DBRS: Αμετάβλητη στο ΒΒΒ η αξιολόγηση – Ρίσκα στον ορίζοντα
Διαβάζεται σε 7'
Οι επόμενες αξιολογήσεις για την ελληνική οικονομία προβλέπεται να γίνουν από Moody΄ς στις 13/3, Scope Ratings 20/3, S&P 24/4 και Fitch 8/5, εκτός αν λόγω πολέμου υπάρξουν αναβολές.
- 07 Μαρτίου 2026 08:18
Στη βαθμίδα BBB διατήρησε την πιστοληπτική αξιολόγηση της ελληνικής οικονομίας η Morningstar DBRS, επιβεβαιώνοντας παράλληλα σταθερή προοπτική για το αξιόχρεο της χώρας.
Ο οίκος επισημαίνει ότι η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε κατά 2,3% το 2024, επίδοση σημαντικά υψηλότερη από τον μέσο όρο της ευρωζώνης (0,9%), ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει παρόμοιο ρυθμό ανάπτυξης και για το 2025. Στο πλαίσιο αυτό, η DBRS εκτιμά ότι οι βραχυπρόθεσμοι κίνδυνοι για την αξιολόγηση είναι ισορροπημένοι.
Η ανάπτυξη του ΑΕΠ στηρίχθηκε κυρίως στην ισχυρή εγχώρια ζήτηση, η οποία ενισχύθηκε από την αύξηση της απασχόλησης και από τις επενδύσεις που χρηματοδοτούνται μέσω ευρωπαϊκών πόρων. Η ισχυρή οικονομική δραστηριότητα, σε συνδυασμό με τα επαναλαμβανόμενα πρωτογενή πλεονάσματα, συνέβαλε σε σταθερή αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ αναμένεται να μειωθεί στο 141% έως το 2026, από 164% το 2023.
Σταθερή προοπτική λόγω ισορροπημένων κινδύνων
Η DBRS σημειώνει ότι οι οικονομικές και δημοσιονομικές εξελίξεις παρέμειναν θετικές το τελευταίο έτος. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι το πραγματικό ΑΕΠ αυξήθηκε κατά 2,1% το 2025, με βασικούς μοχλούς τις ισχυρές επενδύσεις, την άνοδο της ιδιωτικής κατανάλωσης και τις αυξημένες τουριστικές αφίξεις.
Παράλληλα, οι δημοσιονομικές επιδόσεις ενισχύθηκαν όχι μόνο από την οικονομική συγκυρία αλλά και από διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που βελτίωσαν τη φορολογική συμμόρφωση και αύξησαν τα δημόσια έσοδα. Μεταξύ του τέταρτου τριμήνου του 2024 και του τρίτου τριμήνου του 2025, το ισοζύγιο της γενικής κυβέρνησης κατέγραψε πλεόνασμα 2,6% του ΑΕΠ.
Η ισχυρή ανάπτυξη και τα θετικά δημοσιονομικά αποτελέσματα συνέβαλαν στη μείωση του δημόσιου χρέους, το οποίο διαμορφώθηκε στο 149,7% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2025, έναντι 158,6% ένα χρόνο νωρίτερα.
Περαιτέρω μείωση του χρέους έως το 2026
Σύμφωνα με το προσχέδιο προϋπολογισμού για το 2026, η κυβέρνηση προβλέπει ότι ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ θα μειωθεί περαιτέρω στο 138,2% έως το τέλος του 2026. Η εκτίμηση βασίζεται στην ισχυρή ονομαστική ανάπτυξη, στα σημαντικά πρωτογενή πλεονάσματα και στις πρόωρες αποπληρωμές μέρους του δημόσιου χρέους.
Ωστόσο, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η διατήρηση της καθοδικής πορείας του χρέους θα εξαρτηθεί από τη συνέχιση των πρωτογενών πλεονασμάτων και από τη δυνατότητα της οικονομίας να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης μετά τη λήξη των επιχορηγήσεων του Ταμείου Ανάκαμψης της ΕΕ το 2026.
Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση των τελευταίων ετών, το ελληνικό δημόσιο χρέος εξακολουθεί να είναι το υψηλότερο στη ζώνη του ευρώ. Ωστόσο, οι κίνδυνοι αναχρηματοδότησης περιορίζονται από τη μεγάλη μέση διάρκεια του χρέους (18,4 έτη) και τα υψηλά ταμειακά διαθέσιμα του Δημοσίου, τα οποία ανέρχονται σε περίπου 39,6 δισ. ευρώ.
Οι παράγοντες που στηρίζουν την αξιολόγηση
Σύμφωνα με τον οίκο, η αξιολόγηση BBB της Ελλάδας στηρίζεται σε τρεις βασικούς παράγοντες:
- τη σημαντική βελτίωση της χρηματοοικονομικής κατάστασης του τραπεζικού συστήματος
- το αξιόπιστο πλαίσιο οικονομικής πολιτικής
- τη συμμετοχή της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στη ζώνη του ευρώ
Την ίδια στιγμή, το πιστοληπτικό προφίλ της χώρας εξακολουθεί να επιβαρύνεται από το υψηλό δημόσιο χρέος, τη χαμηλότερη παραγωγικότητα της εργασίας σε σχέση με την ΕΕ και το μικρό μέγεθος της οικονομίας, το οποίο την καθιστά πιο ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς.
Επιπλέον, το χρόνιο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει ένας ακόμη περιοριστικός παράγοντας.
Πότε θα μπορούσε να αλλάξει η αξιολόγηση
Η DBRS αναφέρει ότι θα μπορούσε να προχωρήσει σε αναβάθμιση της αξιολόγησης εάν:
- ο λόγος δημόσιου χρέους συνεχίσει να μειώνεται τα επόμενα 1-2 χρόνια και διατηρήσει σταθερή καθοδική πορεία
- συνεχιστούν οι μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν τις επενδύσεις και τις μακροπρόθεσμες αναπτυξιακές προοπτικές
Αντίθετα, υποβάθμιση θα μπορούσε να προκύψει σε περίπτωση σημαντικής χαλάρωσης της δημοσιονομικής πολιτικής, ανατροπής μεταρρυθμίσεων ή σημαντικής επιδείνωσης της εξωτερικής οικονομικής θέσης της χώρας.
Ισχυρή ανάπτυξη αλλά και διαρθρωτικές προκλήσεις
Η ελληνική οικονομία διατήρησε ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης το τελευταίο έτος, με την αύξηση του ΑΕΠ να στηρίζεται στην εγχώρια ζήτηση και στον τουρισμό. Η ανεργία μειώθηκε στο 7,5% στο τέλος του 2025, από 9,4% το 2024, ενώ η επενδυτική δραστηριότητα ενισχύθηκε και χάρη στις εισροές πόρων από το Ταμείο Ανάκαμψης.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προβλέπει ότι η οικονομία θα αναπτυχθεί κατά 2,2% το 2026 και 1,7% το 2027. Ωστόσο, η χώρα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές προκλήσεις, όπως η χαμηλή παραγωγικότητα και η ανάγκη για συνεχή εισροή ξένων κεφαλαίων, λόγω του χαμηλού επιπέδου εγχώριων αποταμιεύσεων.
Ισχυρά πρωτογενή πλεονάσματα
Η δημοσιονομική εικόνα παραμένει ιδιαίτερα ισχυρή. Μετά από πρωτογενές πλεόνασμα 4,8% του ΑΕΠ το 2024, τα προσωρινά στοιχεία για το 2025 δείχνουν ακόμη καλύτερη επίδοση, με πρωτογενές πλεόνασμα 5,2% του ΑΕΠ σε κυλιόμενη βάση τεσσάρων τριμήνων έως το τρίτο τρίμηνο του 2025.
Η αύξηση των δημοσίων εσόδων, που ενισχύθηκε από μεταρρυθμίσεις στη φορολογική διοίκηση, αποτέλεσε βασικό παράγοντα της επίδοσης αυτής. Για το 2026 προβλέπεται μείωση του πρωτογενούς πλεονάσματος στο 2,8% του ΑΕΠ, λόγω επεκτατικών μέτρων όπως φορολογικές ελαφρύνσεις, αυξήσεις συντάξεων και υψηλότερες δημόσιες επενδύσεις.
Βελτίωση στο τραπεζικό σύστημα
Η κατάσταση του τραπεζικού συστήματος έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια, κυρίως χάρη στο πρόγραμμα τιτλοποιήσεων «Ηρακλής» (HAPS). Ο δείκτης μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώθηκε στο 3,6% τον Σεπτέμβριο του 2025, από 40,6% το 2019, ενώ η κεφαλαιακή επάρκεια των τραπεζών έχει ενισχυθεί αισθητά.
Πολιτική σταθερότητα
Η DBRS εκτιμά ότι το πολιτικό περιβάλλον παραμένει σταθερό, με την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας υπό τον Κυριάκο Μητσοτάκη να διαθέτει ισχυρή κοινοβουλευτική πλειοψηφία μετά τις εκλογές του 2023. Οι επόμενες βουλευτικές εκλογές αναμένεται να πραγματοποιηθούν έως τον Ιούλιο του 2027.
Τα βασικά ρίσκα
Παρά τις θετικές προοπτικές, ο οίκος προειδοποιεί ότι η ελληνική οικονομία παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικούς κινδύνους, όπως μια πιθανή κλιμάκωση γεωπολιτικών εντάσεων ή ένα νέο σοκ στις τιμές της ενέργειας.
Εάν οι διεθνείς τιμές ενέργειας παραμείνουν υψηλές για μεγαλύτερο διάστημα, ενδέχεται να επανεμφανιστούν πληθωριστικές πιέσεις, περιορίζοντας την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών και επιβαρύνοντας την οικονομική δραστηριότητα.
Όπως αναφέρει, «παρά τις θετικές προοπτικές, η οικονομική εικόνα παραμένει εκτεθειμένη σε εξωτερικούς καθοδικούς κινδύνους, όπως μια πιθανή κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων ή ένα νέο σοκ στις τιμές της ενέργειας. Εάν οι παγκόσμιες τιμές ενέργειας παραμείνουν υψηλές για μεγαλύτερο διάστημα, ενδέχεται να επανεμφανιστούν πληθωριστικές πιέσεις και να περιοριστεί η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών».
Ο οίκος τονίζει, επίσης, «η πιστοληπτική αξιολόγηση της Ελλάδας εξακολουθεί να περιορίζεται από το ακόμη υψηλό επίπεδο δημόσιου χρέους, τη σχετικά χαμηλή παραγωγικότητα της εργασίας και το μικρό μέγεθος της οικονομίας, το οποίο την καθιστά πιο ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς», σύμφωνα με την DBRS.
Το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών
Ένας ακόμη παράγοντας που επιβαρύνει το πιστοληπτικό προφίλ της χώρας είναι το έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών και η υψηλή αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση.
Το έλλειμμα υποχώρησε από 7,2% του ΑΕΠ το 2024 σε εκτιμώμενο 5,7% το 2025, κυρίως λόγω χαμηλότερων τιμών στις εισαγωγές ενέργειας. Ωστόσο, παραμένει σημαντικά υψηλότερο σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα.
Η επιδείνωση οφείλεται κυρίως στην ενίσχυση της εγχώριας ζήτησης, ιδίως στις επενδύσεις, που αύξησε τις εισαγωγές αγαθών, αντισταθμίζοντας την αύξηση των εσόδων από τον τουρισμό.
Η πρόκληση της παραγωγικότητας
Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η παραγωγικότητα της εργασίας στην Ελλάδα παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Σύμφωνα με τη Eurostat, η ονομαστική παραγωγικότητα ανά απασχολούμενο αντιστοιχούσε το 2023 στο 70,1% του μέσου όρου της ΕΕ-27 σε όρους αγοραστικής δύναμης.
Η DBRS σημειώνει ότι η διατήρηση υψηλών επενδύσεων σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα πιθανότατα θα απαιτήσει συνεχιζόμενες εισροές ξένων κεφαλαίων, λόγω του χαμηλού επιπέδου εγχώριων αποταμιεύσεων.
Οι επόμενες αξιολογήσεις
Το επόμενο διάστημα αναμένονται νέες αξιολογήσεις της ελληνικής οικονομίας από τους μεγάλους οίκους:
- Moody’s – 13 Μαρτίου
- Scope Ratings – 20 Μαρτίου
- S&P – 24 Απριλίου
- Fitch – 8 Μαΐου
Θα ακολουθήσουν νέοι γύροι αξιολογήσεων το φθινόπωρο, με τη DBRS στις 4 Σεπτεμβρίου, τις Moody’s και Scope στις 18 Σεπτεμβρίου, την S&P στις 23 Οκτωβρίου και τη Fitch στις 6 Νοεμβρίου.