Άρθρο αναδημοσιευμένο από τους

Για να αυξήσουμε τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων, πρέπει να βοηθήσουμε τις μητέρες

Διαβάζεται σε 8'
Για να αυξήσουμε τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων, πρέπει να βοηθήσουμε τις μητέρες
Για να αυξήσουμε τα χαμηλά ποσοστά γεννήσεων, πρέπει να βοηθήσουμε τις μητέρες iStock

Η μείωση της επαγγελματικής επιβάρυνσης λόγω μητρότητας θα μπορούσε επίσης να ενισχύσει τη γεννητικότητα.

Η ανατροφή των παιδιών είναι αυτό που η βραβευμένη με Νόμπελ οικονομολόγος, Claudia Goldin, αποκαλεί μια “άπληστη” εργασία (greedy job), μια εργασία με εξαντλητικές απαιτήσεις.

Μια τέτοια εργασία δεν απαιτεί απλώς πολλές, αλλά κυρίως απρόβλεπτες ώρες. Όμως, το να είσαι γονέας διαφέρει από άλλες παρόμοιες δουλειές – όπως το να εργάζεσαι σε επενδυτική τραπεζική, για παράδειγμα – καθώς είναι χωρίς χρηματική ανταμοιβή.

Δυστυχώς, είναι αδύνατον να κάνει κανείς δύο τόσο απαιτητικές δουλειές ταυτόχρονα. Αυτό δημιουργεί ένα δίλημμα. Οι γονείς θα μπορούσαν είτε να έχουν και οι δύο τόσο απαιτητικές επαγγελματικές ενασχολήσεις κάτι που είναι οικονομικά (αλλά και συναισθηματικά) ασύμφορο.

Είτε θα μπορούσε μόνο ο ένας από τους δύο να κρατήσει την υψηλά αμειβόμενη, απαιτητική δουλειά του. Ή θα μπορούσαν και οι δύο να περιοριστούν σε πιο ευέλικτες θέσεις, αποδεχόμενοι πως θα έχουν ένα χαμηλό οικογενειακό εισόδημα. Ή, θα μπορούσαν απλώς να μην κάνουν καθόλου παιδιά.

Οι επιλογές αυτές προέκυψαν από δυνατότητες που ήταν σε μεγάλο βαθμό απρόσιτες για τις γυναίκες πριν από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο — μάλιστα, στις περισσότερες χώρες, η εμφάνισή τους είναι ακόμη πιο πρόσφατη. Αποτελούν έναν από τους λόγους για τους οποίους, όπως επισημαίνει έκθεση του ΟΟΣΑ για το 2024: “Ο δείκτης συνολικής γονιμότητας έχει υποδιπλασιαστεί, πέφτοντας από τα 3,3 παιδιά ανά γυναίκα το 1960, κατά μέσο όρο στις χώρες του ΟΟΣΑ, στα 1,5 το 2022”.

 

Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, το σχετικά μικρό χάσμα μεταξύ των φύλων στην απασχόληση εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από την "ποινή μητρότητας".
Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, το σχετικά μικρό χάσμα μεταξύ των φύλων στην απασχόληση εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από την "ποινή μητρότητας". FT
Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, το σχετικά μικρό χάσμα μεταξύ των φύλων στην απασχόληση εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από την "ποινή μητρότητας".
Στις χώρες υψηλού εισοδήματος, το σχετικά μικρό χάσμα μεταξύ των φύλων στην απασχόληση εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από την "ποινή μητρότητας". FT

Θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι αυτή η κατάρρευση της γεννητικότητας στις χώρες υψηλού εισοδήματος (και σε πολλές άλλες), σε συνδυασμό με την πληθυσμιακή έκρηξη στην Αφρική – τη φτωχότερη ήπειρο – αποτελεί τη σημαντικότερη εξέλιξη που βιώνει σήμερα η ανθρωπότητα.

Υπάρχουν πολλές εξηγήσεις για τη μακροχρόνια φθίνουσα πορεία της γονιμότητας· κυρίως η πτώση της βρεφικής θνησιμότητας, η μαζική αστικοποίηση, η παρατεταμένη και δαπανηρή εξάρτηση των παιδιών από τους γονείς, ο “αδηφάγος ανταγωνισμός” μεταξύ των γονιών για την ανατροφή οικονομικά επιτυχημένων παιδιών και, κυρίως, η δυνατότητα άλλων μορφών εξασφάλισης για το γήρας, όπως οι συντάξεις και οι οίκοι ευγηρίας.

