Παιδιά με πολύ υψηλό iq και ελληνικό σχολείο: Μία αποκαλυπτική ιστορία
Διαβάζεται σε 7'
Το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα μοιάζει ανέτοιμο να υποδεχθεί στους κόλπους του παιδιά με ξεχωριστές δυνατότητες και υψηλό δείκτη ευφυίας. Η χαρακτηριστκή ιστορία της Κ.
- 17 Μαρτίου 2026 06:11
Είναι πολλές φορές που στις δημόσιες συζητήσεις που γίνονται για το εκπαιδευτικό σύστημα τίθεται μετ’ επιτάσεως το θέμα της διαχείρισης των παιδιών με μαθησιακές και άλλες δυσκολίες. Πρόκειται για λογική συνέπεια αφού οι διαγνωσμένες περιπτώσεις είναι πλέον παρά πολλές και η αγωνία των οικογένειών τους δεδομένη.
Εκτός όμως από τις εν λόγω περιπτώσεις, πολλά ερωτηματικά μπαίνουν για τον τρόπο που το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα χειρίζεται παιδιά, μαθητές και μαθήτριες, με πολύ ξεχωριστές δυνατότητες και ιδιαίτερα υψηλό δείκτη ευφυίας.
Ομνύουμε, υποτίθεται, στην αριστεία αλλά ακόμα δεν έχουμε εντοπίσει τους τρόπους τέτοιου είδους παιδιά να εκμεταλλεύονται τις πλούσιες δυνατότητές τους εντός του σχολείου ξεπερνώντας στεγανά και καθιερωμένες αντιλήψεις.
Η ιστορία του Κ.
Ο Κ. φοιτά σε γυμνάσιο της Αττικής. Από πολύ μικρή ηλικία, οι γονείς του κατάλαβαν ότι πρόκειται για παιδί με ξεχωριστές δυνατότητες σε ότι αφορά την πνευματική του διαύγεια. “Θυμάμαι ότι ως μικρό παιδί ήταν φοβερά δημιουργικό και έβρισκε πάντα τον τρόπο να κάνει αυτό που θέλει” τονίζει στο NEWS 24/7 η μητέρα του η οποία προβληματίζεται για τον τρόπο ένταξης του παιδιού της στο εκπαιδευτικό σύστημα.
Σήμερα, στο γυμνάσιο, ο Κ. δείχνει να βαριέται αφόρητα την εκπαιδευτική διαδικασία όπως αυτή διεξάγεται. Δυσκολεύεται να παρακολουθήσει τα μαθήματα, δεν δίνει ιδιαίτερη βάση σε όσα του λένε οι καθηγητές του, συχνά αργεί να πάει στο σχολείο. Παρά την υψηλή του ευφυία έχει επίσης διαγνωστεί με ήπιες μαθησιακές δυσκολίες, έτσι και αλλιώς το ένα δεν αναιρεί το άλλο.
Μιλώντας για υψηλή ευφυία, αυτή είναι διαπιστωμένη μέσα από τις επιδόσεις του παιδιού στα Wechsler Intelligence Scale for Children (WISC-V test). Εχουν καταγραφεί βαθμοί πολύ μεγαλύτεροι του μέσου όρου στην ταχύτητα επεξεργασίας, στο ρέοντα συλλογισμό και σε όλες τις υπόλοιπες κατηγορίες. Επίσης, έχει διαπιστωθεί ότι το παιδί μπορεί να διαβάσει αλλά και να κατανοήσει πολύ γρήγορα και σίγουρα γρηγορότερα από τα περισσότερα παιδιά της ηλικίας του.
Και όμως αυτό το παιδί, αντιμετωπίζει τρομακτικές δυσκολίες στην προσαρμογή του. Το σχολείο δεν μπορεί να βρει τον τρόπο να διαχειριστεί τα ταλέντα του. Οι βαθμοί του παραμένουν χαμηλοί και οι απουσίες του, ειδικά αυτές που προκύπτουν από μονόωρες αποβολές, είναι πια πολλές. Το παιδί κινδυνεύει, θεωρητικά τουλάχιστον, να χάσει την τάξη. Θα συνεδριάσει προσεχώς ο σύλλογος διδασκόντων για να πάρει την τελική απόφαση.
“Είναι ένα ζωηρό παιδί” λέει η μητέρα του. “Και χαρούμενο συνάμα, πολύ κοινωνικό από μικρό. Είναι και φιλομαθές, τρελαίνεται να μαθαίνει καινούργια πράγματα. Αλλά την ίδια ώρα από το σχολείο μου παραπονιούνται ότι δημιουργεί φασαρία, ότι είναι υπέρ το δέον ζωηρός κτλ.
Στην πραγματικότητα το σχολείο του φαίνεται ανιερό, δεν βρίσκει κάτι ενδιαφέρον σ’ αυτό. Και όταν τον ρωτώ γιατί κάνει φασαρία στην τάξη απαντά με ειλικρίνεια ότι προσπαθεί να κάνει το μάθημα πιο ευχάριστο“.
“Μέχρι την τρίτη Δημοτικού οι επιδόσεις του ήταν εξαιρετικές. Είχε ξεκινήσει να διαβάζει από τον παιδικό σταθμό και να γράφει, παρότι δεν τον λες ούτε σήμερα καλλιγράφο. Από τη διαδικασία της τηλεκπαίδευσης και μετά όμως, τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Είχε χάσει το ενδιαφέρον του, δεν παρακολουθούσε. Έβρισκα πεταμένες φωτοτυπίες πίσω από την ντουλάπα” συμπληρώνει.
Σιγά-σιγά στο παιδί φαίνεται ότι δημιουργείται ένα ενοχικό συναίσθημα και ένα έλλειμμα αυτοπεποίθησης. Νομίζει ότι το πρόβλημα είναι αποκλειστικά δικό του, ότι έχει την απόλυτη ευθύνη. Ρωτά τη μητέρα του αν είναι πράγματι έξυπνος, τη ρωτά επίσης γιατί δεν πέρασε στις εξετάσεις για το πρότυπο (οι οποίες βέβαια διεξάγονται με ένα τυποποιημένο τρόπο σε μαθηματικά και γλώσσα). Τι μπορεί να συμβαίνει σ’ αυτό το μυαλό;
“Αυτού του είδους τα παιδιά” μάς λέει καθηγήτριά του, “βρίσκονται συνήθως ανάμεσα σε δύο κόσμους και τη διαφορά μεταξύ του δικού τους κόσμου και των άλλων την αντιλαμβάνονται. Δεν μπορούν, συχνά, να το χειριστούν. Όμως στα μάτια του Κ. βλέπεις ότι κάτι ωραίο συμβαίνει. Το συνειδητοποίησα από την πρώτη στιγμή που τον είδα στο μάθημα πριν διαβάσω το φάκελό του. Μετά ενημερώθηκα αναλυτικά”.
Όπως τονίζει η εκπαιδευτικός, ο υψηλός δείκτης ευφυίας του παιδιού φαίνεται στον τρόπο που ψάχνει να βρει τη λύση στα μαθηματικά προβλήματα. Δεν του φτάνει μία απλή λύση, επιθυμεί να εντοπίσει τη βέλτιστη και να αντλήσει ικανοποίηση από αυτό. Διαθέτει, όπως και άλλα παιδιά με παρόμοιες ικανότητες, έναν τελείως διαφορετικό τρόπο σκέψης που δεν ακολουθεί σε καμία περίπτωση την πεπατημένη.
“Ο Κ. είναι ένα παιδί απογοητευμένο από το τμήμα. Δεν έχει κίνητρο. Δεν του έχουν δοθεί οι ευκαιρίες να αξιοποιήσει τα ταλέντα του. Συνήθως στο δημόσιο σχολείο προκρίνεται το πρότυπο του παιδιού που είναι αυτό που χαρακτηρίζουμε “διαβαστερό”, ήσυχο και υψηλών επιδόσεων. Ο Κ. διαθέτει τα περισσότερα από τα εφόδια και με το παραπάνω είναι φανερό. Αλλά την ίδια ώρα δεν ξέρει καν που βρισκόμαστε στην ύλη” υπογραμμίζει η εκπαιδευτικός για το μαθητή της.
Καταθέτει, δε, τη δική της άποψη για το πως η κατάσταση που βιώνει το παιδί μπορεί να αλλάξει: “Ο Κ. χρειάζεται κίνητρο αλλά την ίδια στιγμή πρέπει να γίνει στρατιώτης. Γνωρίζει ότι είναι έξυπνος αλλά χρειάζεται να συνεργαστεί και να υπακούει σε κάποιους πολύ απλούς κανόνες καλλιεργώντας ταυτόχρονα την αντοχή του. Το κίνητρο, δυστυχώς, δεν του δόθηκε στο Δημοτικό, έτσι και αλλιώς τα μαθηματικά σ’ αυτή τη βαθμίδα είναι χαμηλού επιπέδου. Εγώ προσπαθώ να του το δώσω γιατί βλέπω ότι το θέλει”.
Δίνει και ένα παράδειγμα: “Ημουν στο προαύλιο σ’ ένα διάλειμμα και τον άκουγα που μιλούσε με φίλους του. Μιλούσαν για μοτοσυκλέτες και για επισκευές. Είχε συγκεκριμένη άποψη για το πως μπορεί να επιδιορθωθεί μία συγκεκριμένη βλάβη. Επιχείρησα να φέρω αυτή τη συζήτηση μετά στο μάθημα. Και διαπίστωσα ότι αυτό του άρεσε, ότι ενδιαφέρθηκε. Δυστυχώς όμως αυτό δεν μπορεί να γίνεται κάθε φορά”.
“Βρίσκω το πλαίσιο λίγο τιμωρητικό. Ολη αυτή η κουβέντα για το αν θα περάσει την τάξη ή θα μείνει από απουσίες τον φέρνει πίσω. Αναγνωρίζουμε σαφώς όσα δεν κάνει καλά, ότι παρουσιάζει συγκεκριμένα προβλήματα. Αλλά το παιδί, πρέπει να το ξεκαθαρίσουμε, δεν είναι παραβατικό” τονίζει η μητέρα.
“Να σας πω την αλήθεια, και εγώ στην αρχή αντιμετώπιζα το παιδί με τη μέθοδο των ωριαίων αποβολών. Γρήγορα κατάλαβα ότι αυτή η ενέργεια δεν έχει κανένα νόημα. Το παιδί δεν έχει καμία σχέση με οποιαδήποτε παραβατικότητα. Είναι ένα παιδί ξεχωριστών ικανοτήτων και ως τέτοιο πρέπει να αντιμετωπίζεται χωρίς βέβαια να χάνεται η ισορροπία της σχέσης με τα άλλα παιδιά της τάξης” υπερθεματίζει η εκπαιδευτικός.
Ο Κ. χρειάζεται ένα εκπαιδευτικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορεί να αναπτύξει τις δεξιότητές του. Αυτό φαίνεται ότι δεν μπορεί να είναι το περιβάλλον του συμβατικού σχολείου στο οποίο οι εκπαιδευτικοί έχουν ως απόλυτη προτεραιότητα την κάλυψη της ύλης.
“Είναι κρίμα να χάνονται παιδιά αυτής της νοημοσύνης γιατί ουσιαστικά δεν υφίσταται ένα υποστηρικτικό περιβάλλον στο σχολείο” συμπεραίνει η μητέρα που αναζητά το καλύτερο στις δυνατότητες που δίνει το δημόσιο εκπαιδευτικό σύστημα. Φαίνεται όμως ότι αυτή η προσπάθεια έχει πολλές δυσκολίες. Η εξατομικευμένη διδασκαλία αποτελεί, ακόμα, μακρινό στόχο για το ελληνικό δημόσιο σχολείο παρά τις προσπάθειες κάποιων εκπαιδευτικών.
Δεν χρειάζεται, την ίδια ώρα, να τονιστεί παραπάνω ότι η Ελλάδα έχει μεγάλη ανάγκη από υψηλού επιπέδου μυαλά που θα μπορέσουν να εργαστούν σε τομείς υψηλής ειδίκευσης στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης που ανατέλλει σιγά σιγά στον ορίζοντα.
Ο Κ. είναι απλώς ένα ιδιαίτερα χαρακτηριστικό παράδειγμα παιδιού που έχει ανάγκη μία εξατομικευμένη, διαφορετική αντιμετώπιση έτσι ώστε να αναδειχθούν οι τεράστιες ικανότητές του (όπως αυτές έχουν πιστοποιηθεί και από το ΚΕΔΑΣΥ). Κρίμα είναι η συζήτηση να περιστρέφεται για το αν θα περάσει την τάξη ή όχι λόγω των απουσιών.