιγκτον για την απαγωγή του Μαδούρο. Έχοντας κάνει το βήμα της απαγωγής ενός αρχηγού κράτους, η επιστροφή σε ένα ελαφρώς ανασχηματισμένο περιβάλλον υπέρμαχων του Τσαβισμού θα φαινόταν, ακόμη και με τα πρότυπα των ξένων αμερικανικών παρεμβάσεων, μια απρόσμενα υποχωρητική κίνηση.
Σενάριο 3: Μια λαϊκή εξέγερση ανατρέπει τον Τσαβισμό
Σε αυτό το σενάριο, η απομάκρυνση του Μαδούρο και η συνειδητοποίηση κυρίως μιας τέτοιας συστημικής αλλαγής πυροδοτεί μια μαζική εξέγερση που θα «σαρώσει» τον Τσαβισμό από την εξουσία. Με την προεδρία κενή και τις δυνάμεις ασφαλείας αποθαρρυμένες και διαιρεμένες, ένας ευρύς συνασπισμός κομμάτων της αντιπολίτευσης, «ομάδων της κοινωνίας των πολιτών» και δυσαρεστημένων πρώην υποστηρικτών του απαχθέντος προέδρου θα μπορούσε να πιέσει για ένα μεταβατικό συμβούλιο, ίσως και υπό την αιγίδα του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών.
Ωστόσο, όσο «τακτοποιημένο» κι αν ακούγεται αυτό το σενάριο, τέτοιες «επαναστάσεις» – ειδικά εκείνες που υποστηρίζονται από εξωτερικές παρεμβάσεις – σπάνια οδηγούν σε ομαλότητα και μακροημέρευση. Χρόνια πολιτικής καταστολής, οργανωμένου εγκλήματος, οικονομικής δυστυχίας και μετανάστευσης έχουν αποδεκατίσει τη μεσαία τάξη και τον οργανωμένο, πατριωτικό συνδικαλισμό του πρώιμου μπολιβαρισμού στη Βενεζουέλα. Οι ένοπλες αντικαθεστωτικές, παραστρατιωτικές ομάδες ίσως κινούνταν με ταχύτητα για να καταλάβουν προσωρινά την εξουσία, όμως το αποτέλεσμα θα μπορούσε να ήταν μια ασταθής κι αβέβαιη μετάβαση: μια εύθραυστη υπηρεσιακή κυβέρνηση, εγκλωβισμένη σε περιστατικά σποραδικής βίας, με έντονες εσωτερικές διαμάχες και συγκρούσεις για τον έλεγχο του πετρελαϊκού τομέα.
Σενάριο 4: Υβριδική σύγκρουση και διαχειρίσιμη αστάθεια
Αυτό το σενάριο περιλαμβάνει λίγο από όλα: ένας παρατεταμένος «αγώνας» στον οποίο κανένας παράγοντας, καμία δύναμη δεν θα επικρατούσε πλήρως. Η απομάκρυνση του Μαδούρο θα μπορούσε να αποδυναμώσει σημαντικά τον Τσαβισμό, αλλά όχι να σβήσει τα δίκτυά του στον στρατό, τη γραφειοκρατία και τις γειτονιές χαμηλού εισοδήματος. Η αντιπολίτευση θα μπορούσε να κινηθεί με μεγαλύτερη άνεση, αλλά να παραμείνει διχασμένη. Οι ΗΠΑ θα διατηρούσαν ισχυρή στρατιωτική παρουσία στην περιοχή, αλλά με περιορισμένη δράση, παρακολουθώντας περισσότερο τις εξελίξεις.
Σε αυτό το σενάριο, η Βενεζουέλα θα μπορούσε να βυθιστεί σε χρόνια διαχειριζόμενης αστάθειας. Η de facto εξουσία θα μπορούσε να μοιραστεί μεταξύ μιας αποδυναμωμένης ελίτ Τσαβιστών, προσωπικοτήτων της αντιπολίτευσης που στηρίζουν έναν μεταβατικό προφίλ στη διακυβέρνηση και παραγόντων ασφαλείας που ελέγχουν τις τοπικές οργανώσεις, ομάδες, συμμορίες, συνδικάτα. Σποραδικές αμερικανικές επιθέσεις και μυστικές επιχειρήσεις θα μπορούσαν να συνεχιστούν, προσαρμοσμένες σε έναν υβριδικό πόλεμο, αποφεύγοντας μεγάλης κλίμακας ενέργειες. Είναι, ίσως, ένα σενάριο που δεν συγκεντρώνει προς το παρόν αρκετές πιθανότητες, λόγω κυρίως της απόστασης που χωρίζει πολιτικά τους υποστηρικτές του Μαδούρο και το ευρύ αλλά αδύναμο φάσμα της αντιπολίτευσης. Εντούτοις, οι εξελίξεις «τρέχουν» και το απρόσμενο στοιχείο σε ένα εντελώς νέο περιβάλλον δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί.
Δόγμα Μονρόε 2.0
Όποιο κι αν είναι το μέλλον για τη Βενεζουέλα και τον λαό της, αυτό που φαίνεται σαφές προς το παρόν είναι ότι η αμερικανική στρατιωτική επιχείρηση κατά του Μαδούρο μπορεί να ερμηνευτεί ως μια αναβάθμιση και προσαρμογή στο σήμερα του Δόγματος Μονρόε. Μια νέα εκδοχή του στρατηγικού δόγματος του 19ου αιώνα που ήθελε την Ουάσιγκτον να προειδοποιεί τις ευρωπαϊκές δυνάμεις να μην συμμετέχουν στη σφαίρα επιρροής της, αποτελεί σήμερα μια πιο δυναμική έκφραση σε χώρες που παραδοσιακά ασκούσαν επιρροή στην Λατινική Αμερική, όπως η Ρωσία και η Κίνα, ότι δεν θα μπορούν πλέον να διατηρούν το παραμικρό ενδιαφέρον -πολιτικό, οικονομικό, γεωστρατηγικό- στη λεγόμενη κατά τους ιέρακες της Ουάσινγκτον «αυλή» των ΗΠΑ.
Αυτό το επιθετικό μήνυμα δεν περιορίζεται μόνο προς τη Μόσχα και το Πεκίνο και δεν εφαρμόζεται στην πράξη μόνο στο Καράκας. Η Κούβα και η Νικαράγουα, που ήδη υπόκεινται σε αυστηρές αμερικανικές κυρώσεις και εξαρτώνται ολοένα και περισσότερο από τη ρωσική και κινεζική υποστήριξη, θα ερμηνεύσουν την επιδρομή στην Βενεζουέλα ως προειδοποίηση ότι ακόμη και οι εδραιωμένες κυβερνήσεις δεν είναι ασφαλείς εάν η πολιτική τους δεν ευθυγραμμίζεται επαρκώς με την πολιτική της διοίκησης Τραμπ. Η Κολομβία, θεωρητικά σύμμαχος των ΗΠΑ, αλλά επί του παρόντος υπό την ηγεσία μιας αριστερής κι αντιιμπεριαλιστικής κυβέρνησης που έχει αντιταχθεί στην πολιτική των ΗΠΑ για τη Βενεζουέλα, βρίσκεται σε πίεση.
Τα μικρότερα και μεσαία κράτη, επίσης, έχουν πάρει ήδη το μήνυμα. Ο Παναμάς, για παράδειγμα, του οποίου η διώρυγα είναι κρίσιμη για το παγκόσμιο εμπόριο και την αμερικανική ναυτική κινητικότητα, μπορεί να αισθανθεί μια νέα πίεση και να κινηθεί εγγύτερα στην Ουάσιγκτον, περιορίζοντας την κινεζική διείσδυση σε λιμάνια και τηλεπικοινωνίες. Ο Καναδάς και η Δανία, λόγω της Γροιλανδίας, έλαβαν ίσως κάποιο μήνυμα αναφορικά με την Αρκτική. Γιατί, όπως γίνεται αντιληπτό από την πρώτη μέρα της σημερινής αμερικανικής ηγεσίας, για ένα πράγμα κάθε χώρα μπορεί να είναι βέβαιη: ότι η μη ευθυγράμμιση και δημόσια τοποθέτηση υπέρ των συμφερόντων και ενεργειών των ΗΠΑ μπορεί να προκαλέσει νευρικότητα στην Ουάσινγκτον κι αβεβαιότητα σε εκείνη την πολιτική ηγεσία που θα κινηθεί «απερίσκεπτα».
*Ο Δημήτρης Ραπίδης είναι πολιτικός αναλυτής, project coordinator και υπεύθυνος χρηματοδοτικών προγραμμάτων στο ETERON – Ινστιτούτο για την Έρευνα και την Κοινωνική Αλλαγή.