Εξίσου καθοριστική, ωστόσο – ειδικά για την πρόσφατη διολίσθηση προς υπερβολικά χαμηλά ποσοστά γονιμότητας – είναι η σύγκρουση ανάμεσα στις βελτιωμένες ευκαιρίες των γυναικών και το δυσανάλογο μερίδιο του οικονομικού κόστους (αλλά και των σωματικών κινδύνων) της τεκνοποίησης που εκείνες συνεχίζουν να επωμίζονται.

Μελέτη στην Αγγλία (2014-2022) δείχνει ότι πέντε χρόνια μετά τη γέννηση του πρώτου παιδιού (20ό τρίμηνο), οι μηνιαίες αποδοχές των μητέρων μειώνονται κατά μέσο όρο 42% (£1.051/μήνα) σε σχέση με το έτος πριν τη γέννηση. Επιπλέον, έρευνα του Institute for Fiscal Studies διαπιστώνει ότι η “ποινή της μητρότητας” είναι μεγαλύτερη για μητέρες κοριτσιών, ενισχύοντας τα παραδοσιακά έμφυλα πρότυπα.

Το ιστορικό απασχόλησης πατέρων και μητέρων αποκλίνει απότομα και μόνιμα μετά τον τοκετό
Το ιστορικό απασχόλησης πατέρων και μητέρων αποκλίνει απότομα και μόνιμα μετά τον τοκετό FT
Το ιστορικό απασχόλησης πατέρων και μητέρων αποκλίνει απότομα και μόνιμα μετά τον τοκετό
Το ιστορικό απασχόλησης πατέρων και μητέρων αποκλίνει απότομα και μόνιμα μετά τον τοκετό FT

 

Ένας παγκόσμιος χάρτης 134 χωρών, που συνέταξαν ο Henrik Kleven του Πρίνστον και δύο ακόμη συγγραφείς, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι “καθώς οι χώρες γίνονται πλουσιότερες, η επιβάρυνση λόγω τέκνων αναδεικνύεται συνήθως στον κυρίαρχο μοχλό της έμφυλης ανισότητας”.

Επιπλέον, μια μελέτη που εστιάζει στη Δανία, με συν-συγγραφέα επίσης τον Kleven, σημειώνει ότι “το ποσοστό της συνολικής μισθολογικής ανισότητας [μεταξύ των φύλων] που οφείλεται στην επιβάρυνση λόγω τέκνων έχει διπλασιαστεί με την πάροδο του χρόνου, από περίπου 40% το 1980 σε περίπου 80% το 2013”.

Ακόμη και στη Δανία, λοιπόν, η “ποινή της μητρότητας” παραμένει υψηλή και επίμονη. Προφανώς, εν μέρει ως αποτέλεσμα αυτού, ο δείκτης γονιμότητας της χώρας κατέρρευσε στο 1,5 το 2025, παρόλο που η Δανία διαθέτει ένα από τα πιο γενναιόδωρα κράτη πρόνοιας στον κόσμο. Έτσι, οι γυναίκες επωμίζονται βαρύτερο τίμημα για την απόκτηση παιδιών.

Επιπλέον, σύμφωνα με έκθεση του ΟΟΣΑ, “το κόστος των παιδιών είναι σταθερά υψηλότερο για τα μονογονεϊκά νοικοκυριά”. Επομένως, όπως υποστηρίζει η Goldin, η αξιοπιστία των συντρόφων είναι επίσης καθοριστικής σημασίας. Παράλληλα, εάν κάποιος επιθυμεί να έχει έναν φροντιστή στα γηρατειά του, η απόκτηση ενός μόνο παιδιού θεωρείται προτιμότερη, σύμφωνα με ερευνητές του University College London.

Ο αντίκτυπος της μητρότητας στις αποδοχές και το καθεστώς απασχόλησης, Αγγλία, 2014 έως 2022
Ο αντίκτυπος της μητρότητας στις αποδοχές και το καθεστώς απασχόλησης, Αγγλία, 2014 έως 2022 FT
Ο αντίκτυπος της μητρότητας στις αποδοχές και το καθεστώς απασχόλησης, Αγγλία, 2014 έως 2022
Ο αντίκτυπος της μητρότητας στις αποδοχές και το καθεστώς απασχόλησης, Αγγλία, 2014 έως 2022 FT

 

Επομένως, τα οικονομικά δεδομένα λειτουργούν αποτρεπτικά για μια ισχυρή δέσμευση στην τεκνοποίηση, ιδιαίτερα για τις γυναίκες. Σε αυτό προστίθενται οι αλλαγές στις ατομικές προτεραιότητες, συμπεριλαμβανομένων των έμφυλων αποκλίσεων μεταξύ ανδρών και γυναικών, καθώς και η υποχώρηση των θρησκευτικών πεποιθήσεων.

Σε αυτό το πλαίσιο, σύμφωνα με πρόσφατο άρθρο στο VoxEU: “Πολιτικές όπως η επιδότηση της παιδικής φροντίδας, οι διευρυμένες φοροαπαλλαγές για τα τέκνα ή η καταβολή επιδομάτων γέννησης μπορούν να αμβλύνουν την οικονομική πίεση και να βελτιώσουν διάφορους δείκτες οικογενειακής ευημερίας· ωστόσο, οι σταδιακές αλλαγές σε αυτούς τους παράγοντες δεν έχουν συσχετιστεί με σταθερές και σημαντικές μεταβολές στην τεκνοποίηση”.

Απαιτείται λοιπόν κάτι μεγαλύτερο. Οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι αυτό ίσως προϋποθέτει “έναν ριζικό ανασχηματισμό της κοινωνίας, έτσι ώστε ο ρόλος του γονέα να γίνει πιο συμβατός με μια πλήρη και ακμάζουσα ενήλικη ζωή”, σε σχέση με το πώς αυτός νοείται σήμερα.

Τι πρέπει να γίνει, λοιπόν; Σε χώρες με εξαιρετικά χαμηλή γεννητικότητα, και ειδικά σε όσες είναι αποφασισμένες να αποφύγουν τη μαζική μετανάστευση, απαιτείται επειγόντως μια συστηματική προσπάθεια για τη μείωση του κόστους που επωμίζονται οι γονείς και, κυρίως, για τον περιορισμό των επιβαρύνσεων που υφίστανται οι γυναίκες. Το πόσο αποτελεσματικό θα αποδειχθεί αυτό παραμένει ασαφές, αξίζει όμως η προσπάθεια.

Παρόμοιες πολιτικές θα μπορούσαν να αποδώσουν και σε χώρες με δείκτες γονιμότητας άνω του 1,5. Ωστόσο, για λόγους που έχω αναφέρει προγενέστερα, αυτό είναι λιγότερο επείγον: κατά την άποψή μου, μια ήπια πληθυσμιακή συρρίκνωση θα ήταν ανεκτή.

Όμως, ειδικά εκεί όπου η γεννητικότητα είναι πολύ χαμηλή, θα είναι ζωτικής σημασίας οι ηλικιωμένοι να παραμείνουν στην εργασία. Αυτό θα αποφέρει σημαντικά οφέλη και στους ίδιους.

Παράλληλα, θα είναι απαραίτητη η εστίαση στη βελτίωση της υγείας των ηλικιωμένων, και ιδιαίτερα στον περιορισμό του τεράστιου αντίκτυπου της άνοιας.

Αναπόφευκτα, η συνύπαρξη ενός γηράσκοντος εύπορου κόσμου και ενός νεότερου αναπτυσσόμενου, θα καταστήσει το μεταναστευτικό ζήτημα μόνιμα επιτακτικό.

Θα πρέπει όμως να σημειωθεί ότι, εφόσον και οι μετανάστες γερνούν, η μετανάστευση δεν μπορεί να αποτελέσει βιώσιμη απάντηση στην υπογεννητικότητα, εκτός εάν γίνει αποδεκτός ο διαρκής μετασχηματισμός της εθνοτικής σύνθεσης μιας χώρας. Είτε το θέλουμε είτε όχι, οι αντιστάσεις σε αυτό το ενδεχόμενο εντείνονται πλέον παντού.

Μια εναλλακτική απάντηση είναι η αποδοχή της ταχείας γήρανσης του πληθυσμού, με την ελπίδα ότι οι επιπτώσεις της θα μπορούσαν να μετριαστούν από την αλματώδη πρόοδο της τεχνητής νοημοσύνης και της ρομποτικής.

Μια άλλη επιλογή, την οποία επεξεργάζονται πλέον κύκλοι της δεξιάς, είναι η επιστροφή των γυναικών στον ρόλο της “θεραπαινίδας”, όπως περιγράφεται στο έργο της Μάργκαρετ Άτγουντ “Η Ιστορία της Θεραπαινίδας”.

Η ορθή απάντηση είναι η στήριξη και η επιβράβευση των γονέων, και ιδιαίτερα των μητέρων. Αυτό που επιτελούν διαμορφώνει το μέλλον. Όλοι εμείς οι υπόλοιποι, το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συνδράμουμε.

© The Financial Times Limited 2026. Όλα τα δικαιώματα διατηρούνται. Απαγορεύεται η αναδιανομή, αντιγραφή ή τροποποίηση με οποιονδήποτε τρόπο. Το NEWS 24/7 φέρει την αποκλειστική ευθύνη για την παρούσα μετάφραση και η Financial Times Limited δεν αποδέχεται καμία ευθύνη για την ακρίβεια ή την ποιότητα της μετάφρασης.

Ροή Ειδήσεων

Περισσότερα