Άουσβιτς: Μην κάνεις το λάθος
Διαβάζεται σε 5'
Το Άουσβιτς είναι όλα αυτά που περιμένεις να δεις. Και κυρίως είναι η απάντηση στο ερώτημα: πώς είναι δυνατόν;
- 28 Μαρτίου 2026 07:41
Πριν το ταξίδι στην Κρακοβία, έκανα γκάλοπ για το αν “πρέπει” να πάω στο Άουσβιτς ή όχι. Όχι γιατί δεν ήθελα ή δεν αναγνώριζα το αποτύπωμα μιας τέτοιας επίσκεψης. Αλλά γιατί είμαι αυτός ο άνθρωπος που κλαίει με την “Εποχή των Παγετώνων” και τον Punch το πιθηκάκι και το λούτρινο αρκουδάκι του.
Οπότε φοβόμουν μήπως “δεν αντέξω”.
Όλοι μου είπαν ναι, εκτός από κάποιον που μου είπε: “εσύ δεν χρειάζεσαι ευαισθητοποίηση”.
Η απόφαση ήταν ήδη ειλημμένη, θα πήγαινα. Βέβαιη ότι θα ήταν επώδυνο, πήγα μία ημέρα πριν την επιστροφή στην Ελλάδα.
Η ξενάγηση ξεκινά με ένα “τούνελ”, κατά το οποίο ακούς τα ονόματα των νεκρών. Για λόγους σεβασμού, οι ξεναγοί δεν μιλούν. Ούτε εσύ μιλάς.
Είδα όλα αυτά που έχεις ακούσει ή έχεις δει: σορούς από μαλλιά, τα οποία οι Ναζί ανάγκαζαν τους έγκλειστους να ξυρίζουν· σορούς από παπούτσια, που τους υποχρέωναν να αφήνουν πίσω τους, για να φορούν στη συνέχεια βαριά, ξύλινα παπούτσια, κάνοντας κάθε λεπτό ακόμη πιο βασανιστικό· σορούς από τηγάνια και κατσαρόλες, βαλίτσες και σκελετούς γυαλιών, προσωπικά αντικείμενα που είχαν πάρει μαζί τους Εβραίοι, Ρομά, ομοφυλόφιλοι, και όποιος άλλος έπρεπε να εξοντωθεί γιατί τους έκαναν να πιστεύουν ότι πηγαίνουν κάπου για εργασία ή για να συναντήσουν τις οικογένειές τους.
Και άντεξα. Ντράπηκα και να κλάψω σε έναν τόπο μαρτυρίου.
Είδα φωτογραφίες ανθρώπων που περίμεναν στη σειρά για “διαλογή”, ποιοι θα πεθάνουν δηλαδή στους θαλάμους αερίων και ποιοι θα υποβληθούν στα βασανιστήρια και στα πειράματα που διεξήγαγαν οι Ναζί στα στρατόπεδα συγκέντρωσης,
Μια φωτογραφία έδειχνε κρατούμενους να τρώνε το λιγοστό φαγητό δίπλα από ένα συγκρατούμενό τους που μόλις είχε κρεμαστεί. “Χθες μιλούσαμε στον θάλαμο και σήμερα τρώω τη σούπα μου ενώ είναι νεκρός δίπλα μου” γράφει η λεζάντα. Έπρεπε να παγώσουν, λέει η ξεναγός, για να επιβιώσουν.
“Δεν προλάβαινες να γνωρίσεις κάποιον, πέθαιναν τόσοι πολλοί κάθε μέρα” έγραφε κάπου αλλού.
Στο Birkenau, στο στρατόπεδο εξόντωσης δηλαδή, βλέπεις ράγες τρένων και χαλάσματα από τα κρεματόρια και τους θαλάμους αερίων. Στα κρεματόρια, οι Ναζί έκαιγαν τις σορούς και πετούσαν τις στάχτες σε ποτάμια, λίμνες και χωράφια για να κρύψουν τα εγκλήματά τους. Όταν ο Κόκκινος Στρατός πλησίαζε το στρατόπεδο, τα SS, επιχειρώντας να το εκκενώσουν, ανάγκασαν τους κρατούμενους να περπατήσουν για μέρες ή εβδομάδες σε συνθήκες ψύχους και χωρίς φαγητό ή νερό με αποτέλεσμα στη διαδρομή να πεθάνουν χιλιάδες (οι λεγόμενες “Πορείες Θανάτου”).
Και έπειτα, τις τελευταίες ημέρες πριν την απελευθέρωση, γκρέμισαν ό,τι πρόλαβαν για να εξαφανίσουν τις αποδείξεις για τις μαζικές δολοφονίες, και έφυγαν αφήνοντας πίσω περίπου 7.000 κρατούμενους, που δεν μπορούσαν να περπατήσουν λόγω εξάντλησης ή ασθένειας.
Αυτόματα σκέφτηκα: αυτοί που διέπραξαν θηριωδίες, έφυγαν τρέχοντας σαν δειλοί και οι 200 της Καισαριανής πήγαιναν στον θάνατο περήφανοι, χωρίς φόβο.
Σε όλη τη διάρκεια της ξενάγησης, ένιωθα δύο πράγματα: ντροπή για το ανθρώπινο είδος και πόνο για όσους βίωσαν αυτή την ανείπωτη φρίκη. Αναρωτιόμουν πώς είναι δυνατόν άνθρωπος να βλάπτει άλλον άνθρωπο με τέτοιον τρόπο. Μου απάντησε κάποιος πρώην κρατούμενος του Άουσβιτς διά στόματος της ξεναγού. “Το Άουσβιτς δεν έπεσε από τον ουρανό”. Ήταν αποτέλεσμα μια μακράς διαδικασίας ανοχής του ρατσισμού, των προκαταλήψεων, της βίας. “Όταν σταματάς να νοιάζεσαι, η ανθρωπότητα παύει να υπάρχει”.
Γι’ αυτό, μην κάνεις το λάθος να μην πας στο Άουσβιτς. Γιατί το χρέος μας στην ανθρωπότητα είναι να μην σταματήσουμε να νοιαζόμαστε και να μην ξεχάσουμε ποτέ τη φρίκη στο Άουσβιτς. Και κυρίως, να μην την επαναλάβουμε